Μα καλά, υπάρχει και ΤΣΣΚΑ Σόφιας και ΤΣΣΚΑ 1948 Σόφιας; Αυτό αναρωτιέται κανείς αν ψάξει λίγο παραπάνω για την προσεχή αντίπαλο του Παναθηναϊκού στον τρίτο προκριματικό γύρο του Conference League. Και ποια από τις δύο είναι η «κανονική», η «μεγάλη» ΤΣΣΚΑ Σόφια, η ομάδα του στρατού της Βουλγαρίας που μαζί με τη Λέφσκι μονοπωλούσαν τους τίτλους στη γειτονική χώρα;
Με αυτό το δίλημμα βρίσκεται αντιμέτωπο το βουλγαρικό ποδόσφαιρο δέκα χρόνια τώρα. Η απάντηση δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρη, έχει να κάνει όχι μόνο με… πρακτικά ζητήματα διαδοχής, αλλά κυρίως με το συναίσθημα των ανθρώπων. Από την οικονομική κατάρρευση του ιστορικού συλλόγου της ΤΣΣΚΑ Σόφια το 2016 γεννήθηκαν… δύο διαφορετικές εκδοχές της ίδιας κληρονομιάς. Με διαφορετική φιλοσοφία, διαφορετική διαδρομή και διαφορετική αντίληψη για το τι σημαίνει συνέχεια ενός από τα μεγαλύτερα ονόματα του βουλγαρικού αθλητισμού.
Η ιστορική ΤΣΣΚΑ, που είχε ιδρυθεί το 1948 και αποτελούσε τον πολυνίκη σύλλογο της χώρας, βρέθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2010 αντιμέτωπη με σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Τα χρέη προς το δημόσιο, πιστωτές και πρώην ποδοσφαιριστές διογκώθηκαν. Το 2015 το αρμόδιο δικαστήριο της Σόφιας άνοιξε επίσημα τη διαδικασία αφερεγγυότητας. Η εταιρεία που διαχειριζόταν τον σύλλογο δεν κατάφερε να εξασφαλίσει επαγγελματική άδεια και ουσιαστικά οδηγήθηκε σε πτώχευση, βάζοντας τέλος στη νομική επαγγελματική υπόσταση του ποδοσφαιρικού τμήματος.
Η μόνη λύση, η επανεκκίνηση από τα ερασιτεχνικά, φάνταζε μονόδρομος, όσο κι αν ήταν μια ιδιαίτερα σύνθετη νομική διαδικασία. Αλλά το brandname της ΤΣΣΚΑ αποδείχτηκε πολύ μεγάλο για κάτι τέτοιο. Ο επιχειρηματίας Γκρίσα Γκάντσεφ, ιδιοκτήτης της Λίτεξ Λόβετς (ομάδας από το βορρά της χώρας, η οποία είχε κερδίσει και τίτλους), αποφάσισε να «αγοράσει» το όνομα και… μετέφερε ουσιαστικά το ποδοσφαιρικό του πρότζεκτ στη Σόφια!
Στις 6 Ιουνίου 2016 η εταιρεία της Λίτεξ μετονομάστηκε σε «PFC CSKA-Sofia», αξιοποιώντας την επαγγελματική της άδεια. Φυσικά η νέα ομάδα συμμετείχε απευθείας στην κορυφαία κατηγορία του βουλγαρικού ποδοσφαίρου και πήρε τη θέση της Λίτεξ. Παράλληλα, το νέο σχήμα απέκτησε αργότερα μέσω πλειστηριασμού τα εμπορικά δικαιώματα, το σήμα και άλλα περιουσιακά στοιχεία της παλιάς ΤΣΣΚΑ, ενώ εγκαταστάθηκε και στο ιστορικό της γήπεδο.
Για τη μεγάλη πλειονότητα των φιλάθλων αυτή η λύση αποτέλεσε ήταν ένας αναγκαίος συμβιβασμός. Η ομάδα συνέχισε να αγωνίζεται στην πρώτη κατηγορία, διατήρησε το όνομα, τα χρώματα, το γήπεδο και σταδιακά συσπείρωσε ξανά τη συντριπτική πλειονότητα των οργανωμένων οπαδών του ιστορικού συλλόγου. Στην πράξη, η σημερινή ΤΣΣΚΑ Σόφιας θεωρείται σήμερα από τους περισσότερους φιλάθλους ο φυσικός διάδοχος του συλλόγου, παρά τις διαφορετικές «νομικές» καταβολές της.
Υπήρξε, όμως, και μια σημαντική μερίδα οπαδών που αρνήθηκε να αποδεχθεί αυτή τη λύση. Κατά την άποψή τους, η ιστορία της ΤΣΣΚΑ δεν μπορούσε να συνεχιστεί μέσω ενός άλλου συλλόγου, που απλώς άλλαξε όνομα και έδρα. Πίστευαν ότι ο μόνος έντιμος δρόμος ήταν να δημιουργηθεί ένας νέος σύλλογος, ο οποίος θα ξεκινούσε από την τελευταία κατηγορία και θα κέρδιζε την επιστροφή του στην ελίτ μέσα στο γήπεδο.
Η απόφαση αυτή πήρε επίσημη μορφή στις 19 Ιουλίου 2016. Στο κτίριο της Κεντρικής Στρατιωτικής Λέσχης της Σόφιας, εκεί που συνεδρίαζε το ΔΣ του συλλόγου επί κομουνιστικής κυριαρχίας, πραγματοποιήθηκε η ιδρυτική συνέλευση της ΤΣΣΚΑ 1948. Στη νέα προσπάθεια συμμετείχαν παλαίμαχοι ποδοσφαιριστές, ιστορικά στελέχη και φίλαθλοι της παλιάς ΤΣΣΚΑ, οι οποίοι ανακοίνωσαν ότι ο νέος σύλλογος θα ξεκινούσε από τις ερασιτεχνικές κατηγορίες. Και φυσικά επέλεξαν το όνομα και τα χρώματα την ιστορικής ΤΣΣΚΑ, με την προσθήκη της χρονολογίας 1948, όταν και ιδρύθηκε ο σύλλογος.
Από την πρώτη στιγμή, πάντως, ήταν φανερό ότι η προσπάθεια δεν θα μπορούσε να βασιστεί αποκλειστικά στον ενθουσιασμό των φιλάθλων. Ανάμεσα σ’ αυτούς που στήριξαν ενεργά το νέο εγχείρημα ήταν και ο επιχειρηματίας Τσβετομίρ Ναϊντένοφ, συνιδιοκτήτης της στοιχηματικής εταιρείας Efbet και γνωστός φίλος της ΤΣΣΚΑ. Ο Ναϊντένοφ εξελίχθηκε στον βασικό χρηματοδότη της ομάδας, εξασφαλίζοντας τους οικονομικούς πόρους που απαιτούνταν για να οργανωθεί ένας ανταγωνιστικός σύλλογος με επαγγελματικές προδιαγραφές.
Η οικονομική αυτή στήριξη αποδείχθηκε καθοριστική. Παρότι η ΤΣΣΚΑ 1948 ξεκίνησε από τα ερασιτεχνικά πρωταθλήματα, δεν λειτούργησε ποτέ ως μια μικρή ομάδα περιορισμένων δυνατοτήτων. Δημιούργησε γρήγορα επαγγελματική δομή, επένδυσε σε ποδοσφαιριστές, στελέχωσε τις ακαδημίες της και μέσα σε μόλις τρία χρόνια κατάφερε να ανέβει διαδοχικά από την τέταρτη κατηγορία μέχρι την πρώτη, προτού αργότερα εξασφαλίσει και την πρώτη της συμμετοχή στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις.
Η ίδια η ΤΣΣΚΑ 1948 εξακολουθεί μέχρι σήμερα να προβάλλει ως βασικό στοιχείο της ταυτότητάς της ότι ακολούθησε τον «έντιμο δρόμο προς την κορυφή». Στην επίσημη αφήγησή της υποστηρίζει ότι δεν αντικατέστησε καμία άλλη ομάδα, αλλά αναβίωσε το πνεύμα της παλιάς ΤΣΣΚΑ ξεκινώντας από το μηδέν, χωρίς να αποκτήσει διοικητικά μια θέση στην πρώτη κατηγορία.
Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές της σημειώνουν ότι η εικόνα της «ομάδας των φιλάθλων» απέκτησε πολύ γρήγορα χαρακτηριστικά ενός φιλόδοξου επιχειρηματικού πρότζεκτ. Επισημαίνουν ότι η παρουσία του Ναϊντένοφ και της Efbet, η οποία παραμένει μέχρι σήμερα βασικός χορηγός της ομάδας και δεσπόζει στη φανέλα της, έδωσε στην CSKA 1948 οικονομικές δυνατότητες που ελάχιστοι νεοσύστατοι σύλλογοι διαθέτουν. Έτσι, στο δημόσιο οπαδικό διάλογο της Βουλγαρίας η ομάδα χαρακτηρίζεται συχνά ως «project της Efbet», ένας χαρακτηρισμός που οι άνθρωποί της απορρίπτουν. Αναγνωρίζουν ότι ο Ναϊντένοφ χρηματοδοτεί, όμως προβάλλουν ότι οι μετοχές της εξακολουθούν να ανήκουν στον σύλλογο των μελών και όχι σε έναν ιδιώτη μεγαλομέτοχο.
Δέκα χρόνια μετά το μεγάλο σχίσμα, οι δύο ομάδες συνεχίζουν να συνυπάρχουν στην κορυφαία κατηγορία του βουλγαρικού ποδοσφαίρου, διεκδικώντας συχνά τις ίδιες ευρωπαϊκές θέσεις. Η σημερινή ΤΣΣΚΑ Σόφια έχει με το μέρος της τη συντριπτική πλειονότητα της παραδοσιακής οπαδικής βάσης και τη συνέχεια της καθημερινής παρουσίας του ιστορικού συλλόγου.
Η ΤΣΣΚΑ 1948, αντίθετα, επιμένει ότι εκπροσωπεί τη θεσμική και ηθική συνέπεια απέναντι στην ιστορία του συλλόγου, επειδή αρνήθηκε να αποδεχθεί μια λύση που θεωρούσε τεχνητή. Ακόμα και με τις αγωνιστικές επιτυχίες της ενεργοποιεί πολύ λιγότερο κόσμο, αλλά ο Ναϊντένοφ επιμένει ότι σε λίγα χρόνια η ΤΣΣΚΑ 1948 θα είναι η «μεγάλη» ομάδα της πρωτεύουσας και οι νεότεροι οπαδοί απλά θα… αλλάξουν στρατόπεδο.