MENU

Τον αγαπούσε τον πατέρα του. Μπορεί να μην του το ’δειχνε συχνά- οι άντρες συχνά προσβάλλονται από ιάσιμο καρκίνο εκδήλωσης των συναισθημάτων τους-, όμως πραγματικά τον αγαπούσε. 

Γι’ αυτό, πήρε την πιο γλυκιά έκφραση που μπορούσε, του χαμογέλασε στοργικά και μετά ξεστόμισε τα μελίρρυτα λόγια του: 

«Πατέρα, τι μ@λακίες λες; Άρχισες πάλι τα ναρκωτικά; Δεν είπαμε ότι είσαι μεγάλος για να σνιφάρεις; Σταμάτα να τρως όλη σου την σύνταξη σε βλακείες!».

Ο πατέρας, με βλέμμα θαλερό και μια πορτοκαλί σπίθα ν’ ανάβει στα μάτια του, συνέχισε την ονειροπόληση κοιτώντας την τηλεόραση και αγνοώντας επιδεικτικά τον γιο του: 

«Φασούλας το ριμπάουντ… Πρώτη πάσα στον Γκάλη, αυτός με τρομερή σταυρωτή περνάει τον προσωπικό του αντίπαλο, πασάρει ωραία στον Πρέλεβιτς που είναι στημένος στη γωνία και μέσα! 89-77 ο ΠΑΟΚ! Κλέβει την επαναφορά ο Λέβινγκστον, δίνει στον Μπάρλοου, αυτός στον Γκάλη, καλάθι με διπλό σπάσιμο της μέσης! Δεν υπάρχουν λόγια γι’ αυτό που βλέπουμε σε καμία γλώσσα του Πύργου της Βαβέλ- δοκιμάστε στα κορακίστικα μπας και…» 

Σιωπή στο δωμάτιο. Έπειτα, λίγη ακόμη. Και μετά μια αγέλη από ηλεκτρισμένες σιωπές ν’ ακολουθούν. Όταν η κατάσταση άρχισε να γίνεται ανυπόφορη, ο γιος είπε: 

«Μπαμπά, πρέπει να φύγω. Όταν θα περάσει η επήρεια, πάρε με τηλέφωνο. Ξέρεις ότι μου αρέσουν οι μπασκετικές σου ιστορίες, αλλά…» 

«Θες να σου πω για εκείνο το καλοκαίρι που ο κορυφαίος Έλληνας όλων των εποχών (κι ένας από τους κορυφαίους ευρωπαίους ever) έφτασε μια ανάσα από τον καλύτερο ΠΑΟΚ στα χρονικά;»

«Θε-θέλω, αλλά…»

«Τότε παλουκώσου και ράψε το στόμα σου! Θα σου διηγηθώ το πώς ο Νίκος Γκάκης ήταν έτοιμος να φορέσει τη φανέλα με το Δικέφαλο Αετό…» 

«Ο Άρης Θεσσαλονίκης δε θα κατακτήσει ποτέ το πρωτάθλημα με τον Νίκο Γκάλη στο ρόστερ του» 

Θεωρούνταν, και αυτό μάλλον ίσχυε, ο πιο ελπιδοφόρος προπονητής της Γηραιάς Ηπείρου. Μπορεί να μην είχε συμπληρώσει καν τα 40 του χρόνια, όμως ήταν ήδη ένας «φτασμένος» coach και το μόνο που απέμενε ήταν να διαβάσει σωστά τις οδηγίες για το πώς δένει η στολή του αστροναύτη, μιας και η εκτόξευσή του στ’ αστέρια ήταν δεδομένη. 

