MENU

«Να, εδώ, είχε έρθει τις προάλλες και του έλεγα μισό αστεία και μισό σοβαρά ότι στο μέλλον θα είναι ο επόμενος Ρονάλντο. «Ο Ρονάλντο τελειώνει κι εσύ αρχίζεις», του είπα. Εντάξει, είναι 30 ετών ακόμα, έχει πολλά να δώσει, αλλά ο Ζέλσον έρχεται». Να πεις ότι δεν ήξερε καλά; Ήξερε… Στα ταπεινά γραφεία της CF Benfica, Fofo για τους φίλους, ο Ντομίνγκος Εστανισλάου υποδέχτηκε εκείνο το παιδί που ξεκίνησε στα δώδεκά του να παίζει ποδόσφαιρο στη άσημη, πορτογαλική ομάδα. Δεν ήταν πια παιδί και δεν ήταν πια δώδεκα. Η Πορτογαλία είχε καιρό που κάτι είχε καταλάβει και σιγά-σιγά τον μάθαινε ο κόσμος. Ο Ντομίνγκος πες είχε και ένα λόγο παραπάνω να εγκωμιάζει τον πιτσιρικά. Πήρε 1.000 ευρώ όταν τον παραχώρησε, 30.000 όταν έγινε επαγγελματίας και με το 1% των δικαιωμάτων που διατηρούσε για τροφεία ήξερε ότι ερχόταν πλούτος για την ομάδα του. Όλοι οι άλλοι τι λόγο είχαν;

Τσέλσι. Μπάγερν Μονάχου. Λίβερπουλ. Άρσεναλ. Μονακό. Μπαρτσελόνα. Λάτσιο. Ντόρτμουντ. Τότεναμ. Ρεάλ Μαδρίτης. Κι αν ψάξεις περισσότερο, πιθανότατα θα βρεις περισσότερες ομάδες. Όλες ήθελαν κάποια στιγμή τον Ζέλσον Μαρτίνς. Ρώτησαν, έψαξαν, προσπάθησαν, το σκέφτηκαν, αποπειράθηκαν ή δεν αποπειράθηκαν να τον αποκτήσουν, αλλά σίγουρα γοητεύτηκαν. Θρασύς, ασταμάτητος, σχεδόν αλητήριος, αλλά με μια πειθαρχία που ερχόταν από… σπίτι και ένα βλέμμα στο πάτωμα να συνοδεύει τον χαρακτήρα του εκτός γηπέδου. Τι πήγε, λοιπόν, τόσο στραβά και στα 28 του χρόνια, οκτώ χρόνια από τότε που έμοιαζε να έχει τον κόσμο στα πόδια του, έρχεται στην Ελλάδα.

Η απάντηση είναι το ίδιο απλή με τη ζωή. Τίποτα.

Σχολείο, διάβασμα, ποδόσφαιρο: Με αυτή τη σειρά!

«Το ποδόσφαιρο για μένα είναι ταχύτητα, εκρηκτικότητα και ντρίμπλες. Μέσα στο γήπεδο είμαι νευρικός, ανήσυχος. Είναι το στυλ παιχνιδιού που έμαθα το δρόμο – ξέρω ότι μοιάζει λίγο χαοτικό κάποιες φορές. Έξω από το γήπεδο, όμως, είμαι πολύ ήρεμος. Δε μου αρέσει ο κόσμος, ούτε να μιλάω πολύ».

Η ιστορία αρχίζει στην Πορτογαλία. Όχι, όχι, αρχίζει στο Πράσινο Ακρωτήρι. Ή εξελίσσεται ταυτόχρονα και στις δύο χώρες. Ο Κάρλος Αλμπέρτο Μαρτίνς και η Αλσίντα Λόπες άφησαν την πατρίδα τους στην αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής για τους ίδιους και για τα παιδιά τους. Φεύγοντας από την Πράια, άφησαν πίσω τους και τα παιδιά. Τα τρία αγόρια και το ένα κορίτσι θα έπρεπε να ζήσουν με μια θεία τους για μερικά χρόνια. Αν όλα πήγαιναν καλά, θα μπορούσαν να επανενωθούν με τη μαμά και τον μπαμπά, μόλις εκείνοι ήταν σίγουροι για την καινούργια ζωή στην Λισσαβώνα. Οι οδηγίες που άφησαν πίσω τους ήταν σαφείς: Σχολείο, μαθήματα, παιχνίδι.

