MENU

Την ημέρα που έγινε η κλήρωση των ομίλων το φθινόπωρο του 2022, όλα ήταν πολύ διαφορετικά. Αυτός που εμφανίστηκε κάτω από τα δοκάρια της Ολλανδίας, ο Μπαρτ Φερμπρούχεν έπαιζε στην δεύτερη ομάδα της Άντερλεχτ δεν είχε παίξει ποτέ του στην πρώτη. Ο αριστερός μπακ, Κιλίντσι Χάρτμαν ήταν ακόμα στην ομάδα νέων της Φέγενορντ.

Ο χαφ Ματς Βίφερ μόλις είχε μετακομίσει από την μικρή ομάδα του Ρότερνταμ (Εξέλσιορ) στην μεγάλη (Φέγενορντ) και ο Τιχάνι Ράιντερς είχε μόλις ολοκληρώσει την πρώτη του σεζόν, ως βασικός στην Άλκμααρ. Ο Τσάβι Σίμονς είχε επτά επαγγελματικά παιχνίδια στα πόδια του και ο Λουτσάρελ Χετράουντα ήταν ημι-βασικός στην Φέγενορντ. 

Αυτοί οι έξι που ξεκίνησαν στο βασικό σχήμα των «οράνιε» στην OPAP Arena πέρσι τέτοια εποχή είχαν αθροιστικά ΜΗΔΕΝ διεθνείς συμμετοχές! Ακριβώς όσες είχαν πέρσι τέτοια εποχή και οι Μπρόμπεϊ, Φαν ντερ Φεν και Φέερμαν που μπήκαν κάποια στιγμή ως αλλαγή. Οι 9 από τους 16 που έπαιξαν έστω και ένα λεπτό απέναντι στην Εθνική Ελλάδας μέχρι πέρσι δεν είχαν φορέσει ούτε μισή φορά την φανέλα με το ολλανδικό εθνόσημο! 

Αυτοί πότε πρόλαβαν και έγιναν ομάδα που έβγαλε τέτοια αίσθηση υπεροχής στο «χορτάρι» της ΟΠΑΠ Arena και εμείς θέλουμε τόσο χρόνο να στήσουμε το οτιδήποτε; Αυτοί δεν χρειάζονται υπομονή, δεν είναι μία νέα ομάδα που θέλει παιχνίδια για να βρει τα πατήματα της; Μήπως πρέπει όλοι να γίνουμε λιγάκι πιο αυστηροί και να αφήσουμε τις εύκολες, τις κλασικές, τις βολικές δικαιολογίες;

Όλοι αυτοί κοιτάζουν με δέος το φετινό κλέος του Βαγγέλη Παυλίδη, ο οποίος έχει σκοράρει και στα 8 πρώτα παιχνίδια της Eredivisie. O Γιακουμάκης και ο Δουβίκας ήταν πρώτοι σκόρερ στο πρωτάθλημα τους πέρσι και πριν από τρία χρόνια. Ήταν / είναι τουλάχιστον στο ίδιο επίπεδο. Όχι μόνο αυτοί. Κι άλλοι.

Γιατί λοιπόν να τους κοιτάζουμε και να τους αντιμετωπίζουμε επικοινωνιακά με τόσο δέος; Γιατί να νομίζουμε ότι είχαμε απέναντι μας ένα αξεπέραστο εμπόδιο; Γιατί να αποθεώνεται η διστακτικότητα, ο φόβος, ο υπέρμετρος σεβασμός, το ταμπούρι; 

Γιατί να είναι όλοι τόσο ικανοποιημένο από ένα εντός έδρας ματς do or die, όπου οι τελικές στο πρώτο μέρος ήταν 1-7, τα κόρνερ 0-6 και η κατοχή 35-65%, όπου την νίκη την ψάχναμε υποχρεωτικά μόνο εμείς και όχι αυτοί;  Γιατί να θεωρούμε φυσιολογικό ότι για 95 λεπτά κάναμε μόνο ΜΙΑ φάση κι αυτή από ατομική ενέργεια του Ιωαννίδη στο ξέφωτο κι όχι από κάποια οργανωμένη επίθεση;

Γιατί να μεγαλοποιούμε τόσο την συγκεκριμένη Εθνική Ολλανδίας που δεν έχει καμία σχέση με την ομάδα που δεν ήθελε και πολύ να πάρει το Μουντιάλ στο Κατάρ; Γιατί να την εμφανίζουμε ως τόσο αξεπέραστο εμπόδιο, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μία εύθραυστη, τρωτή, ανασφαλής και αδοκίμαστη ομάδα;

Βλέπω με μεγάλη συμπάθεια, κατανόηση, εκτίμηση, ενσυναίσθηση την προσπάθεια των Ελλήνων διεθνών να χτίσουν κάτι από το τίποτα. Να μαζέψουν τα  διάσπαρτα κομμάτια και να επιστρέψουν στην τελική φάση μιας μεγάλης διοργάνωσης μετά από μία δεκαετία διεθνούς απομόνωσης. 

Μία φιλότιμη προσπάθεια για την πατρίδα, για τον κόσμο, για το εθνόσημο, για τον ποδοσφαιρικό τους εγωισμό, για την καριέρα τους, την υστεροφημία τους. Μία προσπάθεια, όμως, που δεν τυγχάνει του ανάλογου σεβασμού.

Η εικόνα του αγωνιστικού χώρου, η επισπορά του χόρτου, ενώ όλοι γνώριζαν ότι στις 16 Οκτωβρίου ενδέχεται να υπάρξει «τελικός» πρόκρισης είναι έλλειψη σεβασμού. Το άδειο πέταλο, ενώ ζήτηση για εισιτήρια ήταν τεράστια, ακόμα και μετά την ανακοίνωση του sold-out, είναι έλλειψη σεβασμού. Η αδυναμία να μπορεί να γίνει προπόνηση / χαλάρωμα μία μέρα πριν το ματς στο γήπεδο (άσχετα αν το ήθελε ή αν το ζήτησε ο Πογέτ) για να μην πατηθεί και επιβαρυνθεί το «χορτάρι» είναι έλλειψη σεβασμού. Δεν έχει σημασία ποιος φταίει, είναι απλώς έλλειψη σεβασμού.

Κι όταν υπάρχει έλλειψη σεβασμού, δεν μπορεί να υπάρχει η παραμικρή απαίτηση για αποτέλεσμα, εμφάνιση, επιτυχία. 

Το ελληνικό ποδόσφαιρο ούτε θα σωθεί ούτε θα βελτιωθεί από μία πρόκριση στην τελική φάση του Euro 2024. Εδώ, δεν βελτιώθηκε όταν το κατέκτησε πριν από 20 χρόνια. 

Θα βελτιωθεί όταν μάθει να σέβεται το ίδιο το ποδόσφαιρο, σε όλα του τα επίπεδα. Στις συνθήκες διεξαγωγής αγώνων, στην νοοτροπία, στην διαδικασία παραγωγής, αφομοίωσης, εξέλιξης ποδοσφαιριστών από τα κατώτατα στα ανώτατα εθνικά κλιμάκια. Η Ολλανδία των 16,5 εκατομμυρίων ψυχών θα μπορούσε άνετα να εμφανίσει τρεις ισάξιες 23άδες από «οράνιε» που θα είχαν στο γήπεδο μία αίσθηση ανωτερότητας απέναντι σε οποιαδήποτε Εθνική Ελλάδας. 

Εκτιμώ ότι κανένας προπονητής Εθνικής Ολλανδίας δεν θα έριχνε ταυτόχρονα στο γήπεδο τρεις σέντερ-φορ στο τελευταίο δεκάλεπτο, ψάχνοντας άτακτα, απεγνωσμένα, με απονενοημένο διάβημα ένα γκολ. Για να τακτοποιηθούν όλοι αυτοί στο γήπεδο έπρεπε ο Παυλίδης να κυνηγάει σε όλο το γήπεδο τον αντίπαλο δεξιό μπακ και να μαρκάρει στην αντίπαλη περιοχή από αυτή που νιώθει σαν στο σπίτι του. Ο τρόπος που προέκυψε το πέναλτι για το καταδικαστικό 0-1 έμοιαζε με νέμεση σε μία προπονητική ύβρη που είχε διαπραχθεί μερικά λεπτά πιο πριν…

Γιατί τόσο δέος;