Έχοντας αναλάβει την τεχνική ηγεσία της Παρτιζάν μόλις στα 36 του, και καθοδηγώντας με μαεστρία δύο υπερόπλα όπως ο Ντράγκαν Κιτσάνοβιτς και Ντράζεν Νταλιπάγκιτς, ο Ντούσαν Ίβκοβιτς στην παρθενική του χρονιά ως head coach κατάφερε να κατακτήσει, το μακρινό 1979, το πρωτάθλημα και το κύπελλο της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας, καθώς επίσης και το κύπελλο Κόρατς, κάνοντας ένα εκκωφαντικών διαστάσεων, ειδικά για «πρωτάρη», triple crown.

Ο Ντούντα θα έμενε ακόμα μια σεζόν στο Βελιγράδι και μετά, το 1980, θα κατηφόριζε προς τη Θεσσαλονίκη για ν’ αναλάβει τον Άρη. Οι κιτρινόμαυροι μπορεί να είχαν στεφθεί πρωταθλητές Ελλάδος το 1979 με τον Ιωαννίδη στον πάγκο τους (κατά σύμπτωση, κι αυτός στην πρώτη του σεζόν ως προπονητής), όμως ο «Ξανθός» είχε αποχωρήσει- σχεδόν ακατανόητα- για τη Λάρισα της Β΄ Εθνικής και, απολύτως κατανοητά, για την Εθνική Ελλάδος, ενώ ο Φρεντ Ντέβελι που τον αντικατέστησε έφυγε κακήν κακώς από την ομάδα κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον αστικό μύθο, για… ομοφυλοφιλία!

Ο «Σοφός» (όπως θα τον βάφτιζε, χρόνια αργότερα, ο Φασούλας) ξεκίνησε την καριέρα του στην Ελλάδα επιλέγοντας το λάθος πόδι- με το αριστερό δεν μπαίνεις για το καλό ούτε σε γενική συνέλευση του ΚΚΕ: μόλις στο πρώτο του παιχνίδι αποφάσισε να διώξει τον- προερχόμενο από μερική αποκόλληση αχίλλειου τένοντα- Χάρη Παπαγεωργίου, ο οποίος ήταν παίκτης-θρύλος για τον Άρη. 

Το χειρότερο όλων, όμως, ήταν πως ουδέποτε κατά τη σχεδόν διετή του παραμονή στο σύλλογο μπόρεσε να βρει τα κουμπιά του απόλυτου σταρ: του Νίκου Γκάλη. 

Ο Νικ στην πρώτη σεζόν του Ίβκοβιτς στην ομάδα άρπαξε βίαια την μπασκετική πραγματικότητα από τον εύθραυστο λαιμό και της χορήγησε γενναίες ποσότητες απτού παραμυθιού, καθώς την σεζόν 1981-1982 έκανε ρεκόρ σκοραρίσματος (το οποίο φυσικά είναι «ζωντανό» μέχρι σήμερα) με 44 πόντους μ.ο./ ματς. 

Ωστόσο, το πρωτάθλημα δεν ήρθε ούτε το 1981 ούτε το 1982. Μοιραία- και με τις κινήσεις για την επιστροφή Ιωαννίδη να έχουν ολοκληρωθεί από τα μέσα της χρονιάς- ο Ντούντα είδε την πόρτα της εξόδου. 

Φεύγοντας, ωστόσο, ο Γιουγκοσλάβος προπονητής (φέρεται να) είπε πως «Ο Άρης με τον Γκάλη στην σύνθεσή του δε θα πάρει ποτέ το πρωτάθλημα»- μια δήλωση που δύσκολα θα του έδινε δουλειά σε γραμμή αστρολογικών προβλέψεων «Μάθε με απόλυτη επιτυχία το μέλλον σου». 

Αυτή ακριβώς η ατάκα του (την οποία, πάντως, ο ίδιος μετά από πολλά χρόνια αρνήθηκε πως την ξεστόμισε) καταδείκνυε με τον πιο εμφατικό τρόπο πως οι σχέσεις του με τον Νικ ήταν πιο ψυχρές κι από αυτές της Άσπας Τσίνα με τη Φωτεινή Τσιτσιγκού στο Fame Story

Και η κόντρα δεν επρόκειτο να «εξασθενίσει» ούτε μια ολόκληρη δεκαετία αργότερα. 

