MENU

Είναι η διοργάνωσή του. Ό,τι κι αν κάνει, του πιάνει! Είναι παντού! Είναι μία απόλαυση με την μπάλα στα πόδια. Είναι τόσο καλός, που έχει επισκιάσει ακόμα και τον Λιονέλ Μέσι.

Είναι τόσο εντυπωσιακός που του πήρε κι ένα ρεκόρ που έμοιαζε πολύ δύσκολο να καταρριφθεί. Πριν καν παίξει στον τελικό, έχει προλάβει δώσει 6 ασίστ, θαρρεί κανείς ότι έχει πάρει μόνος του την Κολομβία για να την φτάσει ως το τέλος. Παίζει σαν να βρίσκεται σε μία αποστολή. Παίζει με μία ωριμότητα που δεν είχε ποτέ του.

Ποιος; Αυτός που έφυγε σχεδόν από την πίσω πόρτα από τον Ολυμπιακό, πέρσι τέτοια εποχή. Αυτός που αποχώρησε δίχως να κλάψει κανείς για αυτόν. Αυτός που συνδέθηκε με μία από τις πιο χαοτικές σεζόν στην ιστορία των ερυθρόλευκων. Αλήθεια, τι μπορεί να μας διδάξει η περίπτωση του Χάμες Ροντρίγκες;

Όσοι είχαν την τύχη να τον ανακαλύψουν από την εποχή της Μπάνφιλντ -ήταν δεν ήταν 17 ετών νιάνιαρο- έβαζαν το χέρι τους στην φωτιά. Αυτός θα γίνει ο διάδοχος του Κριστιάνο, το νέο αντίβαρο στον Λιονέλ Μέσι.

Δεν ήταν μόνο η αλεγρία στο αγωνιστικό στιλ, η απίστευτη τεχνική, η αίσθηση ανωτερότητας σε κάθε φάση ένας εναντίον ενός μα και μερικά άλλα, πιο μικρά:  το μαλλί που ήταν πάντα στην τρίχα, το χαμόγελο, το σταριλίκι, η αστερόσκονη.

Ο Χάμες ήταν προορισμένος να γίνει ο επόμενος μεγάλος του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, όμως εν αντιθέσει με τον Κριστιάνο Ρονάλντο, δεν μπόρεσε ποτέ να αντιληφθεί ότι το μυστικό να φτάσεις μακριά είναι οι θυσίες.

Ο Κολομβιανός δεν έβγαλε ποτέ του την ταμπέλα του play-boy. Ξέρει ότι είναι ωραίος, απολαμβάνει την ετικέτα του γόη, είναι μία σύγχρονη εκδοχή του νάρκισσου.

Ακόμα και η οικογενειακή του ζωή είναι ένα τεράστιο εγώ. Το δεύτερο παιδί του (το πρώτο είναι καρπός της σχέσης του με την αδερφή του Ντάνιελ Οσπίνα), είναι καρπός μιας παρένθετης μητέρας που εισέπραξε 40 εκατομμύρια πέσος για να του το… χαρίσει!

Ποτέ δεν έβαλε κάτι άλλο πάνω από τον εαυτό του κι αυτός είναι ο λόγος, που στα 33 του έχει αλλάξει ήδη 10 ομάδες. Από το 2018 πουθενά δεν κάθεται πάνω ένα χρόνο, κανείς δεν τον αντέχει για περισσότερο. 

Η Ρεάλ Μαδρίτης ήθελε χρόνια να απαλλαγεί από αυτόν. Η Μπάγερν Μονάχου ούτε που σκέφτηκε να εξασκήσει την οψιόν αγοράς. 

Η Έβερτον τον άφησε ελεύθερο μετά από ένα χρόνο, στο Κατάρ και την Αλ-Ραγιάν έκανε διακοπές για ένα χρόνο και στον Ολυμπιακό κάθισε ακριβώς οκτώ μήνες πριν λυθεί το συμβόλαιο του με κοινή συναίνεση. 

Ούτε και στην Βραζιλία παίζει καλά. Ήταν να φύγει από την Σάο Πάουλο, ο προπονητής της, Λουίς Σουμπελδία, γίνεται αυτές τις ημέρες αντικείμενο σκληρής κριτικής, για την αδυναμία του να εμπνεύσει τον Κολομβιανό σταρ. Μόνο που δεν είναι αυτός το πρόβλημα. Όπως δεν ήταν και κανένας προπονητής του.

Ο Χάμες είναι σαν κάποιον (ή κάποια) που μπορεί να σου χαρίσει μερικά φλογερά, αξέχαστα, μοναδικά βράδια, μα ο οποίος δεν κάνει για σπίτι. Είναι κάποιος που η καθημερινή συνύπαρξη μαζί του, τον κάνει να ξεθωριάζει, να απομυθοποιείται.

Από αυτόν θυμάσαι μόνο τα γεμάτα πάθος καλοκαίρια. Το μυθικό Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014, όπου έμοιαζε με τον καλύτερο παίκτη του κόσμου, κάνοντας Ρεάλ Μαδρίτης να ξετρελαθεί μαζί του. Το ηγετικό Copa America Centenario δύο χρόνια αργότερα. Το φετινό Copa America που μοιάζει με το δικό του Last Dance. 

Στιγμές, μα πουθενά διάρκεια.

Σαν τα πυροτεχνήματα που σε μαγεύουν, σε καθηλώνουν, αλλά χάνονται μετά από λίγο.

Ο Χάμες είναι η απάντηση σε ένα από τα πιο άκυρα διαχρονικά κλισέ που έχουν παγιωθεί στα μέρη μας: «Αυτός εδώ θα κάνει πλάκα στην Ελλάδα». Η ιστορία έχει αποδείξει ότι κανένα βιογραφικό δεν μπήκε στο γήπεδο για να κλοτσήσει μια μπάλα.

Όπως λένε και τα μικρά γράμματα στα τραπεζικά συμβόλαια, οι προηγούμενες αποδόσεις δεν εξασφαλίζουν τις μελλοντικές.

Παίκτες όπως ο Εσιέν, ο Μαρσέλο, ο Μπερμπάτοφ, ο Γκούντγιονσεν (για να τους πιάσουμε όλους τους Big-4), όχι μόνο δεν έκαναν πλάκα, αλλά ναρκοθέτησαν τις σεζόν των ομάδων τους, έκαναν εντέλει περισσότερο κακό, παρά καλό.

Ο Χάμες άφησε ως παρακαταθήκη από την θητεία του στην Ελλάδα την συμπεριφορά μιας ντίβας που δεν καταδέχεται να δει κανέναν. Άφησε πίσω το υφάκι του, το… τσιγαράκι του, τα νεύρα του, τα ατομικά του προγράμματα που σαν κύριο σκοπό είχαν την γράμμωση στο κορμί του και όχι την μπάλα και μόνο κάποια ψήγματα του μοναδικού ταλέντου του.

Περισσότερο από όλα όμως άφησε… γνώση. Το επιμύθιο πως στο ποδόσφαιρο καλύτερη προσθήκη σε μία ομάδα είναι ο πιο συμβατός παίκτης, όχι αυτός με το πιο βαρύ βιογραφικό - άσχετα αν ο κόσμος διψά όσο τίποτα για μεταγραφές αεροδρομίου.

Κανείς, μα κανείς παίκτης, δεν μπορεί να κάνει πλάκα ούτε στην Ελλάδα, ούτε πουθενά, αν δεν φροντίζει να ανανεώνει το λαδάκι στο ποδοσφαιρικό καντήλι του…

Αυτός, θα κάνει πλάκα στην Ελλάδα…