MENU

Φαντάσου έναν νεαρό παντρεμένο άντρα, χωρίς το παραμικρό ιατρικό ιστορικό, ο οποίος έχει όλη την ζωή όλη μπροστά του. Κάποιον που θεωρείται ο κορυφαίος θεωρητικός της νέας γενιάς, κάποιον ο δρόμος του οποίου είναι ορθάνοιχτος για να αφήσει το δικό του αποτύπωμα στο μονοπάτι που θα επιλέξει.

Κάποιον που το μόνο που δεν περιμένει είναι αυτό το τηλεφώνημα, που σου κόβει τα πόδια, την ανάσα, αυτό το τηλεφώνημα που σου παγώνει το αίμα και σου μουδιάζει την ψυχή.

Οι φυσιολογικές τιμές σακχάρου στο αίμα ενός ανθρώπου είναι από  72 έως 99mg/dL, τα 500 θεωρούνται ως τιμή έκτακτης ανάγκης. Η 12χρονη κόρη του εισήχθη στα επείγοντα του νοσοκομείου με 1640 mg/dL, η ζωή της κρέμονταν από μία κλωστή. Όλο το ιατρικό προσωπικό έπεσε πάνω της, η γερή κράση της μικρής βοήθησε. 

Το μυαλό όλων πήγε στον μικρότερο αδερφό της; Κι αυτός δεν έμοιαζε να είναι καλά. Οι εξετάσεις αίματος ήταν το ίδιο σοκαριστικές. Μέσα σε ένα βράδυ ο Κάρλος Καρβαλιάλ βρέθηκε με δύο παιδιά στην μονάδα εντατικής θεραπείας, χωρίς να ξέρει αν θα τα καταφέρουν.

Από εκείνη την στιγμή δεν ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος. Παντρεύτηκε για πάντα ένα μόνιμο πρόβλημα υγείας (σακχαρώδης διαβήτης) των παιδιών του, που είναι όμως πλέον διαχειρίσιμο. Κυρίως όμως, έμαθε να σχετικοποιεί τα πάντα, να βάζει τα πάντα στην σωστή τους διάσταση.

Υπάρχουν προβλήματα και ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ. Αφού άντεξε εκείνο το βράδυ, κατάλαβε ότι μπορεί να αντέξει τα πάντα μέσα στο ποδόσφαιρο. Τι είναι μία ήττα, μία κακή εμφάνιση, οι σκληρές κριτικές, οι αποδοκιμασίες, οι απολύσεις, οι αποτυχίες μπροστά στην εικόνα δυο παιδιών στην εντατική; 

Για αυτά τα δύο παιδιά είπε όχι στην καλύτερη πρόταση που του έγινε ποτέ, αυτή της Φλαμένγκο. Δεν μπορούσε να πάει. Δεν γινόταν να πάει χωρίς αυτά. Για αυτά τα δύο παιδιά έφυγε από δύο υπέροχες δουλειές. Μία από την Μπράγκα, την ομάδα της καρδιάς του, κι άλλα μία από την Σέφιλντ Γουένσντεϊ, την οποία ανέστησε από εκεί που δεν είχε σφυγμό.

Κατά την διάρκεια της πανδημίας του Covid-19, συνειδητά αποφάσισε να ξεσπιτωθεί, με δύο άτομα υψηλού κινδύνου στο κοντινό περιβάλλον δεν μπορούσε να ρισκάρει το παραμικρό. Επέλεξε την συνειδητή καραντίνα σε άλλο σπίτι, έκανε τα ψώνια της οικογένειας και τα άφηνε στην αυλή, μιλώντας σε απόσταση ασφαλείας μαζί τους, με μάσκα στο στόμα και εκείνο το πλέξι-γκλας που απέκλειε το ενδεχόμενο να μεταφερθούν σταγονίδια από το στόμα του.

Παύση. Γρήγορο rewind στην παιδική του ηλικία. Ο πατέρας του έλειπε συνεχώς από το σπίτι, ήταν πωλητής μελανιών, έπρεπε να ταξιδεύει συνεχώς για να μπορεί να εξασφαλίζει το μεροκάματο. Από πολύ μικρός ήταν ο άντρας του σπιτιού, αυτό το κενό που δημιουργήθηκε μέσα του, δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του να το δημιουργήσει και ο ίδιος.

Η μητέρα του ήταν μοδίστρα, έραβε ρούχα για τις πλούσιες κυρίες της Μπράγκα, από αυτές έμαθε για την σχολή Calouste Gulbenkian, που φρόντιζε για την πνευματική διαπαιδαγώγηση των μικρών παιδιών του. Ήταν ένα καλλιτεχνικό σχολείο που είχε μέσα ωδείο, μαθήματα κλασικής μουσικής, ζωγραφικής, μπαλέτο κι ένα μικρό γηπεδάκι ποδοσφαίρου. Έπρεπε να περπατάει καθημερινά πέντε χιλιόμετρα για να φτάσει εκεί. 

