MENU

Διαβάζεις την ιστορία του Λίον Μπέιλι, του νέου μεταγραφικού αποκτήματος του Ολυμπιακού, και αναρωτιέσαι: Καλά, εκεί στο Χόλιγουντ κοιμούνται όρθιοι; Έτοιμο σενάριο, από τη ζωή βγαλμένο, για ταινιάρα! Με βία στις αλάνες και μαριχουάνα και πείνες με κονσέρβες τόνου και απαγωγές και δυσκολίες μέχρι να ξεκινήσει ένα ταξίδι που τον οδήγησε στην Μπουντεσλίγκα και την Πρέμιερσιπ. Τι να πουν και οι σεναριογράφοι, όταν τις ιστορίες τις γράφει η ίδια η ζωή;

Τζαμαϊκανός ποδοσφαιριστής: Μια παραδοξότητα. Στο Κίνγκστον, σύμφωνα με τις διεθνείς στατιστικές μια από τις πιο επικίνδυνες πόλεις της υφηλίου, τα παιδιά μαθαίνουν να τρέχουν γρήγορα για να ξεφεύγουν από τις σφαίρες που βουίζουν γύρω τους. Έτσι λέει ένα ντόπιο ανέκδοτο, που «εξηγεί» γιατί η χώρα βγάζει σωρηδόν σπρίντερς πρώτης γραμμής. Ο Μπέιλι δεν συγκινήθηκε ποτέ από το απλό τρέξιμο. Τον κέρδισε από μικρό η μπάλα.

Για την ακρίβεια, μια σκληρή και βίαιη εκδοχή της μπάλας. Στο Κασάβα Πις, μια από τις πιο κακόφημες και υποβαθμισμένες περιοχές του Κίνγκστον, συνήθως με ντρίμπλα περνάει ή η μπάλα ή ο παίκτης, ποτέ και τα δύο μαζί. Για να το καταφέρεις πρέπει να είσαι και δυνατός, και γρήγορος, και ανθεκτικός στις κλωτσιές και τις λεκτικές απειλές και στη μαριχουάνα, που… πάει σύννεφο. Ο Μπέιλι, παιδί μονογονεϊκής οικογένειας, ουσιαστικά μεγάλωσε μόνος σ’ αυτές τις αλάνες παίζοντας μπάλα, ώσπου συνάντησε τον Κρεγκ Μπάτλερ.

Πρώην ποδοσφαιριστής ο ίδιος, ο Μπάτλερ ασχολήθηκε με τη μπάλα κι όταν κρέμασε τα παπούτσια του. Από την δεκαετία του 1980 «έτρεχε» μια μικρή ακαδημία ποδοσφαίρου, τη Φίνιξ Ολ Σταρ Ακάντεμι, και προσέλκυε ταλαντούχα παιδιά της πόλης με το δέλεαρ μιας υποτροφίας σε πανεπιστήμιο των ΗΠΑ. Τον Μπέιλι τον είδε τυχαία το 2009 σε μια αλάνα και… όρμησε για να πάρει τον 12χρονο βιρτουόζο υπό την προστασία του. Τόσο πολύ, που στο τέλος έγινε κι επισήμως πατρική φιγούρα, τον υιοθέτησε. Ο Μπέιλι πριν ακόμα ολοκληρωθούν οι διαδικασίες τον φώναζε «μπαμπά».

Έχοντας την πεποίθηση ότι έχει πετύχει μια σημαντική φουρνιά νέων παικτών, που θα μπορούσαν να παίξουν και στην Ευρώπη, το 2011 ο Μπάτλερ αποφάσισε κάτι παράτολμο: Θα ταξίδευε ο ίδιος στην Ευρώπη με τα πιο ταλαντούχα παιδιά και θα τα προωθούσε σε ευρωπαϊκές ακαδημίες! Ο Μπέιλι, φυσικά, ήταν ο «κράχτης» της ομάδας που αποτελούνταν από άλλα δύο παιδιά, ανάμεσά τους και ο Κάιλ Μπάτλερ, κανονικός γιος του Κρεγκ (ο οποίος ακόμα παίζει ποδόσφαιρο σε τοπικό επίπεδο).

Ο βασικός σταθμός ήταν το Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας και η Ρεντ Μπουλ, με την οποία είχε ανοίξει επιχειρηματικές παρτίδες ο Μπάτλερ όσο ήταν στη Τζαμάικα. Τα παιδιά όντως δοκιμάστηκαν εκεί, αλλά απορρίφθηκαν. Πήγαν με το τρένο στη Βιέννη για να δοκιμαστούν στην Ραπίντ, τζίφος κι εκεί. Τα λεφτά του ταξιδιού τελείωναν και η μικρή ομάδα τρεφόταν σχεδόν αποκλειστικά με κονσέρβες τόνου. Μόνο μια τοπική ομάδα του Σάλτσμπουργκ, η Ανίφ, ενδιαφέρθηκε να εντάξει τον Λέον στις τάξεις της. Ο Μπάτλερ βιάστηκε να συμφωνήσει, δηλώνοντας σίγουρος ότι αν ο μικρός αγωνιστεί έστω σε λίγα ματς, θα καταπλήξει.

Και όντως, κατέπληξε. Σε 16 παιχνίδια με την Κ15 της Ανίφ πρόλαβε να πετύχει… 75 γκολ! Μέσος όρος πέντε τέρματα σε κάθε ματς! Αυτό που θυμάται ο προπονητής του τότε, ο Μάικ Ρόσμπαουντ, είναι ότι ο μικρός έβαζε όλη του τη δύναμη στο σουτ όταν πλησίαζε στην περιοχή, με συνέπεια να δίνει πολύ ύψος στη μπάλα και να την πετάει πάνω από το δοκάρι. Όταν ο ίδιος τον συμβούλεψε να… κοντρολάρει λίγο τη δύναμή του και «να σουτάρει με το 80% της δύναμης», όπως χαρακτηριστικά είπε, τα γκολ άρχισαν να πέφτουν βροχή!

Η πολύ οργανωμένη ομάδα σκάουτς του Άγιαξ έπιασε στα ραντάρ της το νεαρό και του έδωσε μια διέξοδο: Μια που στην Ολλανδία δεν μπορούσε να γίνει επαγγελματικό συμβόλαιο πριν τα 18 του χρόνια, τον «συμβούλεψε» να μετακινηθεί στη Σλοβακία και την Τρέντσιν, έναν από τους συλλόγους που συνεργάζεται. Ιδιοκτήτης εκεί είναι ο Τσου Λα Λινγκ, ο Ολλανδός πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής που είχε περάσει και μια διετία (1982-84) από τον Παναθηναϊκό!

Ο Μπέιλι έμεινε για δύο σεζόν στην ακαδημία της Τρέντσιν και συχνά-πυκνά μετακινούνταν στο Άμστερνταμ για να δοκιμαστεί. Σ’ ένα από τα ταξίδια του αυτά τον προσέγγισαν (μαζί με τον Μπάτλερ, φυσικά) οι άνθρωποι της Γκενκ και του είπαν πόσο ενδιαφέρονται. Μετά από τρεις απορρίψεις από την ακαδημία του Άγιαξ ο Μπέιλι είπε πως όταν ενηλικιωθεί θα ήθελε να πάει στη Γκενκ και μόνο εκεί. Έτσι κι έκανε.

Τα προβλήματα, όμως, δεν σταμάτησαν. Από τα 17 του εγκαταστάθηκε στο Βέλγιο και περίμενε να συμπληρώσει το νόμιμο ηλικιακό όριο για να υπογράψει συμβόλαιο, αλλά ένας τυχαίος έλεγχος που έγινε στην ακαδημία της Γκενκ τον έφερε αντιμέτωπο με το νόμο. Δεν είχε άδεια παραμονής, ούτε φυσικά εργασίας, οπότε… απελάθηκε μαζί με τον Μπάτλερ και για λίγους μήνες επέστρεψε στη Τζαμάικα.

Και να’ ταν μόνο αυτό; Πριν απελαθεί, βίωσε την… εξαφάνιση του πατέρα του! Ο Μπάτλερ ταξίδεψε «για δουλειές» στο Μεξικό, όπου σύμφωνα με τα όσα εξιστόρησε αργότερα ο ίδιος έπεσε θύμα ληστείας και απαγωγής από μια συμμορία! Η αστυνομία δεν επιβεβαίωσε ποτέ κάτι τέτοιο, ο Μπάτλερ ισχυρίζεται ότι έμεινε κρατούμενος για τέσσερις μήνες και απέδρασε μόνος του. Στη Γκενκ είχαν χάσει κάθε επικοινωνία μαζί του και δεν ήξεραν τι να σκεφτούν μέχρι την επανεμφάνισή του, πάντως πλήρωσαν την διαμονή, διατροφή και εκπαίδευση του θετού του γιου.

Η επαγγελματική του καριέρα ξεκίνησε στη Γκενκ και σφραγίστηκε μ’ ένα γκολ που πέτυχε εναντίον της Άντερλεχτ στην πρώτη του χρονιά! Αμέσως έγινε αγαπημένος της εξέδρας, αλλά ο ίδιος έβλεπε πολύ μακρύτερα και το είχε πει στον προπονητή της ομάδας Πέτερ Μάες: «Σε τρία χρόνια θα παίζω αλλού». Τελικά ήταν… δύο τα χρόνια της παραμονής του εκεί. Χρειάστηκε μια ευρωπαϊκή χρονιά στο Γιουρόπα με τη Γκενκ και μερικές εντυπωσιακές εμφανίσεις εναντίον της Σασουόλο, της Ραπίντ Βιέννης, της Αθλέτικ Μπιλμπάο.

Ο αστικός μύθος λέει ότι ο Ρούντι Φέλερ, μεγάλος γκολτζής ο ίδιος, είχε πάθει πλάκα με τον νεαρό Τζαμαϊκανό και απαίτησε από τη διοίκηση της Λεβερκούζεν να τον αποκτήσει «με κάθε κόστος». Ήταν σίγουρος ότι είχε μπροστά του παίκτη που σε λίγο καιρό θα άξιζε τριψήφιο αριθμό εκατομμυρίων. H Μπάγερ συμφώνησε να πληρώσει υπεραξία και τελικά απέκτησε τον Μπέιλι με 16,7 εκ. ευρώ.

Από το καλοκαίρι του 2017 ως και τώρα ο Μπέιλι ήταν παρών για εννέα χρόνια στην ελίτ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Στη Λεβερκούζεν έφτιαξε ακόμα περισσότερο το όνομά του, αποδεικνύοντας ότι μπορεί να σταθεί στο υψηλότερο επίπεδο, με 28 γκολ σε 119 ματς. Το 2021, κι ενώ η χρηματιστηριακή του αξία είχε φτάσει πια τα 35 εκ. ευρώ, η Άστον Βίλα έδωσε 32 εκ. ευρώ στη Λεβερκούζεν για να τον κάνει κάτοικο Μπέρμιγχαμ. Εκεί ο Μπέιλι είχε και καλά και κακά διαστήματα. Η καλύτερη χρονιά του ήταν το 2023-24, όταν και έκανε 50 ματς με τους «βίλανς», σημείωσε 12 γκολ και μοίρασε 13 ασίστ.

Ο τελευταίος χρόνος του συμβολαίου του θα μπορούσε κανείς να πει ότι ήταν ένα μεγάλο ερωτηματικό. Προσπάθησε να κάνει μια νέα αρχή στη Ρόμα, όμως για το πρώτο μισό της σεζόν που έπαιξε εκεί αγωνίστηκε μόνο 11 φορές και συνολικά 322 λεπτά, χωρίς γκολ και μόνο με δύο ασίστ. Η επιστροφή στη Βίλα έγινε ακριβώς όταν έπρεπε να για συμπεριληφθεί στο ρόστερ της ομάδας που κατέκτησε το Γιουρόπα Λιγκ, όμως στη διοργάνωση έπαιξε πέντε ματς για 42 λεπτά και συνολικά έκανε 19 ματς με τη Βίλα με ένα γκολ και μία ασίστ.

Αυτό είναι και το ερωτηματικό που συνοδεύει τη μετακίνησή του στον Ολυμπιακό: ποιο πρόσωπο θα δείξει; Αν ασχοληθεί και το δει ως μια προσπάθεια να επανέλθει σε τοπ επίπεδο, στην Ελλάδα θα ξεχωρίσει και εύκολα. Είναι ζήτημα κινήτρου και οπτικής οι εικόνες που θα επιλέξει να μας δώσει στην ελληνική του περιπέτεια.

Λίον Μπέιλι: Καλά, εκεί στο Χόλιγουντ κοιμούνται όρθιοι; (vids)