Το αν η κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου για την Τσέλσι είναι η κορυφαία στιγμή της ιστορίας της μάλλον είναι κάτι που έχει εύκολη απάντηση. Οι μπλε του Λονδίνου είχαν ήδη στεφθεί παγκόσμιοι πρωταθλητές άλλωστε το 2021 αν και εκείνο το φορμάτ ήταν σαφώς πιο βατό και με λιγότερη λάμψη. Παρόλα αυτά η κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ παραμένει το πιο λαμπρό πετράδι για κάθε ευρωπαϊκή ομάδα λόγω της δυσκολίας και της απαιτητικότητάς της διοργάνωσης.
Για να δούμε, όμως, τη μεγάλη εικόνα, αυτή που δεν περιορίζεται στα όσα συνέβησαν στα γήπεδα των ΗΠΑ πριν λίγες μέρες η Τσέλσι έχει καταφέρει κάτι πολύ ιδιαίτερο. Μιλώντας για την ομάδα του Στάμφορντ Μπριτζ μπορούμε να συμφωνήσουμε άπαντες (ακόμα και οι φίλοι της ομάδας) πως δεν κουβαλάει μια πλούσια κληρονομιά στο βάθος των χρόνων όπως η Λίβερπουλ, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ακόμα και η Νότινχαμ Φόρεστ. Σε αντίθεση με αυτές, όμως, από τη στιγμή που βρέθηκε στο προσκήνιο και μετατράπηκε σε ομάδα τίτλων κατάφερε να παραμείνει εκεί. Ακόμα και στα χρόνια της κρίσης της αλλά και των άσχημων περιόδων κατάφερνε να βρίσκεται σε τελικούς, να διεκδικεί τίτλους και να πρωταγωνιστεί στο διεθνές στερέωμα.
Η Τσέλσι ήταν από τις πρώτες ομάδες του νησιού στις αρχές των 00s που απέκτησε την ταμπέλα του «νεόπλουτου». Με μια σημαντική διαφορά, όμως. Ότι από τη στιγμή που ο Αμπράμοβιτς έγινε το μεγάλο αφεντικό έχτισε μια ισχυρή ομάδα με γερές βάσεις όχι αγοράζοντας παίκτες σαν τον Ροναλντίνιο, τον Φίγκο, τον Ρονάλτο και τον Μπέκαμ που ήταν οι σούπερσταρ της εποχής αλλά φτιάχνοντας μια ομάδα ακριβή μεν αλλά με παίκτες σαν τον Ντρογκμπά, τον Τέρι, τον Λαμπάρτ και τον Τσεχ που αποδείχθηκαν σπουδαίοι αλλά μέχρι τότε ήταν απλά ταλαντούχοι. Ειδικά στην πρώτη δεκαετία του Ρώσου στο τιμόνι της ομάδας στόχος ήταν να υπάρχει μια ομάδα με ουσία και όχι για εντυπωσιασμό. Άλλωστε χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της μεταγραφής Σεβτσένκο που παρότι ο Αμπράμοβιτς έριξε πολλά εκατομμύρια από δική του επιθυμία ο Μουρίνιο τον άφηνε συχνά πυκνά στον πάγκο καθώς δεν ήταν δική του επιθυμία.
Η Τσέλσι ίδρωσε, πάλεψε, πόνεσε αλλά τελικά έφτασε στην κορυφή της Ευρώπης και έγινε πρωταγωνίστρια στην Αγγλία. Αλλά όπως συνέβη σε πολλές μεγάλες ομάδες του νησιού πέρασε τη δική της κρίση. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ μετά την αποχώρηση του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον κατέρρευσε και με λίγες στιγμές λάμψης όπως το Europa League του 2017 εξακολουθεί να βρίσκεται σε παρακμή. Η Άρσεναλ αναμένει καρτερικά σχεδόν 20 χρόνια να ξαναβρεί τη λάμψη της ενώ η Λίβερπουλ πέρασε πολλά δύσκολα χρόνια για να βρεθεί και πάλι εκεί που είχε μάθει να βρίσκεται.
Οι Λονδρέζοι, με τη σειρά τους, μετά το έπος του Μονάχου το 2012 έμειναν στα ρηχά όσον αφορά το ευρωπαϊκό στερέωμα αν και στην Αγγλία κατέκτησαν άλλα δύο πρωταθλήματα. Ωστόσο δε φαινόταν να έχουν ούτε την ίδια σπίθα αλλά ούτε τις ίδιες δυνατότητες ώστε να διεκδικήσουν και πάλι το Τσάμπιονς Λιγκ. Μέσα σε αυτή τη μετριότητα, όμως, σήκωσαν άλλα δύο Europa League, έπαιξαν τελικούς εντός των συνόρων μέχρι που ήρθε το επίσης επικό 2021.