«Πάντα κουβαλούσαμε μαζί μας την μπάλα στο σχολείο, αλλά μετά έπρεπε να κάνουμε τα μαθήματά μας πριν μπορέσουμε να βγούμε για παιχνίδι», διηγείται ο ετεροθαλής και έξι χρόνια μεγαλύτερος αδερφός του, Βίκτορ Μάρτιν, για τις εποχές που – παρότι μάθαιναν πορτογαλικά για να μπορέσουν να μετακομίσουν – σημείο αναφοράς ήταν η Βραζιλία.

«Αλλάζαμε ρούχα στο σπίτι, βλέπαμε βίντεο στην τηλεόραση και μετά βγαίναμε σε ένα γήπεδο που είχαμε πίσω από το σπίτι μας για να παίξουμε. Δεν είχαμε να δούμε πορτογαλικό ποδόσφαιρο κι έτσι βλέπαμε βραζιλιάνικο. Ο Ζέλσον ήταν ο Ρομπίνιο και ο εγώ ο Ροναλντίνιο. Παίρναμε τη μπάλα και προσπαθούσαμε να κάνουμε ό,τι και εκείνοι».

Ο Ρομπίνιο θα είχε καλύτερη εξέλιξη από τον Ροναλντίνιο σε αυτή την ιστορία, η οποία συνεχίστηκε στην Πορτογαλία. Οκτώ ετών ήταν ο Ζέλσον όταν μετακόμισαν στην Βέντα Νόβα, μια γειτονιά της Αμαδόρα, γνωστή για τις πρόχειρες κατοικίες, τα φτηνά ενοίκια και τα μεταναστευτικά όνειρα. «Η καθημερινότητά μας έμεινε ίδια. Πηγαίναμε σχολείο, επιστρέφαμε, τρώγαμε ένα σνακ και διαβάζαμε. Μόνο όταν τελειώναμε το διάβασμα επιτρεπόταν να βγούμε για παιχνίδι», προσθέτει ο Βίτορ, ο οποίος και στην Πορτογαλία θα γινόταν μάρτυρας της ίδιας εικόνας που έβλεπε και στο Πράσινο Ακρωτήρι.

«Ο Ζέλσον ήταν πάντα ο καλύτερος στη γειτονιά. Μικρόσωμος και εύθραυστος, αλλά ικανότατος τεχνικά. Και αυτή η ικανότητα θα τον πήγαινε όπου δεν μπορούσε καν να φανταστεί». Εκτός από το futsal. Σε αυτό, αν και ήθελε, ευτυχώς δεν πήγε!

Η Μπενφίκα, η αυθεντική!

Η μία έχει τίτλους. Χάρη. Κόσμο. Γήπεδο. Φήμη. Χρέη και μερικά σκάνδαλα, αλλά ας μην τα συζητάμε τώρα αυτά. Η άλλη έχει το όνομα. Η SL ιδρύθηκε το 1904, η CF το 1933, αλλά υπήρχε από το 1985. Ποια Μπενφίκα ήταν πρώτη; Ποια έχει τα πνευματικά δικαιώματα; Ουδόλως μας απασχολεί. Η ουσία είναι ότι η CF ήταν η ομάδα ή αν προτιμάτε η ακαδημία των φτωχών, των μεταναστών, των γειτονιών που δεν είχαν πολλά λεφτά, αλλά είχαν πολλά όνειρα. Όπως ο Ζέλσον Μαρτίνς, ο οποίος πήγε στην ακαδημία στα δώδεκά του χρόνια για να ξεκινήσει να παίζει ποδόσφαιρο σε σύλλογο και όχι μόνο στη γειτονιά.

