Η αντιποδοσφαιρική ποινή στον Λουτσέσκου, δίνει την ευκαιρία – έστω μετά από μία δεκαετία – να αρχίσει ο διάλογος όχι για την κατάργηση των τακτικών δικαστών, αλλά για τον εμπλουτισμό τους με στελέχη της δικαιοσύνης που κατέχουν το αθλητικό δίκαιο. Δυστυχώς στην Ελλάδα έχουμε αφήσει κατά μέρος την οποιαδήποτε κουβέντα για εξειδίκευση.
Είναι αδιανόητο να γίνεται επιλογή αθλητικών δικαστών με βάση είτε την επιθυμία τους είτε τις ανάγκες του Πρωτοδικείου ή του Εφετείου. Αθλητικός δικαστής επιλέγεται αυτός που γνωρίζει αθλητικό δίκαιο και σε κάθε περίπτωση στελεχώνεται από εξειδικευμένους, οι οποίοι μπορούν να τον βοηθήσουν στη δουλειά του.
Σε αναπτυγμένες ποδοσφαιρικά χώρες υπάρχει ένα μικτό σύστημα καθηγητών αθλητικού δικαίου και δικηγόρων που γνωρίζουν άριστα την ποδοσφαιρική δικαιοσύνη. Επειδή κάτι τέτοιο στη χώρα μας θα προκαλούσε εύλογες αμφισβητήσεις και γενικευμένη καχυποψία, μπορούμε να πάρουμε ως παράδειγμα άλλες χώρες που επιλέγουν και τακτικούς δικαστές. Όμως δίπλα τους είναι απολύτως απαραίτητοι οι νομικοί αθλητικού δικαίου, οι οποίοι στελεχώνουν τις πειθαρχικές επιτροπές της FIFA και της UEFA, αλλά και το Ανώτατο Αθλητικό Δικαστήριο της Λωζάνης (CAS).
Είναι αδύνατον ένας τακτικός δικαστής να γνωρίζει το δαιδαλώδες αθλητικό δίκαιο του CAS, οι αποφάσεις του οποίου σε πολλές περιπτώσεις αποτελούν δεδικασμένο. Με βάση αυτά τα δεδομένα οφείλουμε να προχωρήσουμε σε μία επανεκκίνηση στο ζήτημα της ποδοσφαιρικής δικαιοσύνης, καθώς οι λόγοι που έφεραν αποκλειστικά και μόνο τακτικούς δικαστές το 2015, έχουν ήδη εξαλειφθεί.
Αλλωστε με μια τέτοια ρύθμιση είναι σύμφωνος και ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης, ο οποίος θεωρεί ότι ο επαγγελματικός φόρτος των δικαστών, πάει πολύ πίσω τη βασική τους δουλειά. Ένα πρώτο βήμα θα μπορούσε να γίνει με τη στελέχωση των πειθαρχικών επιτροπών της ΕΠΟ από καθηγητές αθλητικού δικαίου αναγνωρισμένου και διεθνούς κύρους. Είναι βέβαιο ότι τουλάχιστον η FIFA μπορεί να συνδράμει σ’ αυτό.
Πάντως, ο Πειθαρχικός Κώδικας στη χώρα μας έχει εναρμονιστεί πλήρως με τον κώδικα των υπερεθνικών ομοσπονδιών και δεν υπάρχει πλέον η δικαιολογία περί διαφορετικών ερμηνειών. «Αγκάθι» αποτελεί ο νόμος που καλύπτει τη ΔΕΑΔ και πρέπει να υπάρξει μία συμφωνία ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην UEFA για να ενοποιηθούν οι κάθε είδους κυρώσεις.