MENU

Υπάρχει μία ολόκληρη γενιά που δεν το έζησε. Δεν το πρόλαβε. Δεν το θυμάται. Μία ολόκληρη γενιά που το έχει ζήσει από το Youtube, από διηγήσεις, από αφιερώματα, μα δεν είναι και σίγουρη.

Πως μπορεί η Ελλάδα, αυτή η κουκκίδα στο χάρτη, να σήκωσε το Euro;

Συνέβη, στα αλήθεια ή μας κοροϊδεύουν;

Συνέβη, μα είναι κάτι που δεν μπορείς να το περιγράψεις, μηδέ να το εξηγήσεις. 

Το Euro 2004 είναι μία ροή πραγμάτων, που μπορούν να το κατανοήσουν σε βάθος μόνο όσοι το έζησαν.

Όσο εξωπραγματικό κι αν ακούγεται σήμερα, από ένα σημείο και μετά όλοι ήξεραν / ξέραμε ότι στο τέλος θα το σηκώσουμε… no matter what.

Μία ανεξήγητη, μεταφυσική σιγουριά στα όρια της ύβρης!

Όλοι μα όλοι ήταν πεπεισμένοι, δεν θυμάμαι ούτε έναν αγχωμένο την ημέρα του τελικού με την Πορτογαλία. 

Όλοι ήξεραν τι θα γίνει -απλώς δεν ήξεραν το πως!

Εδώ και 20 χρόνια υπήρχε ένα κενό, δεν υπήρξε τίποτα τόσο μεγάλο που μέσω της σύγκρισης να δώσει μία περιγραφή για το… τότε.

Και ήρθε το «Γουέμπλεϊ», ως ένα ποδοσφαιρικό δώρο, για να μάθουν και οι επόμενες γενιές εκείνο το ανεξήγητο συναίσθημα.

Αυτή την παράλογη βεβαιότητα ότι στο τέλος… όλα θα πάνε καλά.

Η πιο… Euro 2004 στο Γουέμπλεϊ δεν ήταν κάποιο από τα γκολ του Βαγγέλη Παυλίδη, ούτε το buzzer beater στις καθυστερήσεις, όχι. 

Η στιγμή που παγιώθηκε η πεποίθηση ότι «εδώ, απόψε θα πάρουμε αποτέλεσμα» ήταν κάπου στα μέσα του πρώτου μέρους, όταν ο Μπέλιγχαμ με μία μαγική προσποίηση ξάπλωσε τον Μαυροπάνο και σέρβιρε το απόλυτο πάρε - βάλε.

Ο Κόουλ Πάλμερ κάτι τέτοια τα βάζει φέτος με κλειστά μάτια. Η μπάλα του ήρθε στρωμένη στο καλό του, το αριστερό. Καμία πίεση, κανένα μπλοκ, πιο κοντά κι από το σημείο του πέναλτι, όλη η εστία πιάτο. 

Κι όμως, μία μαγική δύναμη έστειλε την μπάλα στα… πουλιά του Λονδίνου!

Το τι ακολούθησε μετά είναι γνωστό…

Τότε, στο Euro 2004, το είχαμε βαφτίσει ως «αόρατο μαγνητικό πλέγμα» μπροστά από την εστία του Νικοπολίδη. 

Όχι, με εξαίρεση τον ημιτελικό με την Τσεχία, δεν δεχθήκαμε τόσες καθαρές ευκαιρίες, κανείς δεν μας σφυροκόπησε, κανείς δεν μας έβαλε μες την εστία.

Όσες φορές, όμως, βρέθηκε καθαρή ευκαιρία, κάποια χαραμάδα, θαρρεί κανείς πως μία μαγική δύναμη έκανε τους Ζιντάν, τους Ανρί, τους Ροζίτσκι, τους Φίγκο εκείνης της διοργάνωσης να χάνουν το φως τους, να μην μπορούν να κεντράρουν εστία.