Τότε, το καλοκαίρι του 1992, θα καταλαβαίναμε όλοι την έκρηξη του Ίβκοβιτς. 

«Το αστέρι του Άρη είναι ο Μητρούδης, όχι ο Γκάλης» 

Ξέρεις κάτι, γιε μου; Σύμφωνα με τον θεσσαλονικιώτικο θρύλο που είχε γεννηθεί, είχε κάνει τα πρώτα του βήματα και είχε μετατραπεί σ’ έναν ολόκληρο άυλο άντρα στο γυμναστήριο του Καυτανζογλείου, ο Γκάλης μπορούσε να σηκώσει σε άσκηση για τα πόδια 350 κιλά. 

Αυτός είναι προφανέστατα και ο λόγος που αρχής γενομένης από το 1987 κατάφερε να σηκώσει στις πλάτες του ένα ολόκληρο έθνος, να εκτοξεύσει τον Άρη σε δυσθεώρητα- και πρωτόγνωρα για την μπασκετική Ελλάδα του τότε- ύψη και να τον μετατρέψει στην ομάδα μιας ολόκληρης χώρας. 

Παρά την πρόβλεψη του Ίβκοβιτς ο Άρης με τον Γκάλη (και, φυσικά, τον Γιαννάκη, τον Φιλίππου και τ’ άλλα παιδιά…) όχι απλά πήρε πρωταθλήματα, αλλά απεκδύθηκε το σαρκίο του απλού σωματείου κα φόρεσε τα ονειρώδη ρούχα του Αυτοκράτορα. 

Η παραμονή στον Κολοφώνα της ασύγκριτης δόξας διήρκησε μια εφταετία περίπου, μέχρι που το καλοκαίρι του 1992 πυροδοτήθηκε η θρυαλλίδα που θα τίναζε στο εγγύς μέλλον τα άλλοτε αρραγή θεμέλια του συλλόγου. 

Ο Θεόφιλος Μητρούδης ανέλαβε τις τύχες της ομάδας και από την πρώτη στιγμή που κάθισε στο θώκο του ιδιοκτήτη είχε να διαχειριστεί την πιο καυτή πατάτα στα χρονικά του μπασκετικού MasterChef: το συμβόλαιο του 35χρονου Γκάλη έληγε και ο σούπερ σταρ ήθελε να συνεχίσει να φορά τα κιτρινόμαυρα. 

Εδώ υπήρχε ένα μικρό προβληματάκι: ο Μητρούδης- παρά το γεγονός πως αργότερα το αρνήθηκε- δεν ήθελε να μείνει ο Νικ στον Άρη, μιας και στο μυαλό του είχε ήδη τον (παιχταρά, δε χωρά αμφιβολία) Τάρπλεϊ και τον Άντερσον στο πλάι του Γιαννάκη. 

Μάλιστα, φρόντισε να καταστήσει εξ αρχής σαφές το ποιος κάνει… κουμάντο: «Η ομάδα πλέον είναι Μητρούδης, αυτός είναι το αστέρι. Δεν είναι ούτε ο Γκάλης ούτε ο Γιαννάκης ούτε ο Χ ή ο Ψ. Εγώ είμαι το αστέρι. Αν δεν θέλετε να είμαι εγώ το αστέρι, να φύγω και να έρθει κάποιος άλλος. Όσο είναι πρόεδρος ο Μητρούδης, ο σούπερσταρ θα είναι ο Μητρούδης. Τελεία και παύλα», ήταν τα γλυκά του λόγια προς την πλευρά του Γκάλη, ο οποίος, είναι δεδομένο, αν είχε μια σκούφια πρόχειρη σ’ εκείνο το ραντεβού θα την πέταγε από τη χαρά του. 

