MENU

Στην πυγμαχία το πρώτο που μαθαίνουν οι αθλητές είναι να σηκώνονται όταν δεχτούν μια γερή γροθιά. Οι προπονητές λένε ότι αυτό είναι το πρώτο κριτήριο για να ξεχωρίσουν τους αθλητές που έχουν προοπτική να συνεχίσουν, όχι αν χτυπούν δυνατά με τις γροθιές τους, ούτε αν είναι γρήγοροι και ογκώδεις. Ο Γκέρσον Γιαμπουσέλε πέρασε το τεστ, τόσο στα ρινγκ, όσο και στα μπασκετικά παρκέ.

Γεννημένος στο Ντρε, στη βόρεια Γαλλία, σε οικογένεια μεταναστών από τη ΛΔ Κογκό, ο 31χρονος σέντερ που έκλεισε ο Παναθηναϊκός ασχολήθηκε με τον αθλητισμό ακούγοντας τον πατέρα του, που ήταν ερασιτέχνης μποξέρ και στη συνέχεια προπονητής. Έτσι πέρασε στα ρινγκ, μέχρι που κατάλαβε κι ο ίδιος και οι γύρω του ότι το εντυπωσιακό κορμί και το παρουσιαστικό του δεν έλεγαν την αλήθεια για την προσωπικότητά του. Όσοι τον γνωρίζουν μιλούν για μια «μεγάλη καρδιά» κι έναν από τους πιο χαρούμενους ανθρώπους, με πηγαίο χιούμορ και θετική διάθεση.

Από την πολύχρονη σχέση του με την πυγμαχία, όμως, κράτησε τρία πολύ σημαντικά στοιχεία: Τα αντανακλαστικά, τα πολύ γρήγορα πόδια και τη διάθεση να βελτιώνεται συνεχώς. Αυτά τον έχουν βοηθήσει στο να χτίσει μια καριέρα στο μπάσκετ, και αγωνιστικά και οικονομικά πολύ καλύτερη απ’ όσο αναμενόταν όταν ξεκινούσε.

Τα προσόντα του δεν μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα παρά τις τεχνικές του δυσκολίες, καθώς ξεκίνησε να ασχολείται σοβαρά με το μπάσκετ αρκετά αργά. Στα 17 του, όμως, μπήκε στην ομάδα της Ροάν, κατ’ αρχάς για την ομάδα U21 και πολύ γρήγορα μεταπήδησε στο ανδρικό τμήμα. Το σύστημα αναγνώρισης ταλέντων της ομοσπονδίας τον «τσέκαρε» αν και δεν είχε περάσει από τις περίφημες ακαδημίες, έπαιξε στις μικρές εθνικές της Γαλλίας και ο δρόμος στρώθηκε μπροστά του: Μεταγραφή στη Ρουέν, ένα σκαλοπάτι παραπάνω στη γαλλική λίγκα, και (το πιο σπουδαίο) επιλογή στο ντραφτ του ΝΒΑ το 2016, στα 21 του χρόνια.

Βιάστηκε; Θα μπορούσε, λέει, να περιμένει έναν χρόνο ακόμα και να είναι στην πρώτη πεντάδα των επιλογών. Αλλά κι έτσι, επιλέχθηκε στο Νο16 από τους Μπόστον Σέλτικς, όχι για να μπει κατευθείαν στην ομάδα, αλλά σαν «κατοχύρωση» για το μέλλον. Αργότερα ο ίδιος το απέδωσε και σε μια οικογενειακή πίεση για εξασφάλιση. Η οικογένειά του είχε γνωρίσει τις δυσκολίες της μετανάστευσης, οπότε τα προνόμια του ΝΒΑ, και κυρίως το ασφαλιστικό πρόγραμμα που προσφέρεται σε όσους συμπληρώνουν πέντε χρόνια στο πρωτάθλημα, δεν ήταν αμελητέα εκείνη την περίοδο.

Μετά από ένα «αγροτικό» στο κινεζικό πρωτάθλημα με τους Σανγκάι Σαρκς το 2017 ήλθε η ώρα της Βοστώνης. Εκεί γεννήθηκε και το παρατσούκλι που θα τον ακολουθούσε: «The Dancing Bear». Η «Αρκούδα που Χορεύει». Ένα όνομα που περιέγραφε την παράξενη αντίθεση πάνω του. Ένα τεράστιο σώμα που κινούνταν με χάρη, ένας δυνατός παίκτης που μπορούσε να βάλει τη μπάλα κάτω και να κινηθεί σαν περιφερειακός. Οι προπονητές του είχαν να λένε για τη συνέπειά του στην προπόνηση και τη διάθεσή του να βελτιώσει και άλλα στοιχεία στο παιχνίδι του, κυρίως το μακρινό σουτ.

