- Τι έκανε από το πρωί που φύγαμε;
- Ό,τι έκανε και πριν φύγετε το πρωί. Σούταρε.
…
- Μάρκους, δεν είσαι ο εαυτός σου. Αυτός που είδα δεν είσαι εσύ.
-Μαμά, είμαι μια χαρά.
…
- Θέλω το γιο μου πίσω. Μπορείς να μου φέρεις πίσω το γιο μου;
…
Wichita Falls, 1999. Ο Μάρκους Φόστερ είναι τεσσάρων ετών. Οι αδερφές του, σχεδόν δέκα χρόνια μεγαλύτερες αμφότερες, δεν είναι παιδιά για να παίξουν μαζί του. Όμως, η Τζενέντρα έπαιζε μπάσκετ στο γυμνάσιό της. Το βράδυ, παραμονή κάθε αγώνα, ο εξοπλισμός για την επόμενη μέρα είχε ιεροτελεστικά απλωθεί στο γραφείο του. Η φανέλα. Η κορδέλα. Το περικάρπιο. Το μπουκαλάκι νερού. Ο Μάρκους περίμενε υπομονετικά την κόρνα για το ημίχρονο. Έτρεχε με τη μπάλα του και σούταρε, ενθουσιάζοντας τον κόσμο στο κλειστό γυμναστήριο. Όταν δεν είχε αγώνα η αδερφή του, και δεν υπήρχε κλειστό γυμναστήριο, έβρισκε υποκατάστατα παντού. Ένα χαρτί στο καλάθι αχρήστων. Ένα άπλυτο φανελάκι στο καλάθι για τη μπουγάδα. Και, φυσικά, η μικρή πλαστική μπασκέτα πίσω από την εξώπορτα.
«Δουλεύαμε με τον πατέρα του στο ίδιο εργοστάσιο και φεύγαμε μαζί το πρωί για δωδεκάωρη βάρδια. 8 το πρωί με 8 το βράδυ. Η πεθερά μου ήταν εκείνη που έμενε μαζί του. Γυρνούσαμε από τη δουλειά και τον βρίσκαμε να σουτάρει. «Τι έκανε όλη μέρα;», θα τη ρωτούσα. «Ακριβώς το ίδιο που έκανε και όταν φύγατε το πρωί». Μπάσκετ. Το κλισέ του παιδιού που μεγάλωσε με τη μπάλα στα χέρια, το κλισέ της οικογένειας που έψαχνε τρόπους να ικανοποιήσει την τρέλα του παιδιού τους.
Η γιαγιά ήταν της τηλεόρασης. Βιντεοκασέτες έπαιζαν με τα καλύτερα παιχνίδια των Λος Άντζελες Λέικερς. Τζέιμς Ουόρθι, Μάτζικ Τζόνσον, Κόμπι Μπράιαντ. Κυρίως, Κόμπι Μπράιαντ. «Ήταν ο παίκτης που προσποιούμουν ότι ήμουν κάθε φορά που έκανα step back και σούταρα», θυμάται ο Μάρκους, ο οποίος σταδιακά κέρδιζε… περισσότερες μάχες στο σπίτι. Ο ίδιος και το μπάσκετ. Τις βιντεοκασέτες διαδέχτηκε το χαλί: Ο Μέλβιν και η Αλβίτα αποφάσισαν να το κόψουν για να έχει περισσότερο παρκέ στο σπίτι να μπορεί να ντριμπλάρει. Και μετά ήταν εκείνο το βράδυ: Ο πατέρας του γύρισε από τη δουλειά με αρκετούς συναδέλφους του. Έριξαν τσιμέντο στην πίσω αυλή και τοποθέτησαν μια κανονική μπασκέτα.
«Θυμάμαι τη μαμά μου. Γυρνούσε από τη δουλειά στις 8μ.μ. και καθόταν μαζί μου κάθε βράδυ να μαζεύει τη μπάλα. Είχε ένα κλίκερ. Σούταρα κάπου ανάμεσα στα 250 με 500 κάθε βράδυ». Ήταν δεδομένο ότι δε θα μπορούσε να ακολουθήσει άλλο δρόμο. Σύντομα, όμως, με έναν παιδικό ρομαντισμό και συνάμα κάπως βίαια, κατάλαβε ότι το παιχνίδι έπρεπε να είναι κάτι περισσότερο από διασκέδαση.
«Ήμουν δώδεκα χρονών όταν έχασαν και οι δύο της δουλειάς τους στο εργοστάσιο. Είπα στη μαμά μου ότι θα συνεχίζω να παίζω μπάσκετ για να μην χρειάζεται να δουλεύουν και να μην έχουμε πρόβλημα. Ήταν μια όμορφη στιγμή τότε», διηγείται ο Μάρκους, ωστόσο όπως θα πει η Αλβίτα η απόλυσή της, της έδωσε επί της ουσίας τη δυνατότητα να… επενδύσει στο γιο της. Βρήκε την ευκαιρία να τον πηγαίνει σε πόλεις πιο μακριά από τη δική τους, να παίζει με καλύτερους αντιπάλους και να εξελίσσει το παιχνίδι του. Όταν πάλι έμεναν πίσω, ο Μάρκους ήξερε πού να πάει. «Οπουδήποτε ήταν ανοικτό το γυμναστήριο. Στο γυμνάσιο, στη γειτονιά στην εκκλησία, όπου έβρισκε», θυμάται η μητέρα του και αυτό ήταν ένα από εκείνα τα γεγονότα που τον ενθουσίασαν, όταν δεσμεύτηκε με το κολέγιο του Κάνσας. Το γήπεδο είναι 24 ώρες ανοικτό!
Ο δρόμος της εξιλέωσης…
Kansas City, 2014… Ήθελε να τον φωνάζουν Hulk. Μιλούσε για τα κολέγια που ένα χρόνο πριν είχαν αδιαφορήσει για την περίπτωσή του. «Ήταν σα να μου έλεγαν ότι το ταλέντο μου δεν ήταν αρκετό για εκείνους. Κι αυτό ήταν η κινητήριος δύναμή μου πέρυσι». Κάτι είχε αλλάξει. Ακόμα, στην ανατολή της sophomore χρονιάς του στο κολέγιο, ελάχιστοι το παρατηρούσαν. Στην πρώτη του χρονιά, ο Μάρκους Φόστερ, ήρθε από εκεί που κανείς δεν τον περίμενε. 29,4 λεπτά μέσο όρο συμμετοχής, 2,5 ασίστ, 3,2 ριμπάουντ, 15,5 πόντοι ανά αγώνα και ορισμένες εμφανίσεις για… επετηρίδα. Τη δεύτερη χρονιά πήγε εκεί που κανείς δεν το περίμενε. Στο καλάθι των αχρήστων. Στα σκουπίδια. Στον πάγκο. Στην κερκίδα. Εκτός κολεγίου. Ο Μάρκους Φόστερ εκδιώχθηκε.
«Τον είχα δει το καλοκαίρι. Είχε προσκληθεί σε όλα αυτά τα υψηλού προφίλ τουρνουά. Του Ίρβινγκ, του Λεμπρόν. Κάτι είχε αλλάξει στο παιδί που γνώριζα. Η γλώσσα του σώματος, ο τρόπος που δούλευε. Έμοιαζε να είναι πολύ απασχολημένος με τον εαυτό του. Συμβαίνει συχνά. Πολλές φορές όταν νέοι άνθρωποι, πετυχαίνουν πολύ γρήγορα, νομίζουν ότι γίνονται ανίκητοι. Απομακρύνονται από όλα εκείνα που τους χάρισαν την επιτυχία εξ αρχής». Ο Γκρεγκ ΜακΝτέρμοτ ήταν προπονητής του Μάρκους στο γυμνάσιο. Ήταν εκείνος που δέχτηκε το τηλεφώνημα της Αλβίτα. «Μπορείς να μου φέρεις πίσω το παιδί μου;», με ρώτησε. «Αν δεν γνώριζα τον Μάρκους και την οικογένειά του από όταν ήταν 15 χρονών, δε θα το έκανα. Εκείνη τη στιγμή είχαν σηκωθεί πολλές κόκκινες σημαίες στην περίπτωσή του. Με τη βοήθειά της, όμως, ήθελα να το κάνω».
Ο Μάρκους Φόστερ ενημερώθηκε με sms ότι το κολέγιο αποφάσισε να τον αποβάλλει. Το περίμενε. Είχε μιλήσει με τον προπονητή του και γνώριζε τι ερχόταν. Σχεδόν κανείς δεν ήθελε να ασχοληθεί με την περίπτωσή του. Δεν ήθελε έναν μπελά στο δικό του γήπεδο. Ο ΜακΝτέρμοτ ρίσκαρε και το Κρέιτον στη Νεμπράσκα αποτέλεσε τη δεύτερη ευκαιρία του. Το δρόμο της εξιλέωσης, τον οποίο άνοιξε για εκείνον η μητέρα του και έπρεπε να ακολουθήσει ο Μάρκους. Είχε φάει ένα δυνατό χαστούκι. Αρκετά δυνατό, ώστε στην ηλικία των 20 ετών να καταλάβει ότι έπρεπε να συνέλθει. Εκ των υστέρων, διηγήθηκε ο ίδιος τι συνέβη και πώς ακριβώς βρήκε ξανά τον εαυτό του.
«Ωρίμασα. Στο κολέγιο πρέπει να διασκεδάζεις, αλλά δεν μπορεί να είναι μόνο διασκέδαση και αυτό έκανα στη sophomore χρονιά μου. Δεν ήμουν συγκεντρωμένος στο μπάσκετ. Ο προπονητής μου πήρε μια σωστή απόφαση. Έχει μια δουλειά να κάνει κι εγώ έχω μια δουλειά να κάνω, όμως εγώ δεν έκανα τη δική μου δουλειά», παραδέχτηκε με ωμή ειλικρίνεια. Πώς να το έκρυβε, άλλωστε; Πήρε κιλά. Έπεσαν τα ποσοστά του. Σταμάτησε να περνάει ώρες στο γυμναστήριο. Ήταν απείθαρχος.
«Νόμιζα ότι τα είχα καταλάβει όλα. Ότι είχα εκπληρώσει το στόχο μου και ήμουν έτοιμος για το ΝΒΑ. Σκεφτόμουν ότι απλώς πρέπει να περιμένω να περάσουν τα χρόνια για να παίξω στο ΝΒΑ, αντί να σκέφτομαι να βελτιώνομαι κάθε μέρα. Άρχισα να παίζω σαν τους παίκτες του ΝΒΑ. Έκανα ενέργειες που έβλεπα να κάνουν, χωρίς καν να τις έχω δουλέψει. Σα να έπρεπε να αποδείξω ότι είμαι στο επίπεδό τους, αντί να ασχολούμαι με το δικό μου επίπεδο και το δικό μου παιχνίδι».
Η ενδοσκόπηση βοήθησε. Ο Μάρκους Φόστερ δεν ήταν μια από τις κλασικές περιπτώσεις. Δεν οδηγούν όλες οι δεύτερες ευκαιρίες σε ευτυχισμένο τέλος. Για την ακρίβεια, σπάνια έχουν ευτυχισμένο τέλος. Όμως, πάντα θα έχουν ίντριγκα. Το 2018, ο (λίαν συντόμως) νέος παίκτης του Παναθηναϊκού, ήταν 23 ετών. Έτοιμος να αποφοιτήσει με πτυχίο στην εγκληματολογία. Δεσμευμένος επί χρόνια με την Τσέλσι (σ.σ. παντρεύονται στις 25 Ιουλίου του τρέχοντος έτους) και πατέρας. Πρότυπο για την κόρη του. Στήριγμα για τη σύζυγό του.
Τελευταίο παιχνίδι στην καριέρα του; Στην πρώτη φάση του NCAA Tournament στο Σάρλοτ. Αντίπαλος; Το Kansas State. Σα να ήταν εκεί για να κλείσει τον τελευταίο του λογαριασμό. Ο επίλογος. Το closure. Αηδίες… Απέτυχε, σαν κακογραμμένο χολιγουντιανό σενάριο. Τα έσπασε. 2/11 σουτ. 1/7 τρίποντα. πέντε ριμπάουντ, δύο ασίστ, τρία λάθη, μόλις πέντε πόντοι σε 33 λεπτά. Δε χρειαζόταν, όμως, το Χόλυγουντ. Δε χρειαζόταν την εξιλέωση, που θα έμοιαζε με εκδίκηση.
Λίγο πριν τελειώσει το ματς, ο Γκρεγκ ΜακΝτέρμοτ τον αγκάλιασε. Λίγο αφότου τελείωσε το ματς, ο Μπους Ουέμπερ – ο προπονητής που τον είχε διώξει από το Κάνσας – τον αγκάλιασε. Λίγο αργότερα, η γυναίκα του και η κόρη του. Στο σπίτι του, πίσω στο Τέξας, τον περίμενε η μητέρα του να τον αγκαλιάσει.
Είχε βρει ξανά τον γιο της…