Στις 5 Ιουλίου του 1992, λοιπόν, ο ισχυρός άνδρας της ομάδας συναντήθηκε για τελευταία φορά με τον Νικ, του προσέφερε 120 εκατομμύρια δραχμές για να αναλάβει το εφηβικό του συλλόγου (ο ίδιος ο Μητρούδης ισχυρίζεται πως τα πράγματα δεν έγιναν έτσι και πως ο Γκάλης ήταν αδύνατον, για οικονομικούς λόγους, να μείνει), ο άνθρωπος που επί 13 χρόνια φόρεσε και μάτωσε τη φανέλα με το νούμερο 8, το 7, και, εν τέλει, το δοξασμένο 6, ψέλλισε κάτι σαν «Ευχαριστώ πρόεδρε, αλλά θέλω να συνεχίσω να παίζω» και μετά… 

Και μετά, οι πηχυαίοι τίτλοι των εφημερίδων της επόμενης ημέρας έδιναν την αίσθηση μιας κακογραμμένης χάρτινης φάρσας, που, όμως, ήταν πέρα για πέρα αλήθεια:

ΤΕΛΟΣ Ο ΓΚΑΛΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΗ! 

Στα 35 του μπορεί να μην… έκανε στον «Αυτοκράτορα», όμως υπήρχαν χιλιάδες αυλικοί που γονάτιζαν μπροστά του κάθε φορά που πατούσε στο παρκέ. 

Γιατί, ξέρεις παιδί μου, ο Γκάλης μπορούσε ακόμα να παίξει. Κι όταν ο Γκάλης έπαιζε, απλά δεν παιζόταν. 

Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός, Ηρακλής και ΑΕΚ έσπευσαν να ξεκινήσουν επαφές μαζί του, όμως ο Νικ ήθελε να μείνει στη Θεσσαλονίκη και να παίξει αλλού. 

Στον ΠΑΟΚ. 

«Με διώξανε από το σπίτι μου, θα πάρω εκδίκηση» 

Ο εγωισμός, ειδικά στον αθλητισμό, παιδί μου διατηρεί τον άνθρωπο όπως ο πάγος διατηρεί το κρέας. Και ο Γκάλης, με αμιγώς μπασκετικά κριτήρια, είχε κολοσσιαίο εγωισμό, ο οποίος είχε πληγωθεί σε βαθμό κακουργήματος. 

Ο λατρεμένος του Άρης τού γύρισε την πλάτη, και ο Νικ- όπως αναφέρει στο βιβλίο του ο προσωπικός του γυμναστής και (τότε) κολλητός και κουμπάρος του Γιώργος Ραμπότας- ήθελε ν’ αποδείξει το μέγεθος του εγκλήματος που είχε διαπραχθεί. 

Έτσι, με την σκέψη της εκδίκησης να λειτουργεί σαν κηροζίνη στο πορτοκαλί του αίμα, συναντήθηκε με τον Νίκο Βεζυρτζή και τα βρήκε σε όλα με τον πρόεδρο του ΠΑΟΚ. 

Απέμεναν μονάχα τα τυπικά προκειμένου να ολοκληρωθεί το deal και να φορέσει και επίσημα ο Έλληνας παίκτης τη φανέλα του Δικέφαλου του Βορρά. 

Όσο κι αν τώρα μοιάζει με σενάριο ειρωνικής επιστημονικής φαντασίας, θα συνέβαινε πράγματι. Ναι, ο Γκάλης θα πήγαινε στον ΠΑΟΚ. Αρκεί… 

Αρκεί να ρυθμιζόταν και η τελευταία λεπτομέρεια. 

Να συμφωνούσε, δηλαδή, ο Ίβκοβιτς. 

