Μετά τα πρώτα αμερικανικά πλήγματα στον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν εδώ και έναν μήνα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ φάνηκε αυτή την εβδομάδα να σηματοδοτεί μια νέα φάση της σύγκρουσης, η οποία την περασμένη Παρασκευή (28/8) συμπλήρωσε τους πρώτους έξι μήνες της.
«Θα τους χτυπήσουμε σκληρά… θα υπάρξει απάντηση», δήλωσε ο Τραμπ στους δημοσιογράφους τη Δευτέρα (31/8), λίγο αφότου το Ιράν εξαπέλυσε πυραυλικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Ιορδανία, σε απάντηση στα πλήγματα των ΗΠΑ στο νησί Λαράκ του Ιράν το προηγούμενο βράδυ.
Το αμερικανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Axios μετέδωσε ότι η Ουάσινγκτον ενδέχεται να περνά σε μια νέα στρατηγική «ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη», στο πλαίσιο της οποίας θα πραγματοποιεί κατά διαστήματα πλήγματα στο Ιράν, χωρίς να εμπλέκεται σε μια παρατεταμένη σύγκρουση.
Τι ακριβώς είναι, λοιπόν, η νέα στρατηγική του Τραμπ και μπορεί ο αμερικανικός στρατός να τη διατηρήσει καθώς ο πόλεμος εισέρχεται στον έβδομο μήνα του;
Τι ακριβώς συνέβη
Όπως αναφέρει το Al Jazeera, οι ΗΠΑ έπληξαν στρατιωτικούς στόχους στο νησί Λαράκ, στα Στενά του Ορμούζ, κοντά στο στρατηγικής σημασίας ιρανικό λιμάνι Μπαντάρ Αμπάς. Η Ουάσινγκτον δήλωσε ότι οι δυνάμεις της έπληξαν δύο ιρανικούς εκτοξευτές ρουκετών, τους οποίους, σύμφωνα με τους Αμερικανούς, οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) ετοίμαζαν να χρησιμοποιήσουν για να διασκορπίσουν θαλάσσιες νάρκες στα Στενά.
Τα ιρανικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι τρεις άνθρωποι σκοτώθηκαν. Στη συνέχεια, το Ιράν εκτόξευσε πυραύλους εναντίον δύο αεροπορικών βάσεων στην Ιορδανία, όπου σταθμεύουν αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό και εξοπλισμός. Η Ιορδανία ανακοίνωσε ότι αναχαίτισε οκτώ πυραύλους. Ο Τραμπ δεσμεύτηκε με τη σειρά του να απαντήσει, δηλώνοντας: «Θα τους χτυπήσουμε σκληρά».
Μιλώντας σε σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) στο Μπισκέκ του Κιργιστάν, ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν δήλωσε ότι οι δυνάμεις του θα σταματήσουν τα πυρά εφόσον πράξουν το ίδιο και οι ΗΠΑ και τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους βάσει μιας προσωρινής συμφωνίας που υπογράφηκε τον Ιούνιο για τον τερματισμό του πολέμου, την άρση των κυρώσεων και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Ωστόσο, η συμφωνία έχει πλέον εκπνεύσει και σε μεγάλο βαθμό κατέρρευσε λόγω διαφωνιών που προέκυψαν από την ασαφή διατύπωσή της.
Η ανταλλαγή πυρών της Δευτέρας (31/8) σηματοδότησε τις πρώτες άμεσες επιθέσεις μεταξύ των δύο πλευρών εδώ και περισσότερο από έναν μήνα και ενίσχυσε τους φόβους ότι η σύγκρουση μπορεί να επιστρέψει σε μια πιο έντονη στρατιωτική φάση.
Ο Τραμπ, ωστόσο, δήλωσε στα μέσα ενημέρωσης ότι η αναζωπύρωση των εχθροπραξιών δεν σημαίνει απαραίτητα επιστροφή σε πόλεμο πλήρους κλίμακας, υποστηρίζοντας ότι τα Στενά του Ορμούζ βρίσκονται σε «εξαιρετικά καλή κατάσταση» και ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ο στρατός και η ηγεσία του Ιράν έχουν σε μεγάλο βαθμό αποδυναμωθεί. «Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα τους χτυπήσουμε. Θα δούμε τι θα συμβεί», δήλωσε στους δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο.
