MENU

Ήταν απολύτως λογικό να υπάρχουν ερωτήματα γύρω από το χτίσιμο της φετινής Ρεάλ Μαδρίτης. Το καλοκαίρι που πέρασε, η ομάδα της ισπανικής πρωτεύουσας δεν κατάφερε να αποκτήσει κάποιο από τα μεγάλα ονόματα που κυκλοφορούσαν στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ παράλληλα έχασε δύο παίκτες με τεράστια επιρροή στο παιχνίδι της την περασμένη σεζόν: τον Μάριο Χεζόνια και τον Τρέι Λάιλς.

Θα μπορούσε ένας προπονητής όπως ο Πέδρο Μαρτίνεθ, με τη γνωστή προτίμησή του σε γρήγορο και επιθετικό μπάσκετ, να ταιριάξει με έναν τόσο ξεχωριστό παίκτη όπως ο Έντι Ταβάρες ή με έναν βετεράνο πόιντ γκαρντ όπως ο Φακούντο Καμπάτσο; Πόσο θα στοίχιζαν οι απώλειες των Χεζόνια και Λάιλς, που μέχρι πριν λίγους μήνες αποτελούσαν τα βασικά επιθετικά σημεία αναφοράς της ομάδας; Θα αντιμετώπιζε η Ρεάλ πρόβλημα στο σκοράρισμα; Και ποιος θα ήταν ο ρόλος του Σέρχιο Γιουλ σε μια ομάδα που αναμένεται να απαιτεί τη μέγιστη δυνατή ένταση, ειδικά στην περιφερειακή άμυνα;

Για όλους αυτούς τους λόγους, αλλά και βλέποντας αρκετούς από τους βασικούς ανταγωνιστές της στη EuroLeague να ενισχύονται σημαντικά, έμοιαζε λογικό να υποβαθμιστούν ελαφρώς οι προσδοκίες γύρω από τη Ρεάλ ενόψει της νέας σεζόν. Το να θεωρούνται ο Ολυμπιακός, ο Παναθηναϊκός, η Φενέρμπαχτσε και η Ντουμπάι ως τα τέσσερα βασικά φαβορί για το Final Four δεν ήταν καθόλου υπερβολικό, ακόμη κι αν η Ρεάλ Μαδρίτης πρέπει πάντα να αντιμετωπίζεται με απόλυτο σεβασμό όταν ο στόχος είναι η παρουσία στην τελική τετράδα.

Κι όμως, το πρώτο Super Cup της EuroLeague έδωσε στους περσινούς φιναλίστ της διοργάνωσης την ευκαιρία να στείλουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς την υπόλοιπη Ευρώπη.

Δύο δύσκολες νίκες στο Άμπου Ντάμπι, απέναντι στη Ντουμπάι και τον Ολυμπιακό, ήταν αρκετές για να χαρίσουν στη Ρεάλ μια θέση στην ιστορία ως την πρώτη κάτοχο του ευρωπαϊκού Super Cup. Το τρόπαιο μπορεί να μην έχει ακόμη το βάρος ενός πρωταθλήματος Ισπανίας ή μιας EuroLeague. Τουλάχιστον όχι ακόμη. Ωστόσο, τα χαμόγελα των παικτών και του τεχνικού επιτελείου μετά τη νίκη επί των «ερυθρόλευκων» και την απονομή του τροπαίου έλεγαν πολλά.

Η Ρεάλ χρειαζόταν αυτή την επιτυχία για πολλούς λόγους: για να δώσει ώθηση στο νέο πρότζεκτ, για να ξαναβρεί τη συνήθεια των τίτλων μετά από μια σεζόν χωρίς τρόπαιο, για να δείξει ότι η δουλειά που γίνεται αποδίδει καρπούς και, φυσικά, για να προειδοποιήσει την υπόλοιπη Ευρώπη για όσα σκοπεύει να πετύχει φέτος.

Και όλα αυτά, παρότι η εκκίνησή της μόνο πειστική δεν ήταν. Στον ημιτελικό, η Ντουμπάι προηγήθηκε με 36-20, με τη Ρεάλ να μοιάζει αποπροσανατολισμένη, να βιάζεται στις επιθέσεις της και να αστοχεί διαρκώς από τα 6,75 μ. Τότε, όμως, ανέλαβε δράση ο Έντι Ταβάρες και η ομάδα της Μαδρίτης βρήκε σταδιακά τον ρυθμό της.

