Η πρόσληψη του Ισπανού τεχνικού ανακοινώθηκε από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία του Βελγίου στις 3 Αυγούστου 2016. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ακολούθησε… παραλήρημα.
«Έχουν τρελαθεί τελείως».
«Όλοι τώρα έξω από τα γραφεία της Ομοσπονδίας για να διαμαρτυρηθούμε».
«Κάποιος στην Ομοσπονδία μάλλον έχει πολύ περίεργη αίσθηση του χιούμορ».
Αυτά ήταν κάποια από τα πιο χαριτωμένα, αλλά διόλου κολακευτικά σχόλια Βέλγων φιλάθλων για τον Μαρτίνεθ, ο οποίος μόλις μερικούς μήνες νωρίτερα είχε απολυθεί από την Έβερτον και είδε το EURO της Γαλλίας από τις εξέδρες δουλεύοντας ως τηλεσχολιαστής.
Ο Μαρτίνεθ ήταν (και ίσως παραμένει) αντιεμπορικός, παρά το γεγονός ότι μέχρι να αναλάβει τους «κόκκινους διαβόλους» δεν τα είχε πάει και τόσο άσχημα στους συλλόγους στους οποίους είχε δουλέψει. Κατέκτησε, μάλιστα, και το Κύπελλο Αγγλίας ως προπονητής της Γουίγκαν, κατόρθωμα διόλου ευκαταφρόνητο αν αναλογιστεί κάποιος τους σπουδαίους προπονητές που έχουν περάσει από το Νησί και τελικά… χαιρέτησαν άτιτλοι.
Επιπλέον, οι ομάδες του έπαιζαν γενικά ελκυστικό, επιθετικό ποδόσφαιρο και αναλαμβάνοντας την εθνική ομάδα του Βελγίου θα έπρεπε να διαχειριστεί μια «χρυσή», υπερταλαντούχα γενιά ποδοσφαιριστών.
Mένοντας λίγο στο παρελθόν του 44χρονου τεχνικού, αξίζει κάποιος να παρακολουθήσει ακόμα και την διαδρομή που ακολούθησε ως ποδοσφαιριστής. Γεννημένος στο Μπαλαγέρ της Καταλονίας, μόλις στα 16 του άφησε το σπίτι του για να παίξει στην τέταρτη κατηγορία της Αγγλίας. Μαζί του ήταν άλλοι δυο φίλοι του, πιτσιρικάδες, οι οποίοι αποφάσισαν να «κυνηγήσουν» το… αγγλικό ποδοσφαιρικό όνειρο, μόνο που άλλοι δυο δεν άντεξαν και έτσι στο τέλος απέμεινε μονάχος.
Αυτός ο τύπος, λοιπόν, γενικά… ψαχνόταν. Πήρε πτυχίο φυσιοθεραπευτή (στα χρόνια που έπαιζε στη Σαραγόσα) και κατόπιν σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων στο Μάντσεστερ. Δεν το λές και ό,τι πιο φυσιολογικό για έναν ποδοσφαιριστή. Έπαιξε στη Γουίγκαν, στη Μάδεργουελ, στη Γουόλσον, στη Σουόνσι και στην Τσέστερ, γνώρισε και μια Σκωτσέζα, την παντρεύτηκε, έκαναν και μια κόρη, αλλά το βασικό ήταν ότι… σκληραγωγήθηκε και έζησε το ποδόσφαιρο στα αλώνια. Α, δημιουργικός χαφ ήταν στα ποδοσφαιρικά νιάτα του ο… Μπομπ, όπως «βαπτίστηκε» στην Αγγλία.
Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι και στην καριέρα του ως προπονητής τα ίδια… σκ@τα έφαγε, μέχρι να ορθοποδήσει. Άρχισε στη Σουόνσι, μετά πήγε τέσσερα χρόνια στη Γουίγκαν και το 2013 τον «τσίμπησε» η Έβερτον.
Ο Μαρτίνεθ έχτισε σιγά σιγά και με υπομονή τη φήμη του ως προπονητής. Χωρίς να μπει ποτέ στην πρώτη γραμμή, συνδυάζοντας τις παραστάσεις που είχε από την πατρίδα του με τις αρχές του αγγλικού ποδοσφαίρου.
Μετά την αποχώρηση του Μαρκ Βίλμοτς από τον πάγκο του Βελγίου «έπαιξε» πολύ το όνομα του Λουίς φαν Χάαλ για την αντικατάστασή του. Ο Μαρτίνεθ, ο πρώτος μη Βέλγος που ανέλαβε την εθνική ομάδα της χώρας μετά το 1958, ήταν η έκπληξη και γι’ αυτόν τον λόγο υπήρξαν και οι αντιδράσεις.
Δύο χρόνια μετά, βέβαια, ουδείς μπορεί να τον κατηγορήσει ως αποτυχημένο. Ίσα ίσα. Η εύκολη πρόκριση στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ρωσίας και η πορεία του Βελγίου ως τώρα (να ΄ναι φυσικά καλά ο Φελαϊνί και ο Τσαντλί, αλλά ποιος αποφάσισε να τους βάλει στο παιχνίδι κόντρα στην Ιαπωνία;) δικαιώνει απόλυτα αυτούς που τον επέλεξαν.
Ο Μαρτίνεθ είχε στα… χέρια του χρυσάφι και το εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σε τέτοιο βαθμό ώστε οι Βέλγοι να φαντάζουν πια ικανοί ακόμα και να κατακτήσουν το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ρωσίας. Ακόμα και χωρίς τον Ρατζά Ναϊνγκολάν, τον οποίο ο Μαρτίνεθ δεν δίστασε να «κόψει» από την αποστολή κρίνοντας ότι δεν χρειάζεται ούτε την ικανότητα του άσου της Ίντερ ούτε φυσικά και τους μπελάδες που συχνά πυκνά αυτός προκαλεί.
Παραμένοντας ψύχραιμος στα δύσκολα και στα κρίσιμα, μιλώντας την παγκόσμια γλώσσα του ποδοσφαίρου, διαβάζοντας πολύ, φιλοσοφώντας για τη ζωή και για το άθλημα, αντιμετωπίζοντας με στωικότητα το… κράξιμο, κατάφερε να κερδίσει σεβασμό και αναγνώριση. Αν θα «σηκώσει» και το τρόπαιο στις 15 Ιουλίου, είναι άλλη κουβέντα.