MENU

Ένας άλλος κορυφαίος σκόρερ του ελληνικού πρωταθλήματος και κυρίως με τον ΠΑΟΚ (1974-88), ο Μάνθος Κατσούλης, μίλησε στο SDNA για το πως έζησε τους Γκάλη και Ίνγκραμ, όντας από τους ελάχιστους που ήταν συμπαίκτης και με τους δύο: στον Άρη (1988-90) και έπειτα στον Ηρακλή (1991-93).

Για τη βράβευση του Ίνγκραμ και του Γκάλη στα γενέθλια του Ηρακλή είπε αρχικά: 

«Μπράβο στον Ηρακλή για αυτή την κίνηση, ήταν μια σπουδαία στιγμή, τέτοιες τιμητικές εκδηλώσεις χρειάζεται το ελληνικό μπάσκετ. Μεγάλη υπόθεση να βλέπεις ολόκληρο το γήπεδο να χειροκροτάει τον Γκάλη, αντίπαλος για τόσα χρόνια αλλά με τεράστια προσφορά στο ελληνικό μπάσκετ. Και αυτό αναγνωρίζεται και το είδαμε όλοι με την υποδοχή που του επιφύλαξαν οι φίλαθλοι του Ηρακλή. Και αυτή πιστεύω στο τέλος είναι η μεγαλύτερη επιβράβευση και για τον Γκάλη. Το χειροκρότημα του κόσμου και ακόμα περισσότερο των αντιπάλων του. Φυσικά και για τον Ίνγκραμ που ήταν στο "σπίτι" του και είναι δικαιολογημένα ο πιο αγαπητός και φυσικά ο καλύτερος ξένος στην ιστορία της ομάδας».

γφξγ

Για τα αγωνιστικά τους χαρακτηριστικά και το κατά πόσο έμοιαζαν είπε: 

«Είχαν τρομερές ομοιότητες και οι δύο, χαρισματικοί σκόρερ, παθιασμένοι με το μπάσκετ και μπορούσαν να βάλουν την μπάλα στο καλάθι με κάθε τρόπο. Δεν ήταν μόνο ότι έπαιρναν πολλές προσπάθειες αλλά είχαν και πολύ μεγάλο ποσοστό ευστοχίας και αυτό τους κάνει ξεχωριστούς. Ήταν πολύ δύσκολο για τους αντιπάλους να τους σταματήσουν και θυμάμαι προπονητές να... αναστενάζουν στον πάγκο, ενώ οι "δικοί μας" προπονητές πολλές φορές δε χρειάζοταν να τους δώσουν οδηγίες. Να τονίσουμε όμως πως και οι δύο ήταν πολύ καλοί αμυντικοί, όμως παίζοντας για 40 λεπτά και όντας τα βαριά επιθετικά χαρτιά των ομάδων τους, έπρεπε κάπως να εξοικονομήσουν δυνάμεις, και για αυτό ήταν φυσιολογικό να υστερούν ηθελημένα σε αυτόν τον τομέα».

Για την εικόνα τους και εκτός αγώνων: 

«Ήταν εξαιρετικοί χαρακτήρες και στα αποδυτήρια, πάντα ηγέτες σε κάθε λεπτό είτε ήταν αγώνας είτε προπόνηση. Ήταν