Πώς έχει αλλάξει η στρατηγική των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του πολέμου
Η προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ στον πόλεμο με το Ιράν έχει αλλάξει αρκετές φορές. Ξεκίνησε με μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εκστρατεία που διήρκεσε 40 ημέρες, ακολουθούμενη από κατάπαυση του πυρός, η οποία αργότερα παρατάθηκε. Τον Ιούνιο, η Τεχεράνη και η Ουάσινγκτον υπέγραψαν μνημόνιο συνεννόησης (MoU), συμφωνώντας σε όρους για κατάπαυση του πυρός και για τη διεξαγωγή ευρύτερων ειρηνευτικών συνομιλιών διάρκειας 60 ημερών.
Η ασαφής διατύπωση του MoU, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το ποιος θα είχε τον συνολικό έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, οδήγησε στην κατάρρευσή του μέσα σε λίγες εβδομάδες, με τις ΗΠΑ και το Ιράν να αλληλοκατηγορούνται για παραβίαση των όρων του. Αυτό οδήγησε στην επανέναρξη των αμερικανικών επιθέσεων εναντίον του Ιράν τον Ιούλιο, με την Τεχεράνη να απαντά και πάλι εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών στόχων και άλλων υποδομών σε γειτονικές χώρες του Κόλπου.
Πιο πρόσφατα, η κυβέρνηση Τραμπ πέρασε από τη διαρκή στρατιωτική δράση στην οικονομική πίεση. Η αλλαγή αυτή ήρθε εν μέσω δημοσιευμάτων αμερικανικών μέσων ότι οι αμερικανικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν ελλείψεις σε πυρομαχικά στη Μέση Ανατολή, ιδιαίτερα σε κρίσιμους πυραύλους αναχαίτισης Patriot που χρησιμοποιούνται για την άμυνα απέναντι σε ιρανικές επιθέσεις με drones και πυραύλους. Η κυβέρνηση Τραμπ, ωστόσο, αρνείται ότι εξαντλούνται τα όπλα της.
Την περασμένη εβδομάδα, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ ανακοίνωσε εκστρατεία οικονομικής πίεσης κατά του Ιράν, δηλώνοντας ότι θα στοχεύσει τα χρηματοπιστωτικά του συμφέροντα σε ολόκληρο τον κόσμο. Όπως είπε, οι ΗΠΑ θα στοχεύσουν τις πηγές εσόδων του Ιράν, μεταξύ άλλων το πετρέλαιο, επέβαλαν κυρώσεις σε 60 «οντότητες» που, σύμφωνα με την Ουάσινγκτον, διευκολύνουν τις πωλήσεις ιρανικού πετρελαίου και απείλησαν άλλες χώρες και εταιρείες που συναλλάσσονται με την Τεχεράνη με το ενδεχόμενο επιβολής δευτερογενών κυρώσεων.
Τη Δευτέρα (31/8), ο Μπέσεντ δήλωσε ότι οι ιρανικές επιθέσεις αποτελούν απόδειξη πως η Τεχεράνη «αντιδρά στρατιωτικά επειδή χάνει οικονομικά», υποστηρίζοντας ότι οι νέες κυρώσεις έχουν ήδη αρχίσει να πλήττουν το Ιράν. Ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράν, Αμπντολνασέρ Χεματί, απάντησε ότι ο ισχυρισμός πως η οικονομία της χώρας καταρρέει είναι «λανθασμένος». «Λέω στον Αμερικανό πρόεδρο ότι διαθέτουμε αρκετό συνάλλαγμα», δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου.
Οδεύουν οι ΗΠΑ προς μια στρατηγική «ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη»;
Η σημερινή κατάσταση μοιάζει όλο και περισσότερο με μια ασταθή ενδιάμεση κατάσταση, καθώς οι πιθανότητες εξεύρεσης λύσης περιορίζονται διαρκώς, σύμφωνα με παρατηρητές. Παρότι καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται να επιδιώκει άμεσα την επιστροφή σε έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας, αμφότερες έχουν αποδείξει ότι είναι διατεθειμένες να απαντήσουν στρατιωτικά όταν θεωρούν ότι απειλούνται τα συμφέροντά τους.
