MENU

Δεν είναι εύκολο να γράψεις για την Ιταλία έτσι. Όχι για μια οποιαδήποτε εθνική, αλλά για τη χώρα με τα τέσσερα Παγκόσμια Κύπελλα, για μια φανέλα που κουβαλά πάνω της τον μύθο του 1982, το βάρος του 2006, τη μνήμη παικτών που ήταν σημεία αναφοράς του ίδιου του αθλήματος. 

Η Ιταλία ήταν ο Μαλντίνι, ο Μπαρέζι, ο Πίρλο, ο Ντελ Πιέρο, ο Μπουφόν, Τότι, ο Τζοφ κι ο Ρόσι παλιότερα και πόσοι άλλοι μύθοι προγενέστεροι, αλλά και «σειρές» των παραπάνω. Ήταν μορφές που έδιναν στην ομάδα ποιότητα ΑΑ, ύφος, προσωπικότητα και τη βεβαιότητα ότι αν το ματς βάραινε, κάποιος θα το κρατούσε όρθιο. Σήμερα, κοιτάζεις την ενδεκάδα της και δεν βρίσκεις ούτε κατά διάνοια τέτοιο ποδοσφαιρικό μέγεθος, με εξαίρεση τον Ντοναρούμα και κάπως τον Καλαφιόρι. Υπάρχουν καλοί παίκτες, υπάρχουν χρήσιμες μονάδες, αλλά δεν υπάρχει πια εκείνη η φυσική αίσθηση μεγαλείου που κάποτε έβγαινε από την ιταλική φανέλα πριν αρχίσει το παιχνίδι. Και ίσως εκεί να αρχίζει όλη η εξήγηση. Η Ιταλία έμεινε έξω από τρίτο συνεχόμενο Μουντιάλ διότι μοιάζει να έχει αποκοπεί από τον ίδιο της τον ποδοσφαιρικό εαυτό. Reuters, AP και ο ιταλικός Τύπος αντιμετωπίζουν τον νέο αποκλεισμό ως ιστορικό χαμηλό και ως απόδειξη ότι η κρίση έχει γίνει πλέον κανονικότητα. 

Το πιο βολικό θα ήταν να τα ρίξει κανείς όλα στον Γκατούζο, στην απειρία, στην πίεση, στην κακή βραδιά, στην έλλειψη μεγάλων στόπερ όπως άλλες εποχές. Όλα αυτά έχουν μια δόση αλήθειας, αλλά είναι η επιφάνεια. Το πραγματικό πρόβλημα είναι πολύ πιο βαθύ και, γι’ αυτό, πολύ πιο επικίνδυνο. Η ίδια η ιταλική συζήτηση πια δεν στέκεται στο «ποιος φταίει για το τελευταίο αποτέλεσμα», αλλά στο πώς έφτασε μια σχολή ποδοσφαίρου τέτοιου βεληνεκούς να χάνει τη συμμετοχή σε τρία συνεχόμενα Μουντιάλ. Δεν μιλάμε για μια ομάδα που λύγισε, μιλάμε για ένα σύστημα που φθείρεται εδώ και χρόνια και τώρα έφτασε η ώρα που δεν μπορεί πια να το κρύψει. Ο νέος αποκλεισμός από τη Βοσνία στα πλέι οφ επιβεβαίωσε ακριβώς αυτό, ότι η πτώση δεν είναι συγκυριακή, αλλά επαναλαμβανόμενη και δομική. 

Για χρόνια, η Σκουάντρα νόμιζε ότι ήταν καλύτερα απ’ όσο πραγματικά ήταν. Το Euro του 2021 λειτούργησε, όπως αποδεικνύεται, σαν χρυσό φίλτρο πάνω σε ρωγμές που είχαν ήδη ανοίξει. Ήταν ένας θρίαμβος αληθινός, αλλά όχι θεραπευτικός. Έδωσε δόξα, δεν έδωσε λύση. Έφερε ένα τρόπαιο, αλλά καθυστέρησε την αυτοκριτική και αυτή είναι ίσως η πρώτη μεγάλη παγίδα στην οποία έπεσε το calcio. Πίστεψε δηλαδή ότι είχε αναγεννηθεί, ενώ στην πραγματικότητα είχε βρει για λίγο ξανά συνοχή, ένταση και πνεύμα. Κάτω από το τρόπαιο, όμως, το ίδιο πρόβλημα συνέχιζε να ζει. Η παραγωγή παικτών δεν είχε αλλάξει ριζικά, η μετάβαση στη νέα γενιά δεν είχε λυθεί, η δομή του ποδοσφαίρου δεν είχε εκσυγχρονιστεί όσο χρειαζόταν. Έτσι, όταν έφυγαν οι τελευταίοι παίκτες που έδιναν προσωπικότητα και ποδοσφαιρική βαρύτητα στην ομάδα, η Ιταλία βρέθηκε γυμνή. Οι ίδιες οι ιταλικές αναλύσεις και οι τοποθετήσεις παλιών διεθνών επιμένουν ότι το Euro περισσότερο σκέπασε τις παθογένειες παρά τις διόρθωσε. 

Ένα από τα λιγότερο «λαϊκά», αλλά πιο ουσιαστικά κομμάτια αυτής της κρίσης είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ιταλία παράγει και, κυρίως, δεν ολοκληρώνει τους δικούς της παίκτες. Το θέμα δεν είναι ότι δεν υπάρχουν νέα παιδιά. Το θέμα είναι ότι δεν τα βλέπεις να μεγαλώνουν μέσα από ευθύνη, πίεση, λάθη, διαδρομή. Η Ιταλία κάποτε έφτιαχνε ποδοσφαιριστές με χαρακτήρα, με τακτική παιδεία, με ωριμότητα. Σήμερα συχνά φτιάχνει παίκτες που είναι «καλοί», χωρίς να έχουν περάσει από τη φωτιά που μετατρέπει την προοπτική σε προσωπικότητα. Γι’ αυτό και η κριτική που ασκείται από παλιές δόξες των Ατζούρι δεν στέκεται μόνο στην ποιότητα του ταλέντου, αλλά στον τρόπο με τον οποίο το σύστημα το χρησιμοποιεί: προτιμάται, δηλαδή, ο έτοιμος από τον εξελίξιμο, ο παίκτης που δίνει μια άμεση λύση, από τον ποδοσφαιριστή που μπορεί να γίνει κολόνα σε τρία χρόνια. Άρα, το πρόβλημα, δεν είναι μόνο ποιοι βγαίνουν, αλλά τι περιβάλλον τους περιμένει όταν βγουν. 

Εδώ μπαίνει και το ζήτημα της Serie A, όχι με τον φθηνό τρόπο του «φταίνε οι ξένοι», αλλά με τη σκληρή αριθμητική του σύγχρονου πρωταθλήματος. Σύμφωνα με το Transfermarkt για τη σεζόν 2025-26, στη Serie A υπάρχουν 534 παίκτες, από τους οποίους οι 366 είναι ξένοι. Αυτό σημαίνει ότι οι ξένοι αποτελούν το 68,5% του συνόλου της λίγκας. Το πρόβλημα, φυσικά, δεν είναι η παρουσία ξένων ποδοσφαιριστών αυτή καθαυτή, άλλωστε καμία σοβαρή λίγκα δεν ζει πια χωρίς διεθνοποίηση. Το πρόβλημα είναι ότι σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο Ιταλός παίκτης βρίσκει λιγότερα λεπτά, μικρότερο χώρο και συχνά λιγότερη ανοχή για να ωριμάσει (σας θυμίζει λίγο Ελλάδα αυτό;). Δεν παίζει αρκετά, δεν εκτίθεται αρκετά, δεν κάνει τα λάθη που χρειάζονται για να σκληρύνει. Κι έτσι, όταν φτάνει στην Εθνική, φτάνει συχνά ως καλός ποδοσφαιριστής, αλλά όχι ως ολοκληρωμένος διεθνής. Το ιταλικό ποδόσφαιρο, λοιπόν, δεν έμεινε από ταλέντο, έμεινε από διαδρομή ή (το προτιμώ) γραμμή παραγωγής ηγετών. 

Όταν μιλάμε για ηγέτες, εδώ το πράγμα πονάει πιο πολύ γιατί άλλο να λες «λείπει ένας καλός στόπερ» και άλλο να παραδέχεσαι ότι λείπει ολόκληρο το μέγεθος που κάποτε έκανε την Ιταλία, Ιταλία! Δεν είναι ρομαντισμός ούτε νοσταλγία παλαιάς κοπής. Είναι παρατήρηση. Παλιά, η Ιταλία είχε στην ενδεκάδα της ποδοσφαιριστές που, ακόμη κι όταν η ομάδα δεν πετούσε, κουβαλούσαν από μόνοι τους κύρος, καθοδήγηση, αυταρχισμό με το καλό νόημα της λέξης. Σήμερα δεν βλέπεις ούτε Μαλντίνι, ούτε Πίρλο, ούτε Ντελ Πιέρο, ούτε καν προσωπικότητες λίγο μικρότερου βεληνεκούς (Τόνι, Ντε Ρόσι) αλλά ανάλογης επιρροής. Βλέπεις μια ομάδα που προσπαθεί να σταθεί μέσα από το σύνολο, αλλά δεν διαθέτει εκείνον που θα επιβάλει χαρακτήρα όταν το ματς στραβώσει και αυτή ακριβώς είναι τεράστια διαφορά. Οι μεγάλες εθνικές δεν χτίζονται μόνο με τακτικά πλάνα, χτίζονται και με ποδοσφαιρικά νεύρα.

Δεν είναι τυχαίο, επίσης, ότι η κρίση αυτή φαίνεται και στο ευρωπαϊκό επίπεδο των συλλόγων. Αν ήταν μόνο θέμα Εθνικής, ίσως να μπορούσες να μιλήσεις για κακή συγκυρία, λάθος προπονητή ή δύσκολο σταυροδρόμι γενεών. Όταν, όμως, κοιτάζεις τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και βλέπεις ότι καμία ιταλική ομάδα δεν βρίσκεται στα προημιτελικά του Champions League, καμία στα προημιτελικά του Europa League, και ότι μόνο η Φιορεντίνα συνεχίζει στους «8» του Conference League, τότε η εικόνα ξεφεύγει από την Εθνική και γίνεται ποδοσφαιρικός καθρέφτης μιας ολόκληρης χώρας. Η Ιταλία δεν δυσκολεύεται μόνο να βγάλει εθνική ομάδας πρώτης γραμμής. Δυσκολεύεται πια να στηρίξει συνολικά κορυφαία ανταγωνιστικότητα στο ανώτερο επίπεδο, με εξαίρεση μια παρουσία της Φιορεντίνα σε διοργάνωση τρίτης ευρωπαϊκής ταχύτητας. Αυτό, συμπερασματικά, δεν είναι τυχαίο, αλλά αποτελεί ένδειξη ότι το calcio έχει χάσει έδαφος ως οικοσύστημα. 

Κάποτε η Ιταλία είχε ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που δεν το αμφισβητούσε κανείς. Μπορεί να μην ήταν πάντα η πιο γρήγορη, η πιο θεαματική ή η πιο πλούσια σε ταλέντο ομάδα του κόσμου, αλλά ήξερες ακριβώς τι θα βρεις: αμυντική τελειότητα, τακτική ψυχραιμία, έλεγχο του ρυθμού, ψυχολογική αντοχή. Αυτή η ταυτότητα τής έδινε προβάδισμα ακόμη και απέναντι σε ομάδες με περισσότερο ταλέντο. Σήμερα, όμως, η Σκουάντρα δεν είναι ούτε η κορυφαία αμυντική μηχανή, ούτε η πιο πειθαρχημένη ομάδα, ούτε μια εθνική που παγώνει το ματς και το φέρνει εκεί που θέλει. Έχασε μέρος της ποιότητάς της, έχασε το ίδιο το στοιχείο που την έκανε ξεχωριστή και κάπως έτσι άρχισε να μοιάζει με όλους τους άλλους, μόνο που δεν το αντέχει το ίδιο εύκολα, διότι κουβαλά μεγαλύτερο παρελθόν και μεγαλύτερες προσδοκίες. 

Υπάρχει και ένα άλλο, πολύ πιο... πεζό και ενδεχομένως βαρετό, αλλά απολύτως καθοριστικό επίπεδο. Οι επενδύσεις και οι υποδομές. Το ReportCalcio 2025 δίνει νούμερα που δεν επιτρέπουν υπεκφυγές. Από το 2007 έως το 2024 στην Ευρώπη χτίστηκαν 226 νέα γήπεδα, με συνολικές επενδύσεις 25,3 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η Ιταλία, στο ίδιο διάστημα, έκανε μόλις 6 νέα γήπεδα και απορρόφησε περίπου το 1% των συνολικών ευρωπαϊκών επενδύσεων. Την ίδια ώρα, η μέση ηλικία των γηπέδων στη Serie A είναι 56 χρόνια και στη Serie B φτάνει τα 74. Δεν χρειάζεται να είσαι οικονομολόγος του ποδοσφαίρου για να καταλάβεις τι σημαίνει αυτό. Σημαίνει πιο αργή ανάπτυξη, λιγότερα εμπορικά έσοδα, μικρότερη ευελιξία, πιο δύσκολη αναβάθμιση του προϊόντος, χειρότερο περιβάλλον για να μεγαλώσουν σύλλογοι και παίκτες. Με απλά λόγια, η Ιταλία προσπαθεί να κυνηγήσει το σύγχρονο ποδόσφαιρο πατώντας πάνω σε υποδομές άλλης εποχής. Είναι σαν να θες να πας στη Formula 1 με μοτέρ από λεωφορείο. Δεν γίνεται...

Το πιο ανησυχητικό απ’ όλα είναι ότι αυτή η κατάσταση δεν μοιάζει πλέον με παρένθεση. Το 2018 ήταν σοκ. Το 2022 ήταν δεύτερο χτύπημα. Το 2026 είναι μοτίβο και αρνητικό ρεκόρ βεβαίως για μια τετράκις παγκόσμια πρωταθλήτρια. Κι όταν ένα μοτίβο επαναλαμβάνεται τρεις φορές, τότε δεν έχεις δικαίωμα να το βαφτίζεις ατυχία. Είσαι υποχρεωμένος να το πεις με το όνομά του: παρακμή. Όχι οριστική, γιατί στο ποδόσφαιρο τίποτα δεν είναι για πάντα, αλλά πραγματική και βαθιά. Η Ιταλία παραμένει μεγάλη ως όνομα, ως ιστορία, ως μνήμη, αλλά δεν παραμένει μεγάλη ως παρούσα ποδοσφαιρική δύναμη. Αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό συμπέρασμα για μια χώρα που κάποτε δίδασκε στον κόσμο πώς να κερδίζει.

Ετσι, φτάσαμε στο σημείο να λέμε κάτι που ακούγεται... βλάσφημο για τα ποδοσφαιρικά μέτρα της χώρας αυτής, αλλά μάλλον περιγράφει την πραγματικότητα.

Η Ιταλία σταμάτησε να παράγει Ιταλία.

 

TikTok: Statho

Insta: chris.statho

FΒ: Chris D Stathopoulos

TW: @ChrisStatho

Η Ιταλία σταμάτησε να παράγει Ιταλία