MENU

- «Νυστάζεις»; 

- «Πολύ… Φίλε, κλείσαμε 26 ώρες άυπνοι. Είναι κι αυτή η σειρήνα του περιπολικού από πίσω. Μας πηγαίνει καρότσι από τότε που μπήκαμε στην Γερμανία».

- «Υπομονή, το μπιμπλίκι λέει ότι φτάνουμε σε δύο ώρες. Δεν θα έχει ξημερώσει ακόμα».

- «Οι άλλοι»; 

- «Κοιμούνται πίσω. Ο Μάκης δουλεύει αύριο άσ’ τον να ξεκουραστεί. Κι αυτό το περιπολικό γιατί δεν μας περνάει επιτέλους; Κόψε λίγο μπας και..»

- «Ωχ! Άναψε τον φάρο. Έρχεται κι άλλο! Μπλόκο! Εμάς σταματάνε»!

- «Τώρα τι κάνουμε; Δεν ξέρω γερμανικά! Δεν θέλω να πάω φυλακή»!

- «Ούτε εγώ»!

- «Δίπλωμα έχεις»; 

- «Όχι»!

- «Ξύπνα τους πίσω. Μόνο ο Μάκης ξέρει γερμανικά»!

Το θερμόμετρο έδειχνε πολλούς βαθμούς κάτω από το μηδέν. Ο αέρας ξύριζε τα σωθικά. Γύρω, παντού σκοτάδι, σκέτη πίσσα στην μέση του πουθενά, σε ένα τυχαίο πάρκινγκ μιας άουτομπαν που οδηγούσε στον δρόμο της επιστροφής προς το Μόναχο.

- «Εσείς είστε»;

- «Ναι»!

- «Και τι κουβαλάτε»;

- «Τίποτα, μόνο κάτι κασκόλ. Και μία μισοφαγωμένη πίτσα».

Η αυστηρή φωνή ενός μαυροφορεμένου ένστολου δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο για κάποια άλλη κουβέντα: «Τα χέρια όλοι πάνω στο καπό»!

Η φωνή ίσα που έβγαινε. Λίγο η τρομάρα, λίγο το ψύχος, λίγο το γρατσουνισμένο λαρύγγι από το «Φρίουλι». 

Γιατί μας σταμάτησαν; Τι ψάχνουν; Τρέχαμε; Κάναμε τίποτα στο γήπεδο και δεν το θυμόμαστε; 

Μας έψαξαν παντού. Από τους φρονιμίτες, μέχρι την χοληδόχο κύστη. Από το ντουλαπάκι του συνοδηγού, μέχρι τα πριτσίνια. Κι όταν δεν βρήκαν αυτό που έψαχναν, άρχισαν τον χαβά: «Έλληνες; Και τι δουλειά έχετε εδώ ξημερώματα; Από που έρχεστε; Που πάτε»; 

- «ΠΑΟΚάρα μου για σένα  έχω τρελαθεί. Δεν με νοιάζει ούτε η χρεοκοπία. Στα π@π@κια μου η Μέρκελ και ο Σαρκοζί», ψέλλισε δειλά κάποιος από την παρέα… 

- «Τι είπες για την Μέρκελ, Έλληνα»; 

- «Τίποτα, τίποτα. Πως είναι εξαιρετική καγκελάριος».

Πώς να τους εξηγήσεις ότι ένας τύπος από την Αθήνα, ένας άλλος από την Θεσσαλονίκη κι ένας άλλος που σήμερα διαπρέπει στις ΗΠΑ, έδωσαν ραντεβού στο Μόναχο για να κατέβουν με αυτοκίνητο στο Ούντινε και «καπάκι» πάλι πίσω το ίδιο βράδυ για να… δούνε ένα ματς;

Πως να τους εξηγήσεις πως οι Έλληνες που ετοιμάζονται για χρεοκοπία, οι Έλληνες που απειλούν να επιστρέψουν στην δραχμή, αγνόησαν τα χιόνια και τρώνε τις τελευταίες τους οικονομίες για να δουν την ομάδα τους στην Ιταλία; 

- «Πάμε να φύγουμε. Αν τους εξηγήσουμε, στα αλήθεια, τι μας έφερε εδώ, μπορεί να μας κλείσουν στα αλήθεια μέσα».