«Πρόεδρε, έχω τον Κόρφα. Τι να τον κάνω τον Γκάλη;» 

Επίτρεψέ μου, πριν συνεχίσω, να κάνω μια μικρή παρένθεση παιδί μου: ο ΠΑΟΚ της σεζόν 1992-1993 δεν ήταν μια απλά καλή ομάδα- ήταν υπερομάδα. Προερχόταν από τη λυτρωτική κατάκτηση του πρωταθλήματος την προηγούμενη χρονιά βάζοντας τέλος στην παντοκρατορία του Άρη, είχε τον Μπάνε και τον Κόρφα στα καλύτερά τους, τον Φασούλα να σκεπάζει τα καλάθια στα μετόπισθεν και να τελειώνει φάσεις «μπροστά», τον Μπάρλοου και τον (δύο φορές πρωταθλητή ΝΒΑ στους Μπουλς του Τζόρνταν) Λέβινγκστον για… εξωπραγματικούς ξένους. 

Το μπάσκετ που έπαιζε φάνταζε βγαλμένο από υπερυπολογιστή του μέλλοντος και άπαντες περίμεναν ένα και μόνο πράγμα- δεδομένου πως το Final 4 του Πρωταθλητριών θα φιλοξενούνταν στην Αθήνα: να γίνει η πρώτη ελληνική ομάδα που σηκώνει την υπέρτατη διασυλλογική κούπα. 

Μπορείς να φανταστείς, λοιπόν, τον Γκάλη να «τρέχει» αυτό το σύνολο; Ο Βεζυρτζής του προσέφερε γη και ύδωρ προκειμένου να γίνει πραγματικότητα η παρακάτω εικόνα (συγγνώμη συμπαθέστατε Νίκο Μπουντούρη): 

Ωστόσο, λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο: όταν πλησίασε τον Ίβκοβιτς για να τον ενημερώσει πως τα έχει βρει σε όλα με τον Νικ, ο Ντούντα του είπε πως είναι λάθος να γίνει μια τέτοια προσθήκη σε ένα τόσο «στρωμένο» σύνολο, που την προηγούμενη σεζόν είχε πάρει το πρωτάθλημα. Θα διαταράσσονταν οι ισορροπίες και αυτό ο «Σοφός» δεν το ήθελε. 

Μάλιστα, ο Ίβκοβιτς (πάλι φέρεται να) είχε πει στον ισχυρό άντρα του ΠΑΟΚ «Πρόεδρε, έχω τον Κόρφα. Τι να τον κάνω τον Γκάλη;». 

Κάπως έτσι, ο Βεζυρτζής ακύρωσε τη μεταγραφή και ο Νικ κατέληξε με ηγεμονικό συμβόλαιο στον Παναθηναϊκό, κλείνοντας τα στόματα των όψιμων επικριτών του: στα 37 του (1993-1994) ήταν πρώτος σκόρερ και πρώτος πασέρ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών (της σημερινής Euroleague, δηλαδή). 

Ο (τεράστιος προπονητής, δεν τίθεται αμφιβολία επ’ αυτού) Ίβκοβιτς κατά πάσα πιθανότητα έβαλε την προσωπική του, παρελθοντική κόντρα με τον «Γκάνγκστερ» πάνω από το καλό του συλλόγου και πυροβόλησε εντέχνως τα πόδια του. 

Ο ΠΑΟΚ του 1993 εν τέλει έχασε από την Μπενετόν στον ημιτελικό του ΣΕΦ, ενώ στο πρωτάθλημα αποκλείστηκε από τον 4ο Ολυμπιακό και δεν μπήκε καν στους τελικούς. 

«Με τον Γκάλη», εξομολογήθηκε πριν από μερικά χρόνια ο Βεζυρτζής, «τα είχαμε βρει σε όλα. Ήταν πάρα πολύ πληγωμένος από την στάση του Άρη και ήθελε να ’ρθει σε μας για να σηκώσουμε το Πρωταθλητριών. Δεν έπρεπε ν’ ακούσω τον προπονητή που δεν τον ήθελε. Ήταν μεγάλο λάθος μου. Με τον Γκάλη θα τα είχαμε πάρει όλα…». 

Θα, όμως. 

Δείξε μου έναν άνθρωπο που πιστεύει πως με τα «αν» γράφεται ιστορία, και θα σου δείξω έναν ανόητο. 