Ήταν το μοναδικό αγόρι της γειτονιάς του και από τα ελάχιστα αγόρια που φοιτούσε στο συγκεκριμένο σχολείο, μία τέτοια επιλογή αποτελεί αφορμή για σχόλια, γελάκια ακόμα και bullying -τα παιδιά είναι σκληρά όταν πρόκειται για εναλλακτικές δραστηριότητες. Ευτυχώς, ο Κάρλος ήταν καλός στην μπάλα. Κι έτσι, τα στόματα έμεναν ραμμένα.

Δεν είχε έφεση στις τέχνες, ούτε στην μουσική, μα η εμπειρία αυτή άρχισε να τον κάνει να βλέπει τον κόσμο με μία ολιστική ματιά. Εκεί έμαθε πως λειτουργεί μία ορχήστρα, τους όρους και τους κανόνες που την διέπουν. Τους ρόλους που απαιτούνται.

Πράγματα που τα κουβαλά ακόμα μαζί του ως προπονητής: «Σε μία ορχήστρα έχεις ένα πιάνο, ένα σαξόφωνο, έχεις και τα ντραμς. Πρέπει κάποιοι παίκτες να παίζουν ντραμς, να δίνουν το τέμπο. Δεν μπορείς να έχεις μία ορχήστρα με 11 πιανίστες ή 11 ντράμερ. Ο ήχος θα είναι απαίσιος», εξηγούσε σε μία από τις πολλές απολαυστικές συνεντεύξεις τύπου, που έδωσε στην Αγγλία.

Εκεί, έμαθε πως δεν έχει σημασία να αποστηθίσεις απλώς μια παρτιτούρα. Δεν αρκεί να αφομοιώσεις τις οδηγίες ενός προπονητή. Στο πρακτικό κομμάτι είναι απαραίτητη η γλώσσα του σώματος, οι χειρονομίες, οι ήχοι, ακόμα και τα βλέμματα. Ο συγχρονισμός μιας ορχήστρας / ποδοσφαιρικής ομάδας είναι κάτι εξαιρετικά πιο πολυεπίπεδο από ότι φαίνεται.

Ήταν πάντα ευγενικός, με καλοραμμένα ρούχα (ας όψεται η μαμά) και μελετηρός. Πολύ μελετηρός. Με μία έμφυτη δίψα για μάθηση.

Το χόμπι του παραμένει το ίδιο: το διάβασμα. Ένας από τους καλύτερους του φίλους από το ποδόσφαιρο, ο περίφημος Πάολο Φούτρε, τον αποκαλούσε από μικρό «γιατρό», ήταν μονίμως με ένα βιβλίο στο χέρι. Το καλοκαίρι πέρασε τις καλοκαιρινές του διακοπές σε ένα κρουαζιερόπλοιο, κατέβηκε μόνο δύο φορές από αυτό. Τις υπόλοιπες ώρες διάβαζε πλάι στην πισίνα. Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ.

Τον πήραν στις ακαδημίες της Μπράγκα με το πρώτο δοκιμαστικό, έγινε επαγγελματίας, αλλά ένιωθε ότι η μέρα του ήταν άδεια. Ναι, έκανε προπόνηση το πρωί. Και μετά; Μπήκε στην Φιλοσοφική σχολή της Μπράγκα, έκανε courses στην Βιολογία και στα Μαθηματικά. Έδωσε εξετάσεις και πέρασε το αθλητικό πανεπιστήμιο του Πόρτο, όπου είχε για δάσκαλο το πρότυπό του, τον Βίτορ Φραντέ, έναν διανοούμενο του ποδοσφαίρου.

Για να κάνει την διατριβή του χρειάστηκε να μελετήσει την θεωρία του χάους και την θεωρία των συστημάτων, όταν την παρουσίασε στην κριτική επιτροπή βαθμολογήθηκε με 19 στα 20, έχασε το άριστα για κάποια συντακτικά λάθη. Του πρότειναν μάλιστα να την εκδώσει σε βιβλίο και να μείνει στην βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου. Αποφοίτησε με ειδίκευση στο ποδόσφαιρο και στα 32 ανέλαβε το τιμόνι στην Εσπίνιο, μετά από 16 χρόνια επαγγελματικής πορείας στα γήπεδα.

Αυτό συμβουλεύει και τους σημερινούς επαγγελματίες ποδοσφαιριστές: «Πρέπει να συνεχίζουν τις σπουδές τους, ενώ παίζουν. Η γνώση δεν έχει όρια, είναι παντοτινό εφόδιο. Όσο πιο καλλιεργημένος είναι κάποιος, τόσο πιο έτοιμος είναι για την ζωή. Για μένα είναι ότι πιο φυσιολογικό ένας επαγγελματίας ποδοσφαιριστής που σπουδάζει, είναι μοιραίο να έχουν ένα κενό που θα κουβαλούν σε όλη την ζωή τους».

Έτσι είναι και το προπονητικό του στιλ. Διδακτικό. Συμβουλευτικό. Του αρέσει να αφιερώνει προσωπικό χρόνο με τους παίκτες του. Να τους ρωτάει για τα προσωπικά τους, τα οικογενειακά τους, τις επενδύσεις που κάνουν, τις ασχολίες τους εκτός ποδοσφαίρου, τα όνειρα τους, τι θέλουν να κάνουν μετά το ποδόσφαιρο. Δεν τον ενδιαφέρουν τόσο τα ξερά στοιχεία που μαζεύει από τους αισθητήρες που συλλέγουν data, αλλά οι χαρακτήρες,, οι πραγματικοί άνθρωποι, πίσω το επάγγελμα του ποδοσφαιριστή.

