Ήταν βράδυ Τετάρτης σαν σήμερα, 18 Σεπτεμβρίου 1991, όταν στη «νεογέννητη» ελληνική τηλεόραση έκανε πρεμιέρα η σειρά με τον τίτλο «Οι Απαράδεκτοι». Μια σειρά που ακόμα και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές, όσο καλά και αν περνούσαν στα γυρίσματα αλλά και στο θέατρο όπου ήδη ήταν μια επιτυχημένη ομάδα, δεν πίστευαν πως θα φτάσει στο σημείο να περάσει στην ιστορία και να θεωρείται ορόσημο για την κωμωδία και για τα σίριαλ στη χώρα μας.
Η παρέα του Λυκαβηττού, όπου διέμενε στην «οδό Αδάμαντος 4», για σχεδόν δυο σεζόν – αλλά και για δεκαετίες μέσω των επαναλήψεων – μπήκε στα σπίτια των Ελλήνων και φόρεσε στα πρόσωπά τους κάτι που είχαν και έχουν ανάγκη οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο. Το γέλιο. Η Δήμητρα, ο Σπύρος, ο Γιάννης και ο Βλάσσης, μαζί με τη Ρένια, τον Βασίλη και όλους όσοι πέρασαν κατά καιρούς από τη σειρά, έγιναν τα παιδιά της διπλανής πόρτας. Έγιναν η παρέα που ήθελες να έχεις.
Με ροή και ατάκες πολύ μπροστά από την εποχή της, η σειρά από τα πρώτα κιόλας επεισόδια άρχισε να γίνεται επιτυχημένη. Το τέλος της ήρθε, σύμφωνα με όσα έχει πει η δημιουργός και πρωταγωνίστρια Δήμητρα Παπαδοπούλου αλλά και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές, στο peak της καθώς υπήρξε ο φόβος της φθοράς και της επανάληψης. Οι τηλεθεατές δύσκολα αποδέχθηκαν πως δεν θα δουν ξανά την τρελή παρέα του Λυκαβηττού σε καθημερινές περιπέτειες, ίδιες με αυτές που μπορεί να περνούσαν και οι ίδιοι και όχι σε «φαντασιακές» και «αδύνατες» υποθέσεις όπως πολλές φορές – ακόμα και σήμερα – παρακολουθούν σε σειρές της μικρής οθόνης. Παρόλα αυτά, ακόμα και αυτό το αιφνίδιο και στενάχωρο για το κοινό τέλος, έδωσε ακόμα μεγαλύτερη διάσταση στον «μύθο» των «Απαράδεκτων».
Δεν είναι τυχαίο πως ακόμα και 30+ χρόνια μετά την πρεμιέρα, την προβολή του πρώτου επεισοδίου με τον τίτλο «Κάνε μου λιγάκι μμμ…», ατάκες και χαρακτήρες από τους «Απαράδεκτους» παραμένουν ολοζώντανα μέρη της καθημερινότητάς μας. «Τι έγινε ρε παιδιά;», ρωτάμε άπειρες φορές μέσα στην ημέρα όπως ο Σπύρος Παπαδόπουλος. «Καλά με συγχωρείς», λέμε με χιουμοριστική διάθεση όπως ο Βλάσσης Μπονάτσος. Βιτριολικό χιούμορ και ειρωνικές απαντήσεις σαν αυτές του Γιάννη Μπέζου – που ξεδίπλωσε το πηγαίο ταλέντο του παίζοντας τον πρώτο gay ρόλο στην ελληνική τηλεόραση χωρίς να ταυτιστεί με αυτόν παρά τη μεγάλη επιτυχία, αφελείς ερωτήσεις, κυκλοθυμία αλλά και αγάπη, αλληλεγγύη και ωραία «τρέλα», σαν της Δήμητρας Παπαδοπούλου.
Πόσες φορές στη ζωή μας δεν έχουμε συναντήσει χαρακτήρες σαν το «Αστροπελέκι», τη Ρένια Λουιζίδου που στα πρώτα της βήματα έγινε «ένα» με την παρέα και ακολούθησε μια σπουδαία καριέρα; Για πόσους δεν έχουμε σκεφτεί από μέσα μας ότι «αυτός είναι ίδιος ο τσιφούτης, μονόχνωτος διαχειριστής, ο κυρ-Βασίλης», σαν τον Βασίλη Χαλακατεβάκη που συνέχισε και αυτός και μέχρι σήμερα είναι στις επάλξεις σε θέατρο και τηλεόραση;
Οι Απαράδεκτοι θα μπορούσαν να ζουν στο διπλανό διαμέρισμα, ακόμα και σήμερα. Ακόμα κι αν είχαν, φυσιολογικά, φτάσει σε μεγαλύτερη ηλικία. Ο Σπύρος θα μπορούσε ακόμα να εξιστορεί τους αγώνες στο Πολυτεχνείο, η Δήμητρα να ψάχνει το νόημα της ζωής και πώς θα καταφέρει να ανανεώσει τον γάμο της με τον Σπύρο, ο Γιάννης να θυμάται την εποχή που του πετούσαν… δεκάρικα στο σούπερ μάρκετ συγκρίνοντας με το σήμερα όπου τα πράγματα έχουν πάει στο άλλο άκρο, ο Βλάσσης να κυνηγάει μικρούλες και να είναι ο πρώτος bon viveur της Αθήνας σε τόσο μεγάλη ηλικία, η Ρένια να περιμένει ακόμα να την παντρευτεί και να την πάει στου «Λαμόγια» και ο κύριος Βασίλης πότε θα εισπράξει εκείνα τα ξεχασμένα κοινόχρηστα από τον Απρίλιο του 1992…
Η παρέα των Απαράδεκτων δεν ήταν άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Γνωρίζονταν καλά από κοινή παρουσία σε θεατρικές παραστάσεις, ιδίως η Δήμητρα Παπαδοπούλου με τον Βλάσση Μπονάτσο και τον Γιάννη Μπέζο, ενώ με τον Σπύρο Παπαδόπουλο η δημιουργός της σειράς είχε συνεργαστεί ραδιοφωνικά. Η εκπομπή «Κυριακή Μήτηρ Πάσης Κακίας» ήταν, ουσιαστικά, η «μήτρα» των «Απαράδεκτων». Η Δήμητρα και ο Σπύρος σε αυτή την εκπομπή ήταν ένα ζευγάρι που είχε κοινά γνωρίσματα με το αντίστοιχο ζευγάρι της σειράς. Τα κείμενα έγραφε η Δήμητρα Παπαδοπούλου κι η απήχηση της εκπομπής έφερε την πρόταση για πρόσθεση χαρακτήρων και μεταφορά της σειράς στην νεοσύστατη, τότε, ιδιωτική τηλεόραση.
Η Δήμητρα Παπαδοπούλου εμπνεύστηκε τον τίτλο, ο πρώτος που τον άκουσε από τα χείλη της κι ενθουσιάστηκε ήταν ο Βλάσσης Μπονάτσος, και στη συνέχεια πρότεινε στον ίδιο τον Βλάσση, στον Γιάννη Μπέζο και στον Σπύρο Παπαδόπουλο να πάρουν μέρος στη σειρά. Επί της ουσίας δεν υπήρξε audition και casting. Ήταν μια φιλική συγκέντρωση όλης της παρέας που «γέννησε» τους πρωταγωνιστές της σειράς, η οποία αρχικά κατατέθηκε ως πρόταση στον ΑΝΤ1 το 1990 αλλά απορρίφθηκε. Έναν χρόνο αργότερα το Mega – αν και διατύπωσε επιφυλάξεις – πήρε το ρίσκο για τη νέα σειρά και δικαιώθηκε απόλυτα.
Τα γυρίσματα της σειράς έγιναν στα Studio ATA στα Μελίσσια, ενώ το σπίτι όπου υποτίθεται έμεναν οι Απαράδεκτοι στον Λυκαβηττό, είναι υπαρκτό αλλά όχι και η οδός Αδάμαντος 4. Η πολυκατοικία η οποία χρησιμοποιήθηκε για τα εξωτερικά πλάνα βρίσκεται όντως στον Λυκαβηττό, στη συμβολή των οδών Συνεσίου Κυρήνης και Κοσμά Μελωδού.
Το μουσικό σήμα της σειράς, που έγινε χαρακτηριστικό στην πορεία των χρόνων, ήταν μια μίξη του Νίκου Πατρελάκη, ενώ συνολικά τη μουσική επιμέλεια είχε ο ραδιοφωνικός παραγωγός Νίκος Μουρατίδης, ο οποίος έγινε ιδιαίτερα γνωστός μελλοντικά μέσα από την παρουσία του στην ιδιωτική τηλεόραση.
Η τεράστια επιτυχία των Απαράδεκτων, έφερε αρκετές προτάσεις για remake προς τη Δήμητρα Παπαδοπούλου και την υπόλοιπη παρέα. Η άρνηση ήταν η μόνιμη απάντησή τους, καθώς όπως έλεγαν ήταν πολύ πιθανό ο νέος κύκλος να μην έχει την απήχηση των δυο πρώτων και να «γκρεμίσει» έτσι τον «μύθο» των Απαράδεκτων.
Φημολογείται πως το 2009 το Mega είχε προτείνει στη Δήμητρα Παπαδοπούλου να γράψει ένα επετειακό επεισόδιο και να εμφανίζεται σε αυτό ο Βλάσσης Μπονάτσος μέσω ολογράμματος, κάτι που αρνήθηκε κατηγορηματικά η συγγραφές και ηθοποιός αλλά και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές. «Ακόμα και ένας από τους έξι χαρακτήρες της σειράς να λείπει, οι υπόλοιποι δεν μπορούν να ονομάζονται «Απαράδεκτοι»», είχε δηλώσει…
Στις 11 Νοεμβρίου 1992, οι «Απαράδεκτοι» έκαναν 73% στο τηλεοπτικό κοινό και 29,4% στον συνολικό πληθυσμό, φτάνοντας στην τέταρτη καλύτερη επίδοση στην ιστορία του Mega.