Ο Γιαμπουσέλε δεν κατάφερε ποτέ να βρει σταθερό ρόλο στους Σέλτικς. Στις δύο σεζόν  του έπαιξε συνολικά 74 ματς, αλλά με μικρό ρόλο (μ.ο. 6,5 λεπτά και 2,3 πόντους). Οι Κέλτες ήταν ειλικρινείς μαζί του: Καλός ήταν, αλλά όχι τόσο για το ΝΒΑ. Μια γροθιά στην αυτοπεποίθησή του και… νοκ-ντάουν.

Για πολλούς παίκτες, μια τέτοια εξέλιξη σημαίνει ότι η μεγάλη ευκαιρία χάθηκε. Για τον Γιαμπουσέλε ήταν απλώς ένα ακόμη χτύπημα στον αγώνα. Και όπως έμαθε από την πυγμαχία, το σημαντικό δεν είναι να μη πέσεις αλλά να σηκωθείς.

Ακολούθησε μια περίοδος αναζήτησης. Πέρασε από την Κίνα, όπου με τη φανέλα των Ναντζίνγκ Κινγκς απέκτησε ξανά αυτοπεποίθηση και ελευθερία στο παιχνίδι του. Εκεί, κατά δήλωσή του, έμαθε να απολαμβάνει το παιχνίδι. Το επόμενο βήμα ήταν η Euroleague και η Βιλερμπάν, όπου τη σεζόν 2020-21 είχε 11,0 πόντους μέσο όρο και 38,4% στο τρίποντο, ένα στοιχείο που τον αναβάθμισε πολύ. Με την εθνική Γαλλίας κατέκτησε το αργυρό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο.

Το υψηλό συμβόλαιο με τη Ρεάλ Μαδρίτης το υπέγραψε το 2021. Εκεί συνέβη η πραγματική μεταμόρφωση. Ο παίκτης που κάποτε θεωρήθηκε αποτυχημένη επιλογή στο NBA έγινε ένας από τους πιο σημαντικούς φόργουορντ της Ευρωλίγκας. Με τη Ρεάλ κατέκτησε τίτλους, κέρδισε την Ευρωλίγκα το 2023 και απέδειξε ότι το επίπεδό του δεν ήταν για ρολίστας, ούτε καν για ρολίστας πολυτελείας, αλλά για πρωταγωνιστής. Η σεζόν 2023-24 ήταν εντυπωσιακή, με 46,1% τρίποντο και 4,9 ριμπάουντ πέρα από τους 10,5 πόντους μέσο όρο.

Η μεγαλύτερη στιγμή της δεύτερης καριέρας του ήρθε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού το 2024. Στον ημιτελικό και την πορεία της Γαλλίας προς το ασημένιο μετάλλιο, ο Γιαμπουσέλε έγινε παγκόσμιο θέμα όταν κάρφωσε εντυπωσιακά πάνω στον ΛεΜπρόν Τζέιμς. Ήταν μια φάση που συμβόλιζε ολόκληρη την ιστορία του: ο παίκτης που κάποτε έφυγε από το NBA επέστρεφε για να αφήσει το σημάδι του απέναντι στους μεγαλύτερους.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, η πόρτα του NBA άνοιξε ξανά. Οι Σίξερς του έδωσαν μια δεύτερη ευκαιρία, αυτή τη φορά σε διαφορετική ηλικία και με διαφορετική νοοτροπία. Τότε είχε πει ότι ήθελε να μείνει για χρόνια στις ΗΠΑ, να συμπληρώσει τουλάχιστον την πενταετία. Στη Φιλαδέλφια απόλαυσε χρόνους βασικού (27,1 λεπτά, ξεκίνησε πεντάδα σε 43 ματς, είχε διψήφιο αριθμό πόντων 11,0, 5,6% ριμπάουντ, 2,1 ασίστ και 38% τρίποντο) και επιβεβαιώθηκε.

Αυτό που δεν περίμενε είναι ότι οι Σίξερς δεν θα τον στήριζαν για δεύτερη χρονιά. Βρήκε μεν νέο συμβόλαιο με τους Νικς, αλλά ο ρόλος του ήταν περιορισμένος, οπότε τον Φεβρουάριο ανταλλάχθηκε με τον Ντέιλεν Τέρι και κατέληξε στους Μπουλς. Εκεί λογιζόταν βασικός (10,0 πόντοι, 5,7 ριμπάουντ και 38,3% τρίποντο σε 24,7 λεπτά), γι’ αυτό μετράει περισσότερο το ότι επιστρέφει στην Ευρώπη, ενώ θα μπορούσε να βρει συμβόλαιο στις ΗΠΑ.

Γκέρσον Γιαμπουσέλε: Ο χαμογελαστός πυγμάχος βρήκε κίνητρο (vids)