«Όταν πήγα για πρώτη φορά στη Φοφό κάναμε μια προπόνηση, στην οποία χωρίσαμε τα παιδιά σε δύο κατηγορίες. Εγώ έμεινα με εκείνους που είχαν εμπειρία και ο συνεργάτης μου με τα πιο καινούργια παιδιά. Μετά από λίγα λεπτά, ήρθε και μου είπε «πρέπει να το δεις αυτό» και μου έδειξε τον Ζέλσον. Είχε τη μπάλα στην πλάγια γραμμή, έκανε δύο ντρίμπλες και ένα τούνελ. Κοιταχτήκαμε: «Τι είναι αυτό;», είπαμε ο ένας στον άλλον. Δεν είχα δει ποτέ στη ζωή μου τέτοιο ταλέντο».

Ο Τιάγκο Κορέια θα ήταν ο πρώτος από τους πολλούς. Ο Ζέλσον είχε ξεκινήσει το σπριντ του προς την επιτυχία και όπως και κάθε άλλο σπριντ που έκανε ή κάνει, θα έπιανε μεγάλη ταχύτητα. Μέσα σε τρία χρόνια η Σπόρτινγκ θα έκανε την κίνηση να τον αποκτήσει, πληρώνοντας 1.000 ευρώ στην Μπενφίκα και ακόμα 33.000 αργότερα, όταν θα γινόταν επαγγελματίας. Η μεγάλη πίστα στις ακαδημίες της πορτογαλικής ομάδας θα μπορούσαν να είναι τρομακτική. Μόνο που δεν ήταν.

«Ο Ρονάλντο είναι ο Ρονάλντο και είναι ο καλύτερος στον κόσμο. Για να πλησιάσω στο επίπεδό του πρέπει να δουλέψω πάρα πολύ. Για μένα, είδωλο ήταν πάντα ο Ρομπίνιο. Πάντα προσπαθούσα να τον μιμηθώ: Κάθε του κίνηση, κάθε κοντρόλ, κάθε άγγιγμα με τη μπάλα», παραδεχόταν το 2014, όταν ετοιμαζόταν να κατακτήσει την Ευρώπη με την Εθνική Πορτογαλίας, αλλά τελικά έμεινε στη δεύτερη θέση. Θα το έκανε δύο χρόνια μετά και σε ανύποπτο χρόνο…

«Ο γιος του Φίγκο που μοιάζει με τον Γκαρίντσα»

Η Σπόρτινγκ, η Εθνική, η φήμη, τα λεφτά ή το επαγγελματικό συμβόλαια δεν του άλλαξαν τα μυαλά. Το futsal παραλίγο να το κάνει, αλλά ευτυχώς για τον ίδιο, ο Τιάγκο Κορέια, τον οποίο θα έβρισκε ξανά στη διαδρομή του, τον απέτρεψε. Ο Ζέλσον Μαρτίνς παρέμεινε το ταπεινό αγόρι από την Πράια, που πήγαινε με το λεωφορείο στην προπόνηση, είχε τους ίδιους φίλους, έκανε παρέα με τον Ρούμπεν Σεμέδο και τον Ντάνιελ Ποντένσε, άκουσε τους προπονητές του και δε δημιουργούσε πρόβλημα! Ούτε καν όταν ο Άμπελ Φερέιρα τον έβαζε δεξί ή (και) αριστερό μπακ. «Κατάφερα να προσθέσω στοιχεία στο παιχνίδι μου», έλεγε χρόνια αργότερα.

Στην πρώτη ομάδα της Σπόρτινγκ προωθήθηκε το 2015, στο ντεμπούτο του έπαιξε για ένα λεπτό και στο ένα αυτό λεπτό κέρδισε το πέναλτι, με το οποίο η ομάδα του κέρδισε το ματς! Ο Χόρχε Χεσούς ήταν εκείνος που τον έβαλε για πρώτη φορά, εκείνος που τον καθιέρωσε, εκείνος τον οποίο πάντα μνημονεύει. «Με έκανε παίκτη», θα σου πει λακωνικά και ο πολύπειρος τεχνικός ήξερε πώς να τον κάνει παίκτη. «Ναι, φωνάζει πολύ, αλλά φωνάζει σε όλους. Αν μπορέσεις να το βάλεις στην άκρη και να το αντέξεις, τότε μόνο θα κερδίσεις».

