Οι περίπου 300 φασαριόζοι τύποι, οι βρίσκονταν στοιβαγμένοι στο πάνω διάζωμα της διασημότερης υπόγας της Euroleague, είχαν πλημμυρίζει με βαλκανικό ηχόχρωμα την ατμόσφαιρα.
Η λαμπερή μπουρζουαζία του Πριγκιπάτου βρισκόταν καθ’ οδόν για τα φτωχικά τους καλύβια, όμως οι αχόρταγοι Παρτιζάνοι ήθελαν κι άλλο.
Είχαν ήδη φτάσει στην έκσταση, όμως ήθελαν κι άλλο, δεν είχαν χορτάσει. Ήθελαν το encore, που προσφέρει σε κάθε συναυλία, κάθε μπάντα που σέβεται τον εαυτό της.
Αυτή τη φορά σχεδόν όλοι οι «καλλιτέχνες» βγήκαν γυμνοί στην σκηνή κι αμέσως ξεκίνησε μία ιεροτελεστά που αποτελεί σήμα - κατατεθέν του ασπρόμαυρου μπασκετικού οικοσυστήματος της Παρτιζάν.
Ένας ιδιότυπος διάλογος με την εξέδρα. Ένα σύνθημα με ξεχωριστή σημειολογία και σημασιολογία, που κάνει ένα, κόσμο και παίκτες. Μία τελετή μύησης για τους καινούργιους και μέθεξης για τους παλιούς.
Η εξέδρα φωνάζει και οι παίκτες επαναλαμβάνουν.
Volim ga
ko oka dva.
Μolim se
svaki dan za njega.
Slavni klub…
Svima znan…
BEOGRADSKI PARTIZAN
«Την αγαπώ, όπως τα δυο μου μάτια. Προσεύχομαι κάθε μέρα για αυτήν. Για αυτήν την ξακουστή ομάδα, που είναι γνωστή σε όλους. Την Παρτιζάν από το Βελιγράδι!»
Υπέροχο!
Ο επίσημος λογαριασμός της Παρτιζάν στα social media ανέβασε σχεδόν αστραπιαία το βίντεο με τα επινίκια για την πρώτη πρόκριση στα πλέι-οφ της Euroleague μετά από 13 χρόνια, μα η εικόνα είχε να αποκαλύψει κι άλλα μυστικά.
Αυτοί που δίνουν τον τόνο, δεν είναι οι ντόπιοι της ομάδας, μα οι ξένοι. Ο Λε Ντέι, ο Λεσόρ, ο Έξουμ, ο Πάντερ φωνάζουν το σύνθημα με όλο τους το είναι, με άψογα σερβικά λες και γεννήθηκαν στο Βελιγράδι! Μία χούφτα λεγεωνάριοι που σε όλη τους την καριέρα βρίσκονται με μια βαλίτσα στο χέρι, αίφνης έμοιαζαν με… γκρόμπαρι από μικρά παιδιά! Αλήθεια, Ζοτς πως το κάνεις;
Την ημέρα που υπέγραψε στην ομάδα με την οποία είναι αθεράπευτα ερωτευμένος, η ερμηνεία ήταν εύκολη: Η αγάπη εμπόδια δεν κοιτά. Ήταν μία αυτοεκπληρούμενη προφητεία, η επιστροφή στην δική του Ιθάκη.
Πως γίνεται όμως να μεταδώσεις την δική σου καψούρα στους γύρω σου; Πως γίνεται να ανάψεις την σπίθα και να την κάνεις φλόγα; Πως γίνεται να πάρεις έναν λευκό καμβά και να τον μετατρέψεις σε ένα έργο τέχνης;
Η αληθινή μαεστρία του Ζοτς δεν είναι οι αμέτρητοι τίτλοι του.
Δεν είναι ο τρόπος που στρατολόγησε ένα τσούρμο ανεπιθύμητους, βαλτωμένους, average παίκτες και τους έκανε με τον καιρό μία πολεμική μηχανή.
Δεν είναι ότι στα 63 του άλλαξε δέρμα και ως άλλος προπονητικός χαμαιλέοντας, χωρίς δογματισμό και με μοναδική προσαρμοστικότητα στην εξέλιξη του αθλήματος, εμφάνισε μία ομάδα που είχε την πιο παραγωγική επίθεση της Euroleague (Μ.Ο. 84,6 πόντοι), με instant offense στα 5 δευτερόλεπτα, συχνά χωρίς δεύτερη πάσα.
Δεν είναι το γεγονός ότι ξεκίνησε φέτος με 4-9 και έκτοτε πήρε τα 15 από τα επόμενα 20 παιχνίδια, παίζοντας συναρπαστικό μπάσκετ.
Δεν είναι το γεγονός ότι σε κάθε εντός έδρας παιχνίδι πάνω από 20.000 λαός συρρέει για να αποτελέσει μέρος της ιστορίας, που γράφεται μπροστά στα μάτια του.
Δεν είναι ότι έχει καταφέρει να συσπειρώσει μία ολόκληρη χώρα στο πλευρό του, κάνοντας διάσημες προσωπικότητες της χώρας όπως ο Νόβακ Τζόκοβιτς και ο Ζέλικο Ρέμπρατσα να προδώσουν για λίγο τα οπαδικά τους πιστεύω.
Δεν είναι ότι απέδειξε στους αμφισβητίες ότι μπορεί να καθοδηγήσει μία ρούκι ομάδα, χωρίς πανάκριβους και λαμπερούς σταρ και να την πάει all the way.
Δεν είναι ότι κόντρα σε όλους και σε όλα επέλεξε ως αρχηγό τον Κέβιν Πάντερ, κάτι που προκάλεσε τρομερές αντιδράσεις και αναταράξεις στο πιο φανατικό κομμάτι της εξέδρας, που δεν μπορούσαν να διανοηθούν πως ένας ξένος μπορεί να πάρει τον ιερό αυτό ρόλο.
Είναι κάτι παραπάνω από όλα αυτά. Είναι ο τρόπος. Η διαδικασία. Η διαδρομή.
Είναι αυτή η ξεχωριστή του ικανότητα να δημιουργεί την αίσθηση του «ανήκειν» σε όλους όσους βρίσκονται γύρω του. Η ασύγκριτη τέχνη του να δημιουργεί έναν ιερό φανατισμό, ένα ιερό καθήκον, την αίσθηση μίας αποστολής, σε κάθε παιχνίδι, σε κάθε φάση, σε κάθε προπόνηση.
Ο Ζοτς είναι ένας σύγχρονος μπασκετικός αλχημιστής, ο οποίος παραλαμβάνει άμορφη μάζα και την μετατρέπει σε λαμπερό πολύτιμο μέταλλο.
Από όλα του τα αριστουργήματα, αυτό μπορεί να είναι και το κορυφαίο. Το δυσκολότερο. Το πιο περίτεχνο. Το πιο μαεστρικό.
Αλήθεια, ποιος θέλει πια να τον πετύχει στον διάβα του;