Στον τελικό υπήρξε ακόμη ένα προβληματικό διάστημα, αυτή τη φορά αμέσως μετά την ανάπαυλα, όταν ο Ολυμπιακός ξέφυγε στο σκορ και διατήρησε το προβάδισμα σχεδόν μέχρι το τέλος. Παρ’ όλα αυτά, η Ρεάλ έδειξε περισσότερο την εικόνα της ομάδας που φαίνεται να θέλει να δημιουργήσει ο Πέδρο Μαρτίνεθ, με μικρότερη εξάρτηση από τον Ταβάρες.

Ο θηριώδης σέντερ αντιμετώπισε και προβλήματα με τα φάουλ, όμως οι συμπαίκτες του κυκλοφόρησαν εξαιρετικά την μπάλα, καταγράφοντας 31 ασίστ. Βέβαια, οι 23 χαμένες κατοχές αποτελούν σοβαρό πρόβλημα, ειδικά αν προστεθούν στις 22 που είχαν σημειωθεί απέναντι στη Ντουμπάι, παρά τις 24 ασίστ εκείνου του αγώνα.

Το μεγάλο volume στα τρίποντα αναμένεται να αποτελέσει βασικό χαρακτηριστικό της νέας Ρεάλ, αν και η ευστοχία της στο Άμπου Ντάμπι παρουσίασε μεγάλες διακυμάνσεις. Απέναντι στη Ντουμπάι ξεκίνησε άσχημα με 3/10, αλλά στη συνέχεια βρήκε το μακρινό σουτ και ολοκλήρωσε το παιχνίδι με εντυπωσιακό 13/24. Στον τελικό με τον Ολυμπιακό ήταν ξανά ασταθής, με 10/28, όμως κατάφερε -όπως παραδέχθηκε και ο Μαρτίνεθ μετά το τέλος του αγώνα- να «επιβιώσει» τόσο από την αστοχία όσο και από τα λάθη της.

Σε ατομικό επίπεδο, όσα είδαμε στο Άμπου Ντάμπι δείχνουν ότι οι Καμπάτσο και Ταβάρες θα συνεχίσουν να αποτελούν τα θεμέλια της Ρεάλ. Ο Αντρές Φελίς αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία, ενώ οι νεοαποκτηθέντες Χάιμε Πραδίγια και Μικαέλ Γιάντουνεν άφησαν εξαιρετικές πρώτες εντυπώσεις. Μάλιστα, υπήρξαν διαστήματα στα οποία αγωνίστηκαν μαζί στη φροντ λάιν, σε σχήματα χωρίς κλασικό σέντερ.

Θετικό ήταν και το ξεκίνημα του Τιμοτέ Λουβαβού-Καμπαρό. Από την άλλη, οι Μαξ Σούλγκα, Ολιβιέ Σαρ και Ντάμιαν Τζόουνς έχουν ακόμη δρόμο μπροστά τους, αν και ο Αμερικανός σέντερ έδειξε ορισμένα ιδιαίτερα ενθαρρυντικά στοιχεία στον τελικό.

Και φυσικά υπάρχει ο Τεό Μαλεντόν. Με τον Νικ Σμιθ να περιμένει ακόμη το επίσημο ντεμπούτο του, αφού δεν αγωνίστηκε ούτε λεπτό στο Super Cup, ο Γάλλος γκαρντ αποτέλεσε άλλη μία «πηγή» αισιοδοξίας. Έπειτα από μια πρώτη σεζόν που δεν εντυπωσίασε ιδιαίτερα, πραγματοποίησε εξαιρετική εμφάνιση απέναντι στον Ολυμπιακό, ολοκληρώνοντας τον αγώνα με +27 στο plus/minus όσο βρισκόταν στο παρκέ.

Έτσι, σχεδόν αθόρυβα, χωρίς μεταγραφές που μονοπώλησαν τα πρωτοσέλιδα, αλλά εν μέσω της δημιουργίας ενός νέου και άκρως ενδιαφέροντος πρότζεκτ, η Ρεάλ Μαδρίτης κατέκτησε το πρώτο τρόπαιο της χρονιάς.

Παράλληλα, ξεφορτώθηκε πολύ νωρίς ένα βάρος που κουβαλούσε από την περασμένη σεζόν και το οποίο θα μπορούσε να γίνει ακόμη πιο δυσβάσταχτο με την πάροδο του χρόνου. Και, ταυτόχρονα, υπενθύμισε σε ολόκληρη την Ευρώπη ότι σε έναν σύλλογο όπως η Ρεάλ Μαδρίτης δεν υπάρχουν πραγματικά χρονιές «μετάβασης» ή «αναδόμησης». Υπάρχει μόνο η υποχρέωση να διεκδικεί και να κατακτά τίτλους.

Η Ρεάλ έστειλε ηχηρό μήνυμα σ' ολόκληρη την Ευρώπη