Πως να τους δώσεις να καταλάβουν; Πώς μπορεί να εξηγήσεις στους εύπορους μεσοαστούς του Ούντινε, εκεί δίπλα στα σύνορα με την Σλοβενία, πως μερικές χιλιάδες «κουρελήδες» βγάζουν την γλώσσα στην επικείμενη χρεοκοπία της χώρας τους και κάνουν ειρηνική κατάληψη της πόλης τους για δουν κάποιον… ΠΑΟΚ;

Δεν μπορείς! Διότι δεν πρόκειται να καταλάβουν…

Ήμασταν περισσότεροι. Τι περισσότεροι; Διπλάσιοι! Μπορεί και τριπλάσιοι. Δεν είχε πια νόημα να μπεις σε λεκτικό διαξιφισμό με τους απέναντι. Κάποια στιγμή το παράτησαν και οι ίδιοι οι Ιταλοί. Άφησαν κάτω κάποιες σημαίες που ανέμιζαν στο απέναντι πέταλο και έπιασαν τα κινητά. Τότε, είχαν βγει τα πρώτα με ενσωματωμένη κάμερα. 

Τα ακριβά διαρκείας στο κέντρο, οι γούνες, άρχισαν να χειροκροτούν. Δεν είχαν δει ποτέ κάτι τέτοιο. Εντάξει είχαν έρθει κατά καιρούς τιφόζι από το κοντινό Μιλάνο, από το Τορίνο, από την Νάπολη, αλλά τόσοι πολλοί; Ποτέ…

«Ακουγόμαστε από την τηλεόραση;», ήταν το SMS που έφυγε στο ημίχρονο. Ήταν το μόνο που μας ένοιαζε. 

Βασικά, δεν ακουγόταν τίποτα άλλο. Εξάλλου, το ματς ήταν πιο… κρύο κι από το τσουχτερό κρύο εκείνης της νύχτας. 

Ο ΠΑΟΚ δεν πρέπει να ακούμπησε μπάλα. Φάση δεν έκανε σίγουρα. «Αχ», δεν ακούστηκε ποτέ. Γκολ δεν μπήκε όλο το βράδυ.

Έβλεπες την απορία σε κάθε βλέμμα γύρω σου: «Τι μπορεί να κάνει αυτούς τους 10.000 τρελούς, τόσο χαρούμενους για 90 λεπτά; Τι είναι αυτό που τους δίνει κουράγιο να μην σταματάνε ούτε λεπτό μέσα στο ψύχος;

Τι είναι αυτό που τους έφερε εδώ, από κάθε σημείο της Ευρώπης, για να δουν την ομάδα τους να παίζει το… τίποτα. Για ποιο λόγο χιλιόμετρα κάνουνε πάλι για την καψούρα τους την πιο μεγάλη»; 

Η απάντηση δόθηκε εκείνο το βράδυ από το ανατρεπτικό σύνθημα στην ιστορία των συνθημάτων που βγήκε μέσα στα πούλμαν, στις ατελείωτες ώρες του ταξιδιού.

Ένα σύνθημα, απόσταγμα λαϊκής σοφίας, με αιχμηρούς, σαρκαστικούς, στωικούς στίχους, που ακροβατεί ανάμεσα στην λογική και την τρέλα. Ένα σύνθημα με λυρική, αλλά και λούμπεν διάθεση.

Ένα σύνθημα που γροθιά στο σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα, στην οικονομική αφαίμαξη από την ληστρική πολιτική της ισχυρής Δύσης, ένα σύμβολο αντίστασης, άρνησης υποταγής, ανακατεμένο με καυστικό χιούμορ, αυτοσαρκασμό και αγνό στ@ρχιδισμό.

ΠΑΟΚάρα μου για σένα έχω τρελαθεί, δεν με νοιάζει ούτε η χρεοκοπία. 

Στα π@π@ακια μου η Μέρκελ και ο Σαρκοζί εγώ ήρθα να σε δω στην Ιταλία 

Κι όταν πτωχεύσουμε σε λίγα χρόνια κι όταν πληρώνουμε ξανά με τις δραχμές…

Θα ταξιδεύουμε μέσα στα χιόνια όσο υπάρχεις θα υπάρχουν εκδρομές...

Ήταν σαν σήμερα, πριν από 12 χρόνια. Στις 16 Φεβρουαρίου του 2012…

- «Μάκη, ξύπνα. Φάγαμε κλήση έξω από το σπίτι σου για παράνομο παρκάρισμα»

- «Να δεις που αυτοί οι μπινέδες μας ακολούθησαν από την αουτμπάν, μέχρι το σπίτι και μας έγραψαν. Δεν έπρεπε να πεις για την Μέρκελ»…

Κι όταν πτωχεύσουμε σε λίγα χρόνια, κι όταν πληρώνουμε ξανά με τις δραχμές!