«Μην ψάχνεις το γιατί- στην αγάπη δεν υπάρχει γιατί ούτε λογική ούτε εξήγηση ούτε λύση» 

Στο βλέμμα του γιου- ακραιφνής μπασκετόφιλος από μικρός- ο ενθουσιασμός για μια ιστορία που δεν είχε ακούσει έδινε τον νυν υπέρ πάντων αγώνα με την έμφυτη τάση του ν’ αμφισβητεί τα λεγόμενα του πατέρα του. 

Δεν ήταν ντροπή να το παραδεχτεί κανείς, ο γέρος πλησίαζε τα 85 με ταχύτατους ρυθμούς. Δεν είναι απολύτως λογικό στο μυαλό του να είχαν γίνει κάποιες πληροφορίες αγαπημένο γεύμα των influencers στο Instagram (spoiler alert: σαλάτα) και να μπέρδευε πρόσωπα και πράγματα; 

Ακούς εκεί, ο Γκάλης στον ΠΑΟΚ! Ακόμα κι αν- βάσει των όσων άκουσε από τον μπαμπά του- μια τέτοια κίνηση θα ήταν απολύτως δικαιολογημένη, η εικόνα του με το ασπρόμαυρο 6 στο στήθος θα ήταν σα να την πέφτει κανείς στην γκόμενα του κολλητού του- όχι παράνομο, αλλά ηθικά λάθος.  

«Μπαμπά;», ρώτησε ο γιος, «Είσαι σίγουρος πως αυτό που μου περιέγραψες συνέβη στ’ αλήθεια; Δεν το έβγαλες από το μυαλό σου; Όντως ο Νικ είχε κλείσει στον ΠΑΟΚ;» 

Για λίγη ώρα, που έμοιαζε με σιωπηρή αιωνιότητα, ο γέρος δε μίλησε παρά μονάχα κοίταζε την τηλεόραση. Στην οθόνη εμφανίζονταν χιόνια, μα ο πατέρας πατούσε επίμονα ένα προϊστορικό, θαρρείς, τηλεκοντρόλ. 

«Μπαμπά…;» 

«Σε άκουσα. Ή αυτός ή εγώ, είπε ο Ίβκοβιτς και το deal χάλασε γιε μου. Κι όσο κι αν ήθελα να δω τι θα μπορούσε να κάνει εκείνος ο εκπληκτικός ΠΑΟΚ με τον Γκάλη να κινεί τα νήματα, μέσα μου- ακόμα και μετά από τόσο καιρό- χαίρομαι που στο τέλος στράβωσε το πράγμα». 

«Γιατί;» 

Η πανάρχαια βιντεοκασέτα μούγκρισε και μετά από λίγο γέννησε μια νοσταλγική εικόνα στην οθόνη, στέλνοντας στην αγκαλιά της λήθης τα χιόνια. 

Μια φυσούνα. Στο Αλεξάνδρειο; Ναι, στο Αλεξάνδρειο. 6000 κόσμος να γεμίζει απ’ άκρη σ’ άκρη το γήπεδο και να φωνάζει συνθήματα. 

«Γιατί παιδί μου… 

(Χειροκροτήματα, η φυσούνα τραντάζεται) 

Στην αγάπη δεν υπάρχει ούτε λογική… 

(Χαρτάκια πέφτουν παντού) 

Ούτε εξήγηση…

(Χέρια!!!) 

Ούτε λύση… 

(Η ομάδα βγαίνει στον αγωνιστικό χώρο με πρώτο αυτόν) 

Στην αγάπη ένα κι ένα κάνει ένα». 

Το παιχνίδι ξεκινάει. 

Και ο Γκάλης φοράει τη φανέλα του Άρη. 

 

«Ή αυτός ή εγώ»: Ο λάθος χειρισμός που χάλασε την ιστορική μεταγραφή του Γκάλη στον ΠΑΟΚ
EVENTS