Τι κέρδισε; Πέρα από τα εγκωμιαστικά σχόλια του Χεσούς (σ.σ. «δεν υπάρχει άλλος στην Πορτογαλία σαν κι αυτόν. Αλλά ακόμα είναι παιδί», έλεγε μετά το ματς με τη Σετούμπαλ τον Μάιο του 2016), κέρδισε θέση βασικού, κέρδισε συμμετοχές στα προκριματικά του Champions League και στους ομίλους του Europa και όταν ήταν έτοιμος κατέκτησε τη Μαδρίτη! Η Σπόρτινγκ έχασε και τα δύο ματς από την Ρεάλ στον όμιλο του Champions League τη σεζόν 2016-17, αλλά ο Ζέλσον ήταν σε αμφότερα το κεντρικό θέμα συζήτησης. Η «As» θα τον παρομοιάσει με τον Φίγκο και τον Γκαρίντσα, η «Marca» θα μιλήσει για τους εφιάλτες που προκάλεσε τον Βαράν, τον Σέρχιο Ράμος και κυρίως στον Μαρτσέλο και οι φήμες θέλουν τα εξής να έχουν συμβεί κατά σειρά: Ο Μαρτσέλο να του λέει «με έκανες να αισθάνομαι άσχημα», ο Ζιντάν να τον εγκωμιάζει μετά το ματς, ο Ρονάλντο να τον επισκέπτεται στα αποδυτήρια για να του δώσει συγχαρητήρια.

Αλήθεια ή όχι, ο Μαρτίνς ήταν ένα «καυτό» όνομα για όλη την Ευρώπη, η αξία του ξεπερνούσε τα 60 εκατομμύρια ευρώ, η Μπαρτσελόνα με την Ρεάλ ετοιμάζονταν να πλειοδοτήσουν για την απόκτησή του και όλοι οι υπόλοιποι ακολουθούσαν διακριτικά. Εντέλει, θα έβγαινε από τη Σπόρτιγκ το 2018, μετά τα θλιβερά επεισόδια στο προπονητικό κέντρο, με προορισμό την Μαδρίτη και την Ατλέτικο. Εκεί και τότε, έρχεται ο παράγοντας που λέγεται τύχη, ζωή ή αν θες να είσαι σκληρός, επιλογές. Η Ατλέτικο δεν του ταίριαξε. Ο Ντιέγκο Σιμεόνε δεν του ταίριαξε. «Δεν υπήρξε ποτέ χημεία μεταξύ μας. Δεν μπορούσα να τον καταλάβω. Είναι ένας δύσκολος προπονητής με περίπλοκες ιδέες για το παιχνίδι και δεν του έκανα ως παίκτης. Τα χαρακτηριστικά μου δεν ταίριαζαν με την ομάδα και τον τρόπο που αγωνίζεται».

Δε χρειάζονται και πολλά περισσότερα για να πάει κάτι στραβά. Στην Ατλέτικο έπαιξε ελάχιστα, η επόμενη επιλογή του ήταν η αδιάφορη και ποδοσφαιρικά ανοργασμική Μονακό και σταδιακά χάθηκε από τα ραντάρ. Προσθέστε και μια τιμωρία έξι μηνών το 2020 (που πήρε παράταση σε οκτώ λόγω της αναβολής των πρωταθλημάτων ελέω covid) για απώθηση διαιτητή και κάπως έτσι φτάνουμε στο 2024. Η καριέρα του βρίσκεται σε πτώση μετά από μόλις εφτά ματς σε έναν ημερολογιακό χρόνο, η αξία του βρίσκεται σε πτώση, αλλά η διάθεσή του όχι.

Οι απαντήσεις είναι μερικές φορές το ίδιο απλές όπως και η ζωή. Και η ζωή πάντα συνεχίζεται…

Ο δρόμος της επιστροφής του Ζέλσον Μαρτίνς!