Είναι ένας ευφυής άνθρωπος, οι συνεντεύξεις τύπου μαζί του δεν είναι ποτέ βαρετές. Χρησιμοποιεί μεταφορές, αλληγορίες, αυτοσαρκάζεται και τρολάρει πολύ συχνά. Κάποιες φορές κέρασε παραδοσιακά πορτογαλικά γλυκά τους ρεπόρτερ της Σουόνσι και  έλεγε γεμάτος σαρκασμό πριν από ένα παιχνίδι κυπέλλου με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ: «Έχω εξαιρετική παράδοση στο Ολντ Τράφορντ και απέναντι στον Μουρίνιο. Δεν έχω χάσει ποτέ. Ίσως βέβαια να φταίει ότι δεν έχω παίξει και ποτέ εκεί»!

Έχει περάσει από τον πάγκο 19 διαφορετικών ομάδων, σε 6 διαφορετικές χώρες. Δεν τον ενόχλησε ποτέ που δεν κατάφερε ποτέ να προπονήσει έναν μεγάλο ευρωπαϊκό σύλλογο, για εκείνον το Λιγκ Καπ που κατέκτησε με την Γκιμαράες είναι το δικό του Champions League.

Τα δικά του τρόπαια είναι οι αγκαλιές και τα χαμόγελα, όταν κυκλοφορεί στις πόλεις όπου πέρασε ως προπονητής. Του συνέβη στο Βίγκο, φέτος - πέρσι την έσωσε την τελευταία αγωνιστική.

Αμφισβητεί τον Γάλλο φιλόσοφο Ρενέ Ντεκάρτ που έλεγε ότι αν μελετήσουμε τις ιδιαιτερότητες ενός φαινομένου και το απομονώσουμε από το σύνολο θα το κατανοήσουμε καλύτερα, το ποδόσφαιρο είναι ένα συλλογικό παιχνίδι συνδέσεων και όχι εξατομίκευσης, ακούει Rolling Stones, U2, Cure και Simple Minds, από το 1988 είναι συν-ιδιοκτήτης του αθλητικού brand Lacatoni κι έχει έντονη κοινωνική και οικολογική συνείδηση.

Λίγο πριν πακετάρει τα πράγματα σε μία βαλίτσα για να βιώσει την πρώτη του προπονητική εμπειρία εκτός Πορτογαλίας, ο πρώην τεχνικός του Παναθηναϊκού, Ζοσέ Πεσέιρο τον είχε προειδοποιήσει πως η Ελλάδα δεν είναι καλή επιλογή, πως η Μεσογειακή τρέλα, η πίεση, η προπονητοφαγία δεν ταιριάζουν με την κοσμοθεωρία του. 

Ο Αστέρας Τρίπολης του έδωσε το καλοκαίρι 2008 ένα ηγεμονικό συμβόλαιο 500.000 ευρώ ετησίως, πιστεύοντας ότι βρήκε τον άνθρωπο που θα τον περνούσε στο επόμενο επίπεδο καθιέρωσης. Οριακά έκανε παρέλαση. Απολύθηκε στις 11 Νοεμβρίου, μετά από 10 παιχνίδι πρωταθλήματος. πριν προλάβει να δείξει το παραμικρό.

Μετά από 15 χρόνια δεν έχει αλλάξει απολύτως τίποτα στην Ελλάδα. Ούτε στα δομικά στοιχεία που συνθέτουν την προσωπικότητα του Κάρλος Καρβαλιάλ. Το βιογραφικό του, το ξέρουν όλοι. Και την προπονητική του φιλοσοφία. Και το που έρχεται.

Λίγο μετά από μία ήττα από την Σέφιλντ Γιουνάιτεντ στο τοπικό ντέρμπι της πόλης στις αρχές της σεζόν 2017-18 σε μία από τις γνωστές του «παραστάσεις» μπροστά από τα μικρόφωνα, ρωτήθηκε για την επίδραση που θα έχει αυτή η ήττα στην ομάδα του.

«Ξέρεις τι είναι αυτό»; ρώτησε βγάζοντας ένα χαρτονόμισμα των 20 λιρών από την τσέπη του. Πριν πάρει απάντηση έσπευσε να το τσαλακώσει, κάνοντας πάλι την ίδια ερώτηση: «Τώρα ξέρεις τι είναι αυτό; Εξακολουθεί να έχει την ίδια αξία».

Ο Κάρλος Καρβαλιάλ δεν αμφέβαλλε ποτέ για την αξία του. Το πρόβλημα ήταν πάντα πως σε ένα σκληρό και αδυσώπητο κόσμο παραήταν πάντα ένας ευγενής, ο οποίος έβαζε πάντα τις προσωπικές του αρχές, πάνω από την καριέρα του…

Η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου…