Στάθηκε μπροστά στην κάμερα με βλέμμα αδειανό και το κεφάλι χαμηλωμένο σαν να έπρεπε να απολογηθεί ενώπιων του δικαστηρίου για κάποιο ποινικό αδίκημα.
Είναι σίγουρο, όμως, ότι μέσα του η καρδιά του πετάριζε, κάποια κάμερα τον έπιασε να σφίγγει τις γροθιές του γεμάτος καμάρι και να πετάγονται όλες οι φλέβες, μετά την τελευταία κόρνα της γραμματείας.
Είναι σίγουρο ότι αν βρισκόταν σε κάποιο κλειστό δωμάτιο μόνος ή με τους παίκτες του, θα ούρλιαζε, θα έριχνε κάποια από τις αμίμητες σόκιν ατάκες που συνοδεύουν τέτοιες νίκες, ειδικά μια τέτοια που στέλνει την Ελλάδα στην τετράδα της Ευρώπης μετά από 16 άγονα και σκληρά χρόνια.
Όμως, δεν είναι αυτός ο ρόλος του. Δεν είναι πια αθλητής, ο ρόλος του είναι να κρατάει τους πάντες γειωμένους στο έδαφος και προσηλωμένους στην ίδια σελίδα του βιβλίου.
Οι απαντήσεις του ήταν κοφτές, ζήτημα κάθε πρόταση να είχε πάνω από 5-6 λέξεις: «Κάναμε μία νίκη και περάσαμε στα ημιτελικά. Έχουμε ακόμα έναν αγώνα μπροστά μας, θα ετοιμαστούμε για να είμαστε έτοιμοι.
Είναι μία νίκη που μας πάει στα ημιτελικά μετά από πολλά χρόνια. Λέει πολλά αλλά για εμένα και τίποτα, γιατί έχουμε ακόμα σημαντικά ματς μπροστά μας».
Ούτε σάλτσες, ούτε χαμόγελα, ούτε αχρείαστοι έπαινοι, ούτε μεγάλα λόγια, ούτε μετάλλια, ούτε τίποτα. Ουσία. Μόνο ουσία.
Αν υπάρχει κάτι που μετέτρεψε τον εκ Λαρίσης ορμώμενο Βασίλη Σπανούλη, να μετονομαστεί και να γίνει παγκοσμίως γνωστός ως «Kill Bill» είναι αυτή η κυνική του οπτική προς το μπάσκετ. Αυτή η κρύα ματιά του προς την επιτυχία.
Αυτό ήταν το μυστικό του, αυτό ήταν το καύσιμο που έκανε και κάνει την μηχανή του να λειτουργεί κάθε μέρα. Η παγιωμένη αντίληψη πως δεν υπάρχει καμία νίκη που μπορεί να δημιουργήσει κορεσμό σε αυτή την αχόρταγη πείνα για επιτυχία.
Οτιδήποτε έγινε, ανήκει στο παρελθόν, σημασία έχει μόνο αυτό που θα έρθει. Το επόμενο. Το αύριο. Το ακόμα μεγαλύτερο.
Λίγο μετά το τέλος του προημιτελικού με την Λιθουανία, ο Γιάννης σαν πατρική φιγούρα μάζεψε την ομάδα για να τους πει δύο… φωνήεντα.
Το ατάραχο βλέμμα του, το αυστηρό ύφος του δεν επέτρεπε γελάκια και χαρούλες στην ομήγυρη, αλλά σοβαρότητα μπροστά στο μεγαλείο της στιγμής: «Μάγκες, δεν έχουμε πετύχει τίποτα ακόμα. Μας μένει μία ακόμα νίκη».
Όχι, δεν εννοούσε πως στο μυαλό του δεν είναι το χρυσό. Για ένα παιδί που ξεκίνησε από τα Σεπόλια και κατέκτησε όλο τον κόσμο, τίποτα λιγότερο από την κορυφή δεν είναι αποδεκτό, μέσα του.
Απλώς, ήθελε να σιγουρευτεί πως όλοι γύρω του είναι το ίδιο συγκεντρωμένοι στον κοινό στόχο, όπως εκείνος. Διότι ξέρει καλά, πόσο εύκολα μπορεί μια νίκη να σου πάρει το μυαλό, να σε αποπροσανατολίσει, να σε κάνει μαλθακό, τρωτό, αλαζόνα.
Ο Γιάννης δεν έχει μιλήσει δημόσια σε όλο το τουρνουά, δεν έχουμε ακούσει την φωνή του. Δεν χρειάζεται, όμως. Μιλάει εκεί και όπως πρέπει. Όσο πρέπει. Βασικά, ηγείται διά του παραδείγματος.
Όταν με ένα μπάσιμο-τσάμικο, αυτά που οι μπασκετικοί λένε eurostep, κάρφωσε με δύναμη με το αριστερό μες την μούρη ενός δύσμοιρου Λιθουανού, το τεράστιο κορμί του έσκασε με κρότο στο παρκέ.
Οποιοσδήποτε άλλος, πιθανότατα θα έφευγε άμεσα για το ιατρείο χωρίς να μπορέσει να πατήσει το πόδι του. Αυτό το θηρίο χρειάστηκε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο για να σηκωθεί θυμωμένος από το παρκέ και να ρίξει ένα οργισμένο βλέμμα μπροστά στην κάμερα.
Ήταν η στιγμή που όλοι κατάλαβαν, ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να φύγει αυτό το βράδυ ηττημένος από το γήπεδο.
Οι Λιθουανοί ήταν χαμένοι από χέρι.
Ο Γιάννης βούτηξε κι άλλες φορές στο παρκέ σαν χαμάλης, έφαγε και μία ακόμα μία γερή στο πρόσωπο από το βαρύ χέρι του Βαλαντσιούνας, αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν τον έβγαλε από τον στόχο του.
Τίποτα δεν ανέβασε τους παλμούς του, τίποτα δεν τον επηρέασε νοητικά και σωματικά.
Ο Γιάννης χωρίς να λέει τίποτα με το στόμα του, λέει τα πάντα με το σώμα του. Κι αυτό περνάει σε όλη την ομάδα.
Κι όσο η Εθνική έχει ανθρώπους στον οργανισμό της όπως ο Σπανούλης και ο Αντετοκούμπο, που ξέρουν να διαχειρίζονται όσο ελάχιστοι την μεθυστική επίδραση της νίκης, τότε είναι σίγουρη ότι οι επιδράσεις του hang-over θα μείνουν μακριά από αυτή είτε έρθει το χρυσό είτε η τέταρτη θέση.
Λίγο αργότερα στην μικτή ζώνη, ο πολύπειρος και σώφρων Κώστας Παπανικολάου είπε μία πανθομολογούμενη αλήθεια, παίρνοντας παράδειγμα από την πρόσφατη ήττα της Εθνικής ποδοσφαίρου από την Δανία. Δεν γίνεται στην νίκη να είσαι Θεός και μία μέρα αργότερα άχρηστος. Έχει απόλυτο δίκιο.
Μόνο που το δείγμα πάνω στο οποίο ο αρχηγός στήριξε τον συλλογισμό του δεν είναι καν ενδεικτικό της πραγματικής εικόνας. Τα social media δεν είναι ο πραγματικός κόσμος, ούτε καν μικρόκοσμος. Είναι ένα περιβάλλον παραπλανητικό, γεμάτο fake περσόνες και ικέτες για like, followers και προσοχή.
To σκηνοθετημένο hate speech είναι ο πιο σύντομος δρόμος για να κεντρίσεις το ενδιαφέρον, να αντλήσεις σχόλια, αντιδράσεις, flow. Είναι μόδα. Είναι τεχνική αλίευσης χρημάτων.
Μόνο που δεν είναι η κυρίαρχη τάση. Η αληθινή εικόνα βρίσκεται στα γήπεδα, στις εξέδρες, στην καθημερινή επαφή με τον πραγματικό κόσμο, στην βόλτα, στον καφέ, στην βραδινή έξοδο, στην παραλία, στην χαιρετούρα στον δρόμο.
Στα social media η κυρίαρχη τάση είναι η θεωρία του άδειου τενεκέ. Όσο πιο κενή είναι η σκέψη, τόσο πιο ενοχλητικό θόρυβο θα κάνει, όπως ένας άδειος τενεκές.
Δεν μπορείς να σιγήσεις τέτοιες απόψεις, ούτε συμβαίνει κάπου αλλού. Υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν.
Η μόνη λύση είναι να τις απομονώσεις. Να αποδεχθείς ότι αποτελούν την ηχηρή μεν, μειοψηφία δε και να δίνεις όση σημασία της πρέπει: δηλαδή καμία.