Στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ, η ζωή δεν χαρίζεται. Είναι μια πόλη που μαθαίνει τα παιδιά να μεγαλώνουν γρήγορα, μέσα από μάχες επιβίωσης, στην κυριολεξία. Σ’ αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε το 1989 ο Κένεθ Φαρίντ, ο νέος σέντερ του Παναθηναϊκού.
Ήταν ένας πιτσιρικάς που δεν είχε τίποτα εύκολο στη ζωή του, εκτός από τη φυσική του ενέργεια. Οι γείτονες τον θυμούνται ως ένα παιδί που έτρεχε ασταμάτητα στις αυλές, με χαμόγελο που δεν έσβηνε ποτέ, παρά τις δυσκολίες.
Η Βαούντα Φαρίντ, η πολυαγαπημένη του μητέρα, υπήρξε ήταν το κέντρο της ζωής του. Μια γυναίκα που μεγάλωσε τον μικρό Κένεθ με αξιοπρέπεια και σθένος, μέσα σε μια κοινωνία που συχνά την έκρινε για τις επιλογές της. Δεν έκρυψε ότι ήταν λεσβία και μεγάλωσε τον γιο της μαζί με τη σύντροφό της. Ο Κένεθ μίλησε δημόσια για εκείνη σε εποχές που ελάχιστοι αθλητές τολμούσαν να ταυτιστούν ανοιχτά με την LGBTQ+ κοινότητα. Ήταν μια πράξη αγάπης, αλλά και υπερηφάνειας. Όταν ρωτήθηκε κάποτε γιατί υπερασπίζεται τόσο ένθερμα τα δικαιώματα της συγκεκριμένης κοινότητας, απάντησε απλά: «Γιατί η μαμά μου με μεγάλωσε με αγάπη. Αυτό μου αρκεί».
Στο σχολείο δεν ήταν ο πιο ταλαντούχος παίκτης. Ήταν όμως ο πιο πεισματάρης. Το Science Park High School, το γυμνάσιο όπου φοίτησε και άρχισε να ασχολείται πιο συστηματικά με το μπάσκετ, δεν ανήκε στα «εργοστάσια» του ΝΒΑ. Εκεί, όμως, ο νεαρός Φαρίντ έβαζε κάθε μέρα στοίχημα με τον εαυτό του. Είχε ύψος και δύναμη, αλλά όχι δεξιοτεχνία. Το κατάλαβε, όμως, νωρίς ότι για να φτάσει κάπου, έπρεπε να παλέψει περισσότερο από όλους.
Η ικανότητά του στα ριμπάουντ, αυτή που τον βοήθησε να σταδιοδρομήσει στο ανώτατο επίπεδο, είχε φανεί από τα γυμνασιακά του χρόνια, όμως το (σχετικά) μικρό νούμερο στους πόντους του ανά παιχνίδι (8,8) προβλημάτισε τους ανθρώπους των μεγάλων κολεγίων. Όταν έφτασε η στιγμή, είχε στα χέρια του μόνο τρεις προτάσεις από κολέγια πρώτης κατηγορίας του NCAA.
Επέλεξε το Morehead State, ένα μικρό πανεπιστήμιο του Κεντάκι, μακριά από τα φώτα των ανατολικών μεγαλουπόλεων. Εκεί, στα Απαλλάχια όρη, βρήκε τον χώρο που χρειαζόταν για να μεταμορφωθεί. Ο προπονητής του, Ντονι Τίνσελ, θυμάται ακόμη την πρώτη μέρα προπόνησης: «Έτρεχε, πήδαγε, μιλούσε, χαμογελούσε. Ήταν σαν να είχε μπαταρίες που δεν τελείωναν ποτέ». Μέχρι να αποφοιτήσει, είχε μετατραπεί σε έναν από τους πιο επιδραστικούς παίκτες στην ιστορία του NCAA.
Στο κολέγιο ο Κένεθ Φαρίντ εξελίχθηκε σε μηχανή του ριμπάουντ κι έτσι έσπασε ένα ρεκόρ που έστεκε για μισό αιώνα. Ξεπέρασε τον θρυλικό Τιμ Ντάνκαν στα συνολικά ριμπάουντ της καριέρας του στο NCAA Division I, με 1.673 συνολικά. Το ρεκόρ αυτό ήταν τόσο σημαντικό, που κράτησε για 13 χρόνια, μέχρι να το σπάσει ο Αρμάντο Μπέικοτ, που κι αυτός αγωνίζεται στην Euroleague με τη Φενέρμπαχτσε.
Ο ίδιος ήθελε να παίξει επαγγελματικά ήδη από την δεύτερη χρονιά του στο κολέγιο, όμως ο κόουτς Τισντέιλ τον έπεισε να συμπληρώσει την τετραετία. Είχε καταλάβει ότι μπροστά του έβλεπε έναν δυνητικό ρέκορντμαν. Ο τοπικός τύπος άρχισε να τον αποκαλεί «Manimal», ένας συνδυασμός του ανθρώπου (man) και του ζώου (animal), για να τονίσει την ωμή δύναμη και το πάθος που έβγαζε σε κάθε μονομαχία.
Το 2011 ήταν επίσης η χρονιά που ο Ντένβερ τον επέλεξε στο draft του ΝΒΑ, στο νούμερο 22. Στους Νάγκετς ο Φαρίντ έγινε γρήγορα το αγαπημένο παιδί της εξέδρας. Δεν ήταν σταρ, δεν είχε χορηγούς, αλλά έμεινε στην ομάδα για επτά σεζόν, κάτι που πλέον είναι εξαιρετικά δύσκολο αν δεν είσαι παίκτης-πρωταγωνιστής. Ο τρόπος που έμπαινε στο παρκέ και κυρίως οι φάσεις που διεκδικούσε τα ριμπάουντ, με τα μαλλιά του να πετάγονται προς όλες τις κατευθύνσεις, έκαναν τον κόσμο να τρελαίνεται.
Στην καλύτερη χρονιά του, τη σεζόν 2013-14, είχε 13,7 πόντους και 8,6 ριμπάουντ κατά μέσο όρο. Ήταν και μέλος της Εθνικής ομάδας των ΗΠΑ που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014 στην Ισπανία. Εκεί, ανάμεσα σε ονόματα όπως ο Κάρι, ο Χάρντεν και ο Ντέιβις, ο Φαρίντ ήταν το απρόσμενο «κλειδί»: ένας ρολίστας που δεν έπαιζε για στατιστικά, αλλά για το αποτέλεσμα. Το κοινό τον λάτρεψε κι εκεί.
Όπως συμβαίνει συχνά στο ΝΒΑ, το παραμύθι δεν κράτησε για πάντα. Οι τραυματισμοί, οι αλλαγές προπονητών και η μετατόπιση του παιχνιδιού προς τα σουτ (στα οποία ποτέ δεν ήταν καλός) άφησαν τον Φαρίντ εκτός πλάνων. Από το 2017 και μετά, η καριέρα του άρχισε να γλιστράει. Πέρασε για έναν χρόνο από το Μπρούκλιν και το Χιούστον τη σεζόν 2018-19, έπαιξε μάλιστα και πλέι οφ με τους Ρόκετς, αλλά συνέχισε την καριέρα του σε πιο εξωτικά μέρη.
Από το 2019 ως και πριν λίγες μέρες, ο Φαρίντ γύρισε τον κόσμο. Από την Κίνα και τους Ζετζιάνγκ Λάιονς, το Πουέρτο Ρίκο με δύο διαφορετικές ομάδες, μερικά περάσματα από την G-League στις παρυφές του ΝΒΑ (στο οποίο, όμως, δεν επέστρεψε ποτέ), την ΤΣΣΚΑ Μόσχας το 2021 όπου έπαιξε μόλις τέσσερα ματς, το Μεξικό, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Ρέτζιο Εμίλια της Ιταλίας την περσινή περίοδο (όπου είχε 8,3 πόντους και 7,2 ριμπάουντ μέσο όρο στην LegaA) και, φυσικά, την ομάδα της Ταϊβάν (Ghosthawks), όπου πρόλαβε να παίξει μόλις έναν μήνα πριν τον ειδοποιήσει ο μάνατζέρ του για την πρόταση του Παναθηναϊκού.
Κάθε χώρα και μια ιστορία. Στην Κίνα έμεινε έκπληκτος από το πάθος των οπαδών που τον υποδέχονταν με πανό «Welcome Manimal». Στο Ντουμπάι μίλησε σε τοπικό σχολείο για το bullying και τη σημασία της αποδοχής της διαφορετικότητας, λέγοντας στα παιδιά: «Αν κάποιος αγαπάει διαφορετικά, μην τον κάνεις να νιώθει μόνος. Μπορεί αύριο να είσαι εσύ αυτός».
Σήμερα, στα 36 του, συνεχίζει να γυμνάζεται, να μιλάει δημόσια για τα ανθρώπινα δικαιώματα και να δηλώνει ευγνώμων. «Η μαμά μου με έμαθε να αγαπώ χωρίς όρια», λέει σε κάθε του συνέντευξη. «Κι εγώ προσπαθώ να ζω με τον ίδιο τρόπο». Συνεχίζει να αποτελεί ενεργότατο μέλος της GLAAD (Gay and Lesbian Alliance Against Defamation) αλλά και της Athlete Ally, ενός γκρουπ που δουλεύει για την αντιμετώπιση της ομοφοβίας στα σπορ.
Το πάθος του έχει πραγματικά μεγαλύτερη σημασία, αφού ο ίδιος είναι ετεροφυλόφιλος και έχει πέντε παιδιά, δύο κόρες από παλαιότερη σχέση του και τρεις γιους από την σχέση του με την επιχειρηματία και influencer Ατάρ Χατζαλί.
Είναι προφανές ότι ο Φαρίντ είναι ένας παίκτης «past his best», σύμφωνα με την κλασική αμερικανική ρητορική. Τα καλά του μπασκετικά χρόνια βρίσκονται πίσω του. Με τέτοιο επαγγελματικό background, όμως, το κύριο ερώτημα δεν είναι αν θα τα δώσει όλα, αυτό θεωρείται δεδομένο, αλλά πού ακριβώς βρίσκεται το τωρινό του ταβάνι. Αν όντως «η τέχνη του ριμπάουντ δεν ξεχνιέται», όπως επίσης λένε στις ΗΠΑ, η βοήθεια που θα δώσει στη συγκεκριμένη περίοδο μπορεί να αποδειχτεί πολύ σημαντική.