MENU

Την ώρα που άνοιξαν οι κάλπες το βράδυ της 21ης Μαΐου του 2021 δεν υπήρχε το παραμικρό άγχος για το εκλογικό αποτέλεσμα. Δεν χρειάστηκαν exit-polls, ούτε δημοσκοπήσεις. Το 85,4% των ψηφοφόρων έδωσε σαρωτική λαϊκή εντολή νίκης στον Αντόνιο Σαλβαδόρ -όταν τρέχεις μόνος σου είναι αδύνατον να έρθεις δεύτερος. Το υπόλοιπο 14,6% επέλεξε να ρίξει λευκό. Ουδείς άλλος τόλμησε να θέσει υποψηφιότητα.

Δεν ήταν προσωπικό ρεκόρ. Τον Δεκέμβριο του 2013, ο ισόβιος πρόεδρος της Μπράγκα είχε αποσπάσει το 85,82% των ψήφων, έναντι του 14,45% του Νούνο Καρβάλιο, που είχε τολμήσει να ορθώσει ανάστημα απέναντι του.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις επόμενες προεδρικές εκλογές του 2017 ο Αντόνιο Πέδρο Πεϊσότο έλαβε το 32,5% των ψήφων, όμως και πάλι η επανεκλογή ήταν σαρωτική.

Πριν από μερικούς μήνες, στις 24 Φεβρουαρίου έσβησε 20 κεράκια την τούρτα. Ήταν μόλις 32 ετών, όταν μία επιτροπή σωτηρίας τον προσέγγισε και του ζήτησε να χρησιμοποιήσει το επιχειρηματικό του δαιμόνιο, το οργανωτικό του πνεύμα και τις καινοτόμες ιδέες του για να σώσει από την χρεοκοπία έναν σύλλογο που βούλιαζε. Στην αρχή, αρνήθηκε. 

Ήταν πάνω στο επιχειρηματικό του ξεπέταγμα. Σταδιακά, μαλάκωσε. Πίστευε ότι θα μείνει μόνο 2-3 χρόνια. Θα βοηθούσε τον σύλλογο να ορθοποδήσει και θα αποχωρούσε διακριτικά. Μετά από 20 χρόνια καθημερινής προσφοράς το τραγούδι που εκφράζει την σχέση του Αντόνιο Σαλβαδόρ με την Μπράγκα είναι ο απόλυτος λάτιν ύμνος στην αφοσίωση: «Es la historia de un amor». 

 

Αυτή είναι η ιστορία μιας αγάπης.

Έπιασε την πρώτη του δουλειά σε ηλικία 15 ετών. Οικοδομές, μαζί με τον πατέρα του. Την τρίτη λυκείου την έβγαλε στο νυχτερινό. Το πρωί είχε μεροκάματο. 

Είχε μέσα του από μικρός το μικρόβιο του ποδοσφαίρου. Ένα διαφορετικό μικρόβιο, όμως, από τα υπόλοιπα παιδιά που απλώς… θέλουν να κλωτσάνε μια μπάλα. Στα 17 του έγινε πρόεδρος στην ομάδα της γειτονιάς του την Bairro da Misericórdia. Το παραγοντιλίκι είναι ένα διαφορετικό μικρόβιο που θαρρεί κανείς πως το κουβαλά κανείς από την πρώτη του αναπνοή.

Μπλέχτηκε στον κόσμο των κατασκευών, η εταιρία που ίδρυσε (Britalar) άρχισε να πηγαίνει… τρένο, με δημόσια και ιδιωτικά έργα σε όλη την Πορτογαλία, μέχρι που μια μέρα του ζητήθηκε το πιο πολύπλοκο από όλα τα έργα που είχε αναλάβει: η αναστήλωση της Μπράγκα.

Ο ιστορικός σύλλογος της επαρχίας του Μίνιο βρισκόταν στο χείλος του γκρεμού. Ελάχιστους πόντους πάνω από την ζώνη του υποβιβασμού, όμως αυτό ήταν το λιγότερο. Οι παίκτες και το προσωπικό ήταν απλήρωτοι επί μήνες, ο σύλλογος έπαιζε στο πετρόκτιστο (!), παμπάλαιο και δυσλειτουργικό Στάδιο 1ης Μαΐου και η συσπείρωση στον κόσμο της ήταν σχεδόν μηδενική.

Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ξεριζώσει κάθε τι παλιό, είτε επρόκειτο για νοοτροπίες είτε για θεσμούς και οργανόγραμμα. Ήταν μόλις 32 ετών, είχε να αντιμετωπίσει δυσπιστία και αραχνιασμένες αντιλήψεις.