Τη Δευτέρα (31/8), το Axios μετέδωσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο μιας στρατηγικής περιοδικών επιθέσεων εναντίον του Ιράν, προκειμένου να συνεχίσει να διασφαλίζει την ασφαλή απομάκρυνση πετρελαιοφόρων από την περιοχή του Κόλπου. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το σχέδιο για περιστασιακή επιστροφή στα στρατιωτικά πλήγματα κατά του Ιράν δεν έχει ακόμη εγκριθεί από τον Τραμπ.
Το Ιράν ουσιαστικά έκλεισε τα κρίσιμης σημασίας Στενά του Ορμούζ στις αρχές Μαρτίου, μετά την έναρξη του πολέμου, και έκτοτε δεν έχει επιτρέψει την πλήρη λειτουργία τους, αφήνοντας κατά διαστήματα μόνο λίγα πλοία που χαρακτηρίζει «φιλικά» να διέρχονται. Τώρα, και οι δύο πλευρές υποστηρίζουν ότι ελέγχουν τη θαλάσσια οδό, με το Ιράν να εκτοξεύει κατά διαστήματα ρουκέτες εναντίον πλοίων που προσπαθούν να περάσουν χωρίς την έγκρισή του και τον Τραμπ να υποστηρίζει ότι το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό συνοδεύει με επιτυχία τα πλοία.
Μετά την κατάρρευση του MoU και την επανέναρξη των αμερικανικών επιθέσεων κατά του Ιράν τον Ιούλιο, το Ιράν δηλώνει ότι αρνείται να συμμετάσχει σε διπλωματικές διαπραγματεύσεις με την Ουάσινγκτον και έχει συνομιλίες μόνο με το Ομάν για το μέλλον της διοίκησης των Στενών του Ορμούζ.
Ο Τρίτα Παρσί, διευθυντής και συνιδρυτής του αμερικανικού Quincy Institute, δήλωσε: «Το να βομβαρδίζεις περιοδικά μια χώρα σημαίνει να διεξάγεις έναν πόλεμο χωρίς τέλος… δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το δει κανείς». «Η κυβέρνηση [Τραμπ] φαίνεται να εγκαταλείπει την προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος στρατιωτικά, οικονομικά ή διπλωματικά και, αντί γι’ αυτό, να καταφεύγει σε μόνιμο πόλεμο για να διαχειριστεί το πρόβλημα», δήλωσε στο Al Jazeera. «Πρόκειται για μια πλήρη ήττα, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο αρχικός σχεδιασμός των ΗΠΑ προέβλεπε ότι ο πόλεμος δεν θα διαρκούσε περισσότερο από τέσσερις ημέρες».
Είναι βιώσιμη η νέα στρατηγική του Τραμπ;
Οι αναλυτές επισημαίνουν αρκετούς λόγους για τους οποίους οι ΗΠΑ ενδέχεται να μην μπορέσουν να διατηρήσουν επ’ αόριστον την πίεση στο Ιράν. Ο Μοχάμαντ Εσλαμί, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, δήλωσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ προσπαθεί τελικά να επιδιώξει μια «υπολογισμένη» σύγκρουση με το Ιράν για τον έλεγχο των Στενών, τα οποία πριν από την έναρξη του πολέμου ήταν πλήρως και αδέσμευτα ανοιχτά για όλα τα πλοία.
«Πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι αυτός ο πόλεμος βασίστηκε σε λανθασμένους υπολογισμούς της Ουάσινγκτον και αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι έχουν μεγάλη εμπιστοσύνη στις αποφάσεις τους» σχετικά με την πορεία του πολέμου με το Ιράν, δήλωσε ο Εσλαμί στο Al Jazeera. Ωστόσο, ο κίνδυνος είναι ότι τα σποραδικά πλήγματα, όπως αυτά που σημειώθηκαν αυτή την εβδομάδα, θα αυξήσουν περαιτέρω την ένταση στην περιοχή, πρόσθεσε.
Η Νεγκάρ Μορταζαβί, ανώτερη συνεργάτιδα του Center for International Policy στην Ουάσινγκτον, εκτιμά ότι η νέα κλιμάκωση έγινε αναπόφευκτη μετά την κατάρρευση του MoU. «Το Ιράν έχει καταστήσει σαφή τη θέση του: αν η Ουάσινγκτον επιστρέψει στο MoU, θα επιστρέψει και η Τεχεράνη - αν οι ΗΠΑ συνεχίσουν να δίνουν προτεραιότητα στη στρατιωτική πίεση, το Ιράν θα κλιμακώσει», δήλωσε η Μορταζαβί στο Al Jazeera. «Η αμοιβαία επιστροφή στο MoU παραμένει ο σαφέστερος δρόμος για την αποκλιμάκωση». Διαφορετικά, προειδοποίησε, και οι δύο πλευρές κινδυνεύουν να χάσουν τον έλεγχο της κατάστασης.
Ο Εσλαμί πρόσθεσε ότι, ενώ το Ιράν υποστηρίζει πως έχει καταλήξει με το Ομάν σε ένα πλαίσιο συμφωνίας για τη μελλοντική διαχείριση των Στενών του Ορμούζ, «οι Αμερικανοί σκέφτονται ότι αυτή τη στιγμή δεν χρειάζονται κανενός είδους διπλωματική διευθέτηση». «Αντίθετα, θέλουν να περιμένουν μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές [των ΗΠΑ] του Νοεμβρίου» και να συνεχίσουν να ασκούν οικονομική πίεση στο Ιράν, είπε.
Ωστόσο, η κίνηση μέσω των Στενών παραμένει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, έχοντας μειωθεί από περίπου 100 πλοία την ημέρα σε ημερήσιο μέσο όρο μόλις 7 κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, η Μορταζαβί δήλωσε ότι «η Τεχεράνη δεν πρόκειται να συνθηκολογήσει υπό [οικονομική] πίεση. Και οι δύο πλευρές μπορεί να πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν την κλιμάκωση, όμως κάθε νέα ανταλλαγή πυρών αυξάνει τον κίνδυνο μιας ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης».
Παραμένει επίσης ασαφές για πόσο καιρό οι ΗΠΑ μπορούν να συνεχίσουν τα πλήγματα εναντίον του Ιράν - όσο σπάνια κι αν είναι αυτά - λόγω των εκτιμήσεων ότι τα αποθέματα πυρομαχικών τους μειώνονται. Υπάρχει, τέλος, και το πολιτικό κόστος για τον Τραμπ από τη συνέχιση του πολέμου. Το ποσοστό αποδοχής του στο εσωτερικό έχει υποχωρήσει στο 33%, καθώς οι υψηλότερες τιμές της βενζίνης και η παρατεταμένη σύγκρουση εντείνουν τις πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας.
Πού βρίσκεται το Ισραήλ σε όλη αυτή την κατάσταση
Ο πόλεμος εναντίον του Ιράν ξεκίνησε ως κοινή στρατιωτική εκστρατεία ΗΠΑ-Ισραήλ, όμως πλέον οι δύο χώρες φαίνεται να έχουν διαφορετικές προτεραιότητες. Τον περασμένο μήνα, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου επανέλαβε ότι είναι αποφασισμένος να εμποδίσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, παρά την έλλειψη στοιχείων που να δείχνουν ότι η Τεχεράνη επιδιώκει σήμερα κάτι τέτοιο.
Το Ισραήλ έχει πραγματοποιήσει επίσημα μόνο μία επίθεση εναντίον του Ιράν από τότε που τέθηκε σε ισχύ η αρχική κατάπαυση του πυρός τον Απρίλιο, όμως έχει τηρήσει παρελκυστική στάση απέναντι στο MoU του Ιουνίου, αρνούμενο να αποσυρθεί από τον νότιο Λίβανο, παρά το γεγονός ότι η συμφωνία προέβλεπε κατάπαυση του πυρός σε όλα τα μέτωπα.
Ωστόσο, προτεραιότητα των ΗΠΑ είναι να βρουν μια έξοδο από τον πόλεμο, κάτι που περιλαμβάνει το άνοιγμα εκ νέου των Στενών του Ορμούζ και τη μείωση του οικονομικού και πολιτικού κόστους της σύγκρουσης, καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Ο Παρσί του Quincy Institute δήλωσε ότι τα συμφέροντα των δύο συμμάχων δεν συμπίπτουν πλέον. «Οι ΗΠΑ δεν έχουν συμφέρον να βρίσκονται σε έναν αιώνιο πόλεμο με το Ιράν».
Πηγή: ethnos.gr