MENU
Χρόνος ανάγνωσης 7’

Η γυμνή αλήθεια του Φίλιπ Τζούριτσιτς

0

Τα είχε όλα. Λεφτά, φήμη, γυναίκες. Συνάμα, όμως δεν είχε τίποτα. Δεν είχε αυτό που ήθελε περισσότερο. Τον εαυτό του. Είχε βυθιστεί σε μία μαύρη τρύπα, που τον ρουφούσε όλο και περισσότερο στην δίνη της. 

Κάθε του απόφαση ήταν και πιο λανθασμένη από την προηγούμενη, τον έστελνε όλο και πιο κοντά στην αγκαλιά της κατάθλιψης. Δεν είχε όρεξη να φάει, να βγει, να σηκωθεί από το κρεβάτι, να πάει στην προπόνηση. Δεν είχε ενέργεια για τίποτα. Δεν ήξερε πια αν το πρόβλημα ήταν εκείνος ή οι άλλοι. Είχε χάσει το χρώμα του, την ζωντάνια του, το χαμόγελο του. Όλα έμοιαζαν μάταια. 

Ήταν έτοιμος να τα παρατήσει όλα και να αποσυρθεί. Ήταν μόλις 26 ετών, ανήκε σε μία ιστορική ομάδα της Ιταλίας, ζούσε σε μία υπέροχη πόλη την Γένοβα, αλλά τίποτα που αφορούσε την ζωή του, δεν τον γέμιζε. Ώσπου...

Ώσπου, μία μέρα, εκεί που όλα έμοιαζαν να μην έχουν νόημα, το τηλέφωνο χτύπησε. Αρχικά, είπε να μην το σηκώσει. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν κάποιος που ήταν στην ακριβώς αντίθετη φάση από εκείνον.

Ενθουσιώδης, παθιασμένος, «φτιαγμένος». Η γλώσσα του πήγαινε ροδάνι. Η Μπενεβέντο ήταν το πρώτο μεγάλο προπονητικό στοίχημα στην καριέρα του νυν τεχνικού της Μπράιτον, Ρομπέρτο Ντε Τσέρμπι και παρότι η σωτηρία στην Serie A, έμοιαζε όνειρο θερινής νυκτός, εκείνος (τον Ιανουάριο του 2018) έκανε ότι μπορούσε για στρατολογήσει παίκτες, που θα μπορούσαν να κυνηγήσουν το θαύμα.

Ο Φίλιπ Τζούριτσιτς ήταν ένα από εκείνα τα παιδιά-θαύματα που δεν μεγάλωσαν ποτέ. Ο Κρόιφ των Βαλκανίων, ο Σέρβος Κακά, η ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία της Μπενφίκα, είχε γίνει ο τελευταίος τροχός της αμάξης στην Σαμπντόρια. Ένα μίζερο δρομολόγιο άγονης γραμμής, χωρίς κανέναν καταληκτικό προορισμό: Λισσαβόνα - Μάιντς - Σαουθάμπτον - Βρυξέλλες - Γένοβα. Τι χειρότερο μπορούσε να του συμβεί με μία ακόμα μετακόμιση;

«Άλλος στην θέση μου θα είχε κόψει το ποδόσφαιρο. Ήμουν η ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία της Μπενφίκα και είχα φτάσει να μην παίζω καθόλου ούτε στην Σαμπντόρια. Αναρωτήθηκα αν αξίζει να συνεχίσω να παίζω. Ωστόσο, μέσα μου είπα ότι αν τα παρατήσω, θα έχω χάσει οριστικά το παιχνίδι. Στην αρχή δεν ήθελα να πάω στην Μπενεβέντο, ήταν σχεδόν υποβιβασμένη. Ήταν όμως μία από τις καλύτερες αποφάσεις που πήρα».

«Μαζί του έμαθα από την αρχή το ποδόσφαιρο»

Η Μπενεβέντο, όντως, έπεσε. Έπεσε, όμως, μαχόμενη. Έπεσε γενναία. Κι ο Σέρβος μεσοεπιθετικός ξαναβρήκε την αγάπη του για το παιχνίδι. Την χαμένη του όρεξη. Κυρίως, όμως, βρήκε έναν άνθρωπο να του μάθει από την αρχή το ποδόσφαιρο. Το ίδιο καλοκαίρι πήγαν «πακέτο» στην Σασουόλο, όπου ο Τζούριτσιτς πέρασε τα πιο γόνιμα ποδοσφαιρικά του χρόνια (2018-22), παίζοντας σχεδόν σε όλες τις θέσεις που υπάρχουν για έναν χαφ, σε όλους τους τακτικούς σχηματισμούς: «Αν δεν τον είχα γνωρίσει τον Ντε Τσέρμπι δεν θα είχα πάει ποτέ στην Σασουόλο. Ήταν ένας άνθρωπος που τήρησε όλες του τις υποσχέσεις. Το σημαντικότερο όμως ήταν πως ως παίκτης έπαιζε κι αυτός δεκάρι, με καταλαβαίνει καλύτερα από κάθε άλλον. Μου έμαθε το ποδόσφαιρο ξανά από την αρχή. Ξέρω ότι θα μπορούσα να τα είχα καταφέρει καλύτερα στην καριέρα μου, όμως ήταν ο άνθρωπος μου έδωσε ξανά κίνητρα και στόχους να πετύχω στην καριέρα μου».

Οι αρτίστες που τον ξελόγιασαν

Πάντα τον γοήτευαν, τον ξελόγιαζαν, όσοι μιλούσαν στην γλώσσα του. Ένας ποδοσφαιρικός αρτίστας θέλει ειδικό τρόπο μεταχείρισης, συμπεριφοράς, προσέγγισης για να δημιουργήσει.

Ήταν 15 ετών παιδάκι, όταν ο τότε τεχνικός διευθυντής του Ολυμπιακού, Ίλια Ίβιτς τον έφερε στις εγκαταστάσεις του Ρέντη απευθείας από το πατρικό του στο Ομπρένοβατς για να δοκιμαστεί. Γοήτευσε με την παρουσία του, στην καρτέλα του λέει πως έπαιξε και κάποια παιχνίδια με την ομάδα νέων των «ερυθρόλευκων», όμως ο θρύλος λέει ότι η οριστική του μετακόμιση στο λιμάνι χάλασε για 30 χιλιάρικα, που δεν δόθηκαν ποτέ.

Στην Χέρενφεϊν έκανε την καλύτερη σεζόν του (2012-13), όταν βρήκε κοινό κώδικα επικοινωνίας με έναν άλλον μεγάλο αρτίστα, που βρισκόταν στον πάγκο, τον Μάρκο Φαν Μπάστεν. Δεν ήταν απλώς… καλός. Ήταν συναρπαστικός. Ήταν αέρας. Ήταν πιθανώς ο καλύτερος παίκτης εκείνης της Eredivisie και ήταν μόλις 20 ετών. Τον ήθελαν όλοι. Η Γιουβέντους. Η Άρσεναλ. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Η Μπορούσια Ντόρτμουντ. Η Νάπολι. Η Λάτσιο. 

Εκείνος όμως για πολλοστή φορά δελεάστηκε από κάποιον που φορούσε το νούμερο 10, όπως εκείνος: «Είσαι δεκάρι, όπως ο Αϊμάρ. Έλα σε εμάς και θα στήσουμε γύρω σου όλη την ομάδα». Δεν τα έλεγε κάποιος τυχαίος, αλλά ο Ρούι Κόστα. Ο Σέρβος «ψήθηκε» και έγινε η ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία της Μπενφίκα, τότε που τα 8-9 εκατομμύρια ήταν λεφτά, όχι αστεία. 

Τραυματικό σοκ

Πίστευε ότι στην Λισσαβόνα όλα θα ήταν εύκολα. Πως όλος ο κόσμος θα περιστρέφονταν γύρω του. Του πήρε μερικές εβδομάδες για να ακούσει από το στόμα του Ζόρζε Ζεσούς πως: «εγώ δεν παίζω με δεκάρι. Πρέπει να μάθεις να παίζεις αριστερά». 

Βίωσε ένα τραυματικό σοκ. Δεν ήταν έτοιμος για τίποτα από αυτά που έζησε. Την πίεση, τις απαιτήσεις, την φανέλα, τον ακραίο πρωταθλητισμό. «Χάθηκε» από πολύ νωρίς και δεν συνήλθε από τους αποτυχημένους δανεισμούς σε Μάιντς, Σαουθάμπτον.

Είπε να κάνει μία τελευταία προσπάθεια στην Μπενφίκα, αλλά το πράγμα δεν εξελίχθηκε καλά: «Είχα παίξει καλά ως αλλαγή για 20 λεπτά σε μία από τις σπάνιες εμφανίσεις μου (ένα εκτός έδρας ματς με την Σετούμπαλ τον Δεκέβριο του 2015) και πίστεψα ότι στο επόμενο ματς, θα μπορούσα να ξεκινήσω βασικός. Έμεινα στον πάγκο, αλλά πολύ νωρίς ο Ζόρζε Ζεσούς με σήκωσε για ζέσταμα. Άρχισε να κάνει τις αλλαγές του, αλλά εμένα με ξέχασε στο ζέσταμα. Όταν είδα ότι έκανε την τελευταία αλλαγή, έφυγα κατευθείαν για τα αποδυτήρια».

Ο κόσμος τον αποδοκίμασε, μα δεν τον ένοιαζε πια. Μέσα του είχαν τελειώσει όλα. Μετά το τέλος του ματς ο Ρούι Κόστα κατέβηκε στα αποδυτήρια έξαλλος: «Ποιος είσαι εσύ που θα δείξεις τέτοια ασέβεια στην Μπενφίκα»; Το πράγμα ξέφυγε πολύ. Πάρα πολύ. Βρισιές εκτοξεύονταν από κάθε πλευρά. Οι δύο άνδρες θα έρχονταν στα χέρια, αν η πελώρια μορφή του αρχηγού Λουιζάο δεν έμπαινε στην μέση για να τους χωρίσει. Κάπου εκεί, τελείωσαν όλα. Ο Σέρβο δεν έπαιξε ποτέ ξανά, δόθηκε ξανά δανεικός στην Άντερλεχτ και μόλις γύρισε του έδωσαν την ελευθέρας στο χέρι, για να μην χαλάσει η φήμη κανενός. 

Κανονικός ποδοσφαιριστής στην Ιταλία

Από όλες τις ομάδες του κόσμου επέλεξε την Σαμπντόρια. Μία από τις καλύτερες Σαμπντόρια όλων των εποχών με Μπρούνο Φερνάντες, με Λουίς Μουριέλ, με Σικ, με Ζαπάτα, με παιχταράδες. Πολύ σύντομα έγινε τριτο-τέταρτη επιλογή στα χαφ, ο Μάρκο Τζιαμπάολο, ο άνθρωπος που εισηγήθηκε την απόκτηση του, τον θεωρούσε σοφτ και λιγόψυχο. Ήταν η φάση που σκέφτηκε να σταματήσει το ποδόσφαιρο, μέχρι που στην ζωή του εμφανίστηκε ο Ντε Τσέρμπι και το προστατευτικό οικοσύστημα της Σασουόλο με την μηδενική πίεση και την καθαρτική του δράση για την ψυχή σχεδόν όλων των ποδοσφαιριστών που πέρασαν από εκεί. 

Ο Σέρβος έκανε τρεις γεμάτες σεζόν, εξελίχθηκε σωματικά, πνευματικά, τακτικά έγινε ένας παίκτης πρωταγωνιστικού επίπεδου στην Serie A. Γλυκό αριστερό, έξυπνες αποφάσεις στο γήπεδο, όχι συγκλονιστικά νούμερα σε γκολ και ασίστ, μα ένας παίκτης που με την ποιότητα ήταν κεντρικός κόμβος, στο tiki-taka της γοητευτικής Σασουόλο: «Δεν είμαι ο ίδιος παίκτης που ήμουν πριν από 5 χρόνια. Έχω καταλάβει ότι το σημαντικό δεν είναι σε ποια θέση παίζεις στο γήπεδο, αλλά να ξέρεις να παίζεις ποδόσφαιρο. Στην Σασουόλο έχω παίξει αριστερός εξτρέμ σε σύστημα 4-1-4-1. Στην Εθνική Σερβίας έχω παίξει φουλ-μπακ όλη την πλευρά σε 3-4-1-2. Έχω παίξει καθαρό δεκάρι σε 4-2-3-1. Έχω παίξει εσωτερικός μέσος σε 4-3-3. Οι προπονητές μου ζητάνε να δημιουργώ την αριθμητική υπεροχή εκεί που δεν μπορεί να βρεθεί, να ανακαλύψω κάτι όταν όλα είναι φραγμένα και αυτό είναι κάτι που μου αρέσει». 

Ανοιχτό βιβλίο

Ότι θέλεις να μάθεις για αυτόν βρίσκεται αποτυπωμένο στις επικαλαμίδες του. Η γυναίκα του. Τα τρία (!) τους παιδιά. Το λόγκο της Χέρενφεϊν. Αυτό της Μπενεβέντο. Η φανέλα με το 10 της Σασουόλο. Η φανέλα με το 21 της Εθνικής Σερβίας. Το λογότυπο του Batman. Το έμβλημα του Ομπρένοβατς. Ο Φίλιπ Τζούριτσιτς δεν έχει πολλά να κρύψει. Είναι ένα ανοιχτό βιβλίο. Δεν ξεχνά ποτέ αυτούς που τον βοήθησαν, αλλά ούτε αυτούς που τον έβλαψαν.

Φέτος βίωσε κάτι που ουδέποτε είχε ζήσει στην καριέρα του. Η Σαμπντόρια χτίστηκε λάθος από την αρχή, το υλικό ήταν κακό, μέσα στην χρονιά χρησιμοποιήθηκαν 42 διαφορετικοί παίκτες. Μεσούσης της χρονιάς ήρθαν τα πρώτα οικονομικά προβλήματα, αυτό το πράγμα δεν γινόταν να σωθεί. 

Ο Τζούριτσιτς έπαιξε στα 33 από τα 38 παιχνίδια, άλλοτε ως δεκάρι κι άλλοτε αριστερά. Σε μία ταραγμένη ομάδα χωρίς χημεία και ηρεμία είχε τρία γκολ, αλλά καμία ασίστ. Μετά από καιρό ένιωσε ξανά πως είχε κάνει μία λάθος επιλογή στην ζωή του, όταν αίφνης χτύπησε το τηλέφωνο. Αλήθεια, τι θέση είπαμε ότι έπαιζε ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς στα νιάτα του;

Η γυμνή αλήθεια του Φίλιπ Τζούριτσιτς