Ο τελικός του φετινού Adidas Next Generation Tournament, του τουρνουά εφηβικών ομάδων που διεξάγεται υπό την αιγίδα της Euroleague παράλληλα με τη διοργάνωση των ανδρών, ήταν το ματς που αντικατέστησε στο επίσημο πρόγραμμα του Final Four τον… ξενέρωτο μικρό τελικό της διοργάνωσης. Ο οποίος δεν πρόσφερε τίποτα άλλο από πρόσθετη ταλαιπωρία στις ομάδες, είχε μηδαμινό κίνητρο και σωστά καταργήθηκε.
Στον τελικό, που πέρασε απολύτως στα ψιλά της ειδησεογραφίας, έπαιξαν η Μπαρτσελόνα και η Ρεάλ Μαδρίτης, οι δύο γίγαντες του ισπανικού μπάσκετ. Ήταν οι ομάδες που τερμάτισαν στην πρώτη θέση στους προκριματικούς ομίλους ενός τουρνουά με συμμετοχή οκτώ ομάδων (ανάμεσά τους και ο Παναθηναϊκός), οι οποίες αγωνίστηκαν στη SUNEL Arena. Δικαίως έφτασαν οι ομάδες στον τελικό, αφού έπαιξαν συνολικά το καλύτερο μπάσκετ, όχι μόνο στα ματς που έγιναν στην Αθήνα, αλλά και σε όσα τουρνουά προσκλήθηκαν κατά τη διάρκεια της χρονιάς (έγιναν άλλα τέσσερα σε διάφορες περιοχές, από το Ουλμ της Γερμανίας μέχρι το Άμπου Ντάμπι).
Η Μπαρτσελόνα νίκησε με 85-77 σ’ αυτόν τον τελικό που, για όσους έριξαν έστω μια φευγαλέα ματιά, έδωσε εικόνες για το πώς θα είναι το μπάσκετ στην πλειοψηφία των ομάδων σε πέντε-δέκα χρόνια. Κάτι σαν… φετινή Βαλένθια σε βελτιωμένη έκδοση. Γρήγορη σκέψη και αποφάσεις, πολλά σουτ, ακόμα περισσότερη δύναμη και ένας εναντίον ενός, αθλητικότητα, αλτικότητα.
Η παρουσία δύο ισπανικών ομάδων στον τελικό φυσικά δεν είναι έκπληξη. Όσοι ασχολούνται, μάλιστα, με τα ηλικιακά πρωταθλήματα εθνικών ομάδων κάθε καλοκαίρι γνωρίζουν ότι η Ισπανία πρωταγωνιστεί σε αυτές τις ηλικίες.
Η… έκπληξη εμφανίζεται όταν κάνει κανείς τον κόπο να ρίξει μια ματιά στα ρόστερ των δύο ισπανικών ομάδων. Εκεί διαπιστώνει το εξής καταπληκτικό: Από τους 21 παίκτες που αγωνίστηκαν αρκετά σ’ αυτό το ματς κι έδειξαν την αξία τους, μόνο οι 4 είναι Ισπανοί! Τρεις από τη Μπαρτσελόνα κι ένας από τη Ρεάλ Μαδρίτης. Οι υπόλοιποι 17 όχι μόνο δεν έχουν γεννηθεί στην Ισπανία, αλλά έχουν και άλλη υπηκοότητα.
Η απαρίθμησή τους μοιάζει με την αρχή των γνωστών ανέκδοτων: Βλέπουμε συνολικά οκτώ Αφρικανούς, από το Μάλι, τη Μπουρκίνα Φάσο, τη Νιγηρία, το Καμερούν. Τέσσερις από κράτη της πρώην Γιουγκοσλαβίας (Μαυροβούνιο, Σερβία, Σλοβενία), τον γιο του Ιμπραϊμ Κουτλουάι από την Τουρκία, δύο Ρώσους και έναν Λετονό. Όλοι τους χαρακτηρίζονται με δύο λέξεις, πολύ κοινές στην μπασκετική αργκό όσων ασχολούνται μ’ αυτές τις ηλικίες: «project» και «prospect».
Μπαρτσελόνα: Νιλ Πόζα (Ισπανία), Ντιέγκο Φερέρας (Ισπανία), Οριόλ Φίλμπα (Ισπανία), Αμπραχαμάνε Κονέ (Μάλι), Γιάκομπ Σίφταρ (Σλοβενία), Μοχάμεντ Κεϊτά (Μάλι), Σαγιόν Κεϊτά (Μάλι), Ζοακίμ Μπούμτζε-Μπούμτζε (Καμερούν/ΗΠΑ), Νίκολα Κουστουρίτσα (Σερβία), Μοχάμεντ Νταμπόνε (Μπουρκίνα Φάσο)
Ρεάλ Μαδρίτης: Ούγκο Αλόνσο (Ισπανία), Φάμπιαν Κάιζερ (Γερμανία), Ομέρ Κουτλουάι (Τουρκία), Αντρέι Μπιέλιτς (Σερβία), Αντρέι Φάντιτς (Μαυροβούνιο), Γκούναρς Γκρίνβαλτς (Λετονία),΄Ίλια Φρόλοφ (Ρωσία), Σερίνιε Σαρ (Σενεγάλη), Εγκόρ Αμόσοφ (Ρωσία), Ουσμάν Ντιαρά (Μάλι), Όσα Χαντί (Νιγηρία/Ισπανία)
Οι δύο συγκεκριμένοι σύλλογοι έχουν πάει το μπασκετικό σκάουτινγκ, την ανάδειξη δηλαδή ταλέντων σε πολύ μικρή ηλικία, σε άλλο επίπεδο. Αλλά δεν είναι οι μόνοι. Ολοένα και περισσότερες ακαδημίες στην Ευρώπη μπαίνουν σ’ αυτή τη λογική, να ψάξουν παιδιά όχι μόνο από τη χώρα που εδρεύουν, για να βρουν ταλέντα. Γίνεται κατά κόρον τελευταία και από ιταλικές ομάδες, αλλά και από γερμανικές. Και φυσικά οι ακαδημίες της Μέγκα στη Σερβία μαζεύουν παραδοσιακά ό,τι καλύτερο υπάρχει από το εγχώριο ταλέντο, το ίδιο γίνεται με την Τσεντεβίτα Ολίμπια στη Σλοβενία που ρίχνει δίχτυα και στην κεντρική Ευρώπη (Τσέχους, Ούγγρους, Πολωνούς κτλ.) και των Ζάλγκιρις/Λιέτουβος Ρίτας στη Λιθουανία.
Οι ομάδες δεν φοβούνται να προχωρήσουν σ’ αυτές τις κινήσεις, ούτε υπάρχουν περιορισμοί στην εθνικότητα των παικτών που θα χρησιμοποιήσουν στις μικρές τους ηλικίες. Δεν είναι απαραίτητο, δηλαδή, όσοι αγωνίζονται στα εφηβικά τμήματα των ισπανικών ομάδων να διαθέτουν απαραιτήτως και ισπανικό διαβατήριο. Κι όμως, το επίπεδο των εθνικών ομάδων της Ισπανίας στις μικρές ηλικίες καθόλου δεν έχει επηρεαστεί από το γεγονός αυτό. Ότι στις κορυφαίες ομάδες οι «θέσεις» για τους γηγενείς παίκτες έχουν γίνει πια πολύ λίγες και αφορούν μόνο παίκτες-ταλέντα που θεωρούνται πραγματικά πρώτης γραμμής σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αν όχι παγκόσμιο.
Πώς τα καταφέρνουν; Το ζήτημα είναι το επίπεδο της δουλειάς, όχι η φανέλα. Στην Ισπανία οι ακαδημίες που δουλεύουν σωστά δεν είναι μόνο μία και δύο, ούτε καν πέντε ή δέκα. Εκατοντάδες σύλλογοι έχουν τις υποδομές τους, τους προπονητές τους, προσφέρουν πραγματική προοπτική ανάπτυξης. Τα παιδιά δεν χρειάζεται να «πάνε στη Ρεάλ» για να δείξουν ποιοι είναι. Οι ορίζοντές τους είναι πολύ πιο ανοιχτοί. Μπορεί κάποιο παιδί να αγωνίζεται σ’ έναν περιφερειακό σύλλογο, κι όμως να αναδειχτεί και να παίξει στην εθνική ομάδα Παίδων ή Εφήβων. Και μετά, βέβαια, είναι ανοιχτοί οι ορίζοντες, από το να παίξει σε μικρή ηλικία είτε σε ομάδες της LEB Oro (της δεύτερης κατηγορίας, κάτω από την ACB), είτε αν το θέλει να μετακομίσει σε αμερικανικό κολλέγιο, όπου θα έχει και πρωταγωνιστικό ρόλο.