Θαρρεί κανείς πως κάτι ανάλογο ότι συμβαίνει και τώρα. 

Πριν καν ιδρώσει ο οποιοσδήποτε στο γήπεδο, μία σπόντα έβγαλε στους Ιρλανδούς καθαρό τετ-α-τετ. Κι όμως κι εκεί κάτι έγινε, λίγο σάστισε ο Φέργκιουσον, λίγο έβαλε το τζαρτζ με το γόνατο ο Ρότα, το αποτέλεσμα ήταν μία στραβοκλωτσιά, 0-0, συνεχίζουμε, όλα καλά.

Όχι, δεν είναι τύχη όλο αυτό. Δεν μπορεί να ερμηνεύσει κανείς το ποδόσφαιρο με μία τόσο ρηχή λέξη, όσο η τύχη. 

Είναι όμως μία συνισταμένη πραγμάτων, που πετραδάκι-πετραδάκι φτιάχνει ένα ψηφιδωτό, δημιουργεί μία αύρα. Μία αίσθηση. Μία πεποίθηση. Μία σιγουριά. Μία ροή πραγμάτων. Παίρνει το τίποτα και το κάνει… κάτι. Κι αυτό το κάτι, αίφνης γίνεται πανίσχυρο! Ανίκητο!

Επί σειρά ετών, η Εθνική δεν ήταν παρά… λίθοι, πλίνθοι και κέραμος ατάκτως ερριμμένα. Τώρα, το νιώθεις ότι όλα είναι στην σωστή τους θέση, στην σωστή τους σειρά.

Ρόλοι, πόστα, ιεραρχίες, ηλικίες, συμπεριφορές, όλα στην σωστή αναλογία. 

Ο αθλητισμός δεν φτιάχνει χαρακτήρες, τους αποκαλύπτει. Το ίδιο ισχύει και με τις ομάδες.

Τα σκληρά γεγονότα βγάζουν στην επιφάνεια τα δομικά συστατικά κάθε ομάδας.

Ο τρόπος που αντέδρασε το συγκεκριμένο γκρουπ στον αδόκητο χαμό του Τζορτζ Μπάλντοκ δείχνει από τι είναι φτιαγμένο.

Η ουσιαστική προσφορά αυτών των παιδιών στην δημόσια σφαίρα δεν είναι το διπλό στο Γουέμπλεϊ, ούτε η νίκη επί της Ιρλανδίας, ούτε η πρωτιά στον όμιλο, ούτε μία πιθανή πρόκριση σε Μουντιάλ, αυτά όλα είναι πολύ… μικρά.

Είναι η συστολή, η ενσυναίσθηση, η εγκράτεια, η αξιοπρέπεια, το μέτρο στην διαχείριση του πένθους (τους).

Σε μία ελληνική κοινωνία που έμαθε να αποθεώνει το τίποτα, ετούτοι εδώ έδωσαν κάτι.

Κάτι να ασχοληθείς. Κάτι να ακολουθήσεις. Κάτι να επιβραβεύσεις. Κάτι να ταυτιστείς.

Το sold out με την Ιρλανδία ήταν η ενστικτώδης αντίδραση μιας ποδοσφαιρικής κοινωνίας που έχει σιχαθεί την τοξικότητα, την δυσωδία, την αμετροέπεια, την ασυδοσία και θέλει από κάπου να πιαστεί.

Η διατήρηση αυτού του δεσμού, αυτής της λαχτάρας μέχρι την επόμενη φορά που θα παίξει ξανά η Εθνική είναι βαρύ φορτίο, πολύ βαρύτερο από μία άνοδο στην πρώτη κατηγορία του Nations League ή μία πρόκριση σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Είναι -πια- ένα κοινωνικό φορτίο, το πράγμα με δαύτους αρχίζει να ξεφεύγει από το στενά αθλητικό όριο…

Σε γνωρίζω από την όψη…