Κατέστρωσε ένα πλάνο οικονομικής εξυγίανσης, που ήταν άμεσα εξαρτημένο από την παραμονή στην μεγάλη κατηγορία. Ο τρίτος στόχος ήταν η αυτοχρηματοδότηση. Αυτή θα μπορούσε να επέλθει μόνο με δύο τρόπους: ποδοσφαιρικές υπεραξίες και έξοδο στην Ευρώπη κάθε χρόνο.

Από το 2004 μέχρι σήμερα, η Μπράγκα μόλις μία φορά ήταν απούσα από τα ευρωπαϊκά σαλόνια, το ποδοσφαιρικό brand που έχει δημιουργήσει είναι συνώνυμο της εξέλιξης, της προόδου, του εκσυγχρονισμού.

Η συνταγή της επιτυχίας

Η Μπράγκα έγινε ο αιμοδότης των τριών μεγάλων της χώρας, αλλά και της Εθνικής Πορτογαλίας, εκπαίδευσε και παρουσίασε στην ευρωπαϊκή σκηνή, σχεδόν όλη την νέα προπονητική σχολή των Ιβήρων, ετοιμάζει να εγκαινιάσει μία ιδιόκτητη αθλητική πολιτεία, όπου θα στεγάσει όλα της τα τμήματα, καταφέρνοντας να μπει στα ρουθούνια και των τριών μεγάλων, που απολαμβάνουν διαχρονικά την πολιτική, οικονομική, θεσμική και διαιτητική εύνοια. Μετά από 20 χρόνια στο τιμόνι της Μπράγκα έχει ένα μόνο απωθημένο: να πάρει ένα πρωτάθλημα: «Θα το παίρναμε το 2010, όμως η διαιτησία δεν μας άφησε. Θα τα καταφέρουμε, είναι θέμα χρόνου, αρκεί να καταφέρουμε να πάμε σε κεντρική διαχείριση των τηλεοπτικών, κάτι που είναι αίτημα όλων των ομάδων, εκτός των τριών που καρπώνονται με λαιμαργία τα λεφτά που εισπράττουν από τον δικό μας ιδρώτα».

Είχε την οξυδέρκεια και την διαύγεια να βάλει την Μπράγκα μέσα στο πακέτο του Euro 2004, όταν καρπώθηκε το Δημοτικό Στάδιο που χτίστηκε πάνω σε ένα παλιό λατομείο. Κι όχι μόνο αυτό. Έγινε ο πρώτος που πούλησε την ονοματοδοσία του στον τραπεζικό όμιλο AXA (για αρκετά εκατομμύρια ευρώ), όταν αυτή η πρακτική ήταν άγνωστη στην Ευρώπη.

Υποστηρίζει ότι κάθε χρόνο, για να είναι βιώσιμη η ομάδα του, πρέπει να βγάζει ετήσιο μεταγραφικό κέρδος γύρω στα 12 με 15 εκατομμύρια ευρώ. Σε αυτά τα 20 χρόνια που βρίσκεται στο τιμόνι του συλλόγου η ακριβότερη μεταγραφή έγινε φέτος το καλοκαίρι. Ο Μπρούμα, που έπαιξε πρόπερσι στον Ολυμπιακό, ήρθε για 6 εκατομμύρια ευρώ, την ώρα που οι 20άρες και οι 30άρες πωλήσεις τα τελευταία χρόνια (Βιτίνια, Τρινκάο, Κάρμο, Παουλίνιο, Ράφα Σίλβα, Πέδρο Νέτο, Πίτσι) πάνε σύννεφο.

Σε αυτά τα 20 χρόνια, μόνο από τις πωλήσεις η Μπράγκα έβαλε στα ταμεία της 372 εκατομμύρια ευρώ, το μεταγραφικό ισοζύγιο είναι θετικό κατά 260 ολόκληρα εκατομμύρια ευρώ!

Τα πάντα πωλούνται

Ναι, με εξαίρεση δύο Κύπελλα και άλλα τόσα Λιγκ Καπ δεν μπόρεσε να μπει σφήνα στα θηρία. Έπαιξε όμως τελικό Europa League, όπου κατά διαβολική σύμπτωση έπεσε κι εκεί πάνω σε εγχώριο θηρίο που της πήρε την μπουκιά μέσα από το στόμα (Πόρτο).

Σε αυτά τα 20 χρόνια, άλλαξε προπονητή 23 φορές, αλλά πολύ σπάνια απέλυσε κάποιον. Σχεδόν όλοι εξαργύρωσαν την θητεία τους στον πάγκο των αρσεναλίστας με κάτι καλύτερο. Από τον Ζόρζε Ζεσούς και τον Ντομίνγκος Πασιένσια, μέχρι τον Λεονάρντο Ζαρντίμ, τον Ζοσέ Πεσέιρο, τον Σέρτζιο Κονσεϊσάο, τον Πάουλο Φονσέκα και τον Κάρλος Καρβαλιάλ.

Ξέροντας πια το ISO για να παράγει προπονητές, πλέον τους πουλάει, σαν κανονικούς παίκτες. Από τον ΠΑΟΚ πήρε 2,5 εκατομμύρια για να απελευθερώσει τον Αμπέλ Φερέιρα. Από την Σπόρτινγκ πήρε 10 κολαριστά για να αφήσει τον Ρούμπεν Αμορίμ. Λογικά, ο Αρτούρ Ζόρζε θα είναι ο επόμενος. Το μοναστήρι να ‘ναι καλά…

Το μυαλό του δεν σταματά ποτέ να παράγει ιδέες. Από την ημέρα που πούλησε (λόγω χρεών της) την κατασκευαστική του εταιρία τον Μάρτιο του 2020, ζει και αναπνέει για την Μπράγκα. Δεν έχει περιουσιακά στοιχεία, ούτε καταθέσεις. Λέει ότι μένει στο ενοίκιο και πως ζει από τον προεδρικό μισθό. Είναι ο πιο σκληρός διαπραγματευτής σε όλο το πορτογαλικό ποδόσφαιρο, δεν χαρίζει ούτε ευρώ πουθενά. Το μόνο που τον ενδιαφέρει μετά από 20 χρόνια στην προεδρία της Μπράγκα είναι η κληρονομία.

Υστεροφημία

Μετά την ολοκλήρωση της Sports City, που κόστισε γύρω στα 30 εκατομμύρια ευρώ, σειρά παίρνει η ανακατασκευή της ιστορικής έδρας του συλλόγου, που ψάχνει ένα ζεστό σπιτικό, μακριά από το κρύο Δημοτικό Στάδιο που εντυπωσιάζει αρχιτεκτονικά, αλλά δεν μπορεί να γίνει καυτή έδρα. Όλα, ιδίοις εξόδοις, με κεφάλαια του συλλόγου. Η είσοδος στους ομίλους του Champions League και τα λεφτά από αυτό είναι δεδομένο ότι θα επενδυθούν σε αυτό το νέο πρότζεκτ.

Η Μπράγκα είναι ένα υπέροχο μέρος για να παράξεις ποδόσφαιρο. Μηδενικό άγχος, ελάχιστη πίεση, σταθερό κοινό και ρεαλισμός στις προσδοκίες. Η τέταρτη θέση είναι επιτυχία. Η τρίτη είναι θρίαμβος. Η δεύτερη αιτία να βγει όλη η πόλη στους δρόμους. Σε ένα υδροκέφαλο κράτος που μοιάζει πολύ με την Ελλάδα, μία επαρχιακή ομάδα όπως η Μπράγκα είναι σχεδόν αδύνατον να σπάσει παγιωμένες παραδόσεις ετών. 

Για να επιβιώσει, πρέπει να είναι διαφορετική. Πιο γρήγορη. Πιο λειτουργική. Πιο διεισδυτική. Με περισσότερα ρίσκα. Καλύτερο τμήμα scouting. Διαφορετικό μοντέλο και ποδοσφαιρική προσέγγιση.

Ο μέσος όρος ηλικίας του ρόστερ της είναι μόλις τα 23,4 χρόνια. Η ποδοσφαιρική της προσέγγιση είναι πάντα θετική, επιθετική. Μόνο τα γκολ δημιουργούν υπεραξία, όχι το ταμπούρι.

Ο Σαλβαδόρ δεν εθελοτυφλεί. Δεν τα βάζει πια με τα εγχώρια θηρία. Τα αφήνει να κατασπαραχθούν μόνα τους, ο ίδιος είναι εκτός αρένας και παρακολουθεί. Κάποια στιγμή θα έρθει και η δική του ώρα. Προς το παρόν, χτίζει, χτίζει, χτίζει και περιμένει. Η επόμενη τετραετία στον προεδρικό θώκο είναι κι αυτή εξασφαλισμένη, μοναδικός του αντίπαλος είναι μόνο το… λευκό.

Ένα μικρό γαλατικό χωριό στον δρόμο του Παναθηναϊκού!