Είναι χαρακτηριστικό πως τόσο το 2007 όπου αποκλείστηκαν από τη Λίβερπουλ όσο και το 2008 όταν και έχασαν στα πέναλτι εκείνον τον αξέχαστο τελικό ήταν ομάδα από τα φαβορί του Τσάμπιονς Λιγκ. Το κατέκτησε, όμως, το 2012 και το 2021 όταν μόνο ως φαβορί δε λογίζονταν. Ειδικά το 2021 ξόρκισε μαζί και τους… εφιάλτες των δευτεροκλασάτων διοργανώσεων όπως το Σούπερ Καπ και του Παγκοσμίου Κυπέλλου τα οποία έχανε ξανά και ξανά. Μετά το μακρινό 1998 και το Σούπερ Καπ κόντρα στη Ρεάλ απέτυχε να το κατακτήσει το 2012 χάνοντας από την Ατλέτικο, το 2013 χάνοντας από τη Μπάγιερν αλλά και το 2019 χάνοντας από τη Λίβερπουλ ενώ ήταν η μοναδική ευρωπαϊκή ομάδα τα τελευταία σχεδόν 15 χρόνια που έχασε το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων από την Κορίνθιας το 2012.
Το θέμα είναι πως όχι μόνο δεν κατέρρευσε ενώ βρισκόταν σε πτωτική πορεία αλλά βρέθηκε στην κορυφή της Ευρώπης του 2021. Και εκεί που έδειχνε να ξαναγίνεται πρωταγωνίστρια ήρθε ο πόλεμος Ρωσίας και Ουκρανίας με αποτέλεσμα να υπάρχουν συνέπειες στα διοικητικά της. Ο ερχομός του Μπόλι ακόμα διχάζει τους φίλους της ομάδας καθώς σε αντίθεση με τον Αμπράμοβιτς δε φαίνεται να έχει την ίδια ζέση ακόμα και αν σπαταλάει ατέλειωτα δισεκατομμύρια για την ομάδα. Η διαχείριση ήταν τόσο άναρχη και τουλάχιστον επιπόλαιη, αποκτώντας όποιον ποδοσφαιριστή κλωτσάει μπάλα και μπορεί να κάνει τουλάχιστον τρία γκελάκια, που η πιο ακριβή ομάδα του πλανήτη βρέθηκε χαμηλότερα από κάθε άλλη φορά την τελευταία 20ετία εντός νησιού.
Και ενώ έμοιαζαν όλα να πηγαίνουν στραβά ήρθε το 2025 και η Τσέλσι όχι μόνο έβαλε φρένο στην κατρακύλα αλλά σήκωσε Conference League και Παγκόσμιο Κύπελλο. Και αν το πρώτο ήταν λογικό και αναμενόμενο το δεύτερο ήταν κόντρα στη λογική. Βέβαια, όποιος έβλεπε τους αγώνες στις ΗΠΑ μάλλον δε θα θεωρούσε τόσο άσχημο το παιχνίδι της ομάδας του Μαρέσκα και αγωνιστικά δε θα του έμοιαζε παράλογο να φτάσει μέχρι το τέλος της διαδρομής. Σε αντίθεση με τα Τσάμπιονς Λιγκ του 2012 και του 2021 η Τσέλσι όποτε βρέθηκε σε χαμηλότερες ευρωπαϊκές διοργανώσεις όχι μόνο τις πήρε πολύ σοβαρά αλλά τις κατέκτησε με άνεση. Και το 2013 και το 2019 και το 2025 δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη την ώρα που άλλες αγγλικές ομάδες δεν έβλεπαν με την ίδια θέρμη την ευρωπαϊκή διάκριση.
Η Τσέλσι αναγεννήθηκε από τις στάχτες της ή μάλλον κατάφερε να μείνει ζωντανή την ώρα που έδειχνε να πέφτει. Οι συγκυρίες πάντα της φέρνουν κάποιον νέο ηγέτη. Άλλοτε ο Μουρίνιο, αργότερα ο Αζάρ, πιο μετά ο Τούχελ και οι τρομεροί πιτσιρικάδες της και τώρα ο Μαρέσκα και ο Πάλμερ. Ο Ιταλός κόουτς έχει αμέτρητους παίκτες στο ρόστερ του αυτή τη στιγμή αλλά με απόλυτο ηγέτη τον Πάλμερ έχει καταφέρει να βάλει βάσεις, αρχές και να χτίσει έναν κορμό ώστε η ομάδα να βρει το δρόμο της. Έχοντας κάνει μια ιδιαίτερα ικανοποιητική σεζόν ο στόχος είναι να φτάσει ψηλότερα τη νέα σεζόν. Εξάλλου όπως για χρόνια συνέβαινε με τη Λίβερπουλ που κατάφερνε να σηκώσει Τσάμπιονς Λιγκ η επιστροφή στην κορυφή της Αγγλίας είναι ένας στόχος ξεχωριστός και ίσως μεγαλύτερος όλων. Και ίσως αυτή να είναι η απόδειξη ότι η Τσέλσι έχει επιστρέψει για τα καλά και δεν κάνει έναν ακόμα κύκλο που ανοίγει και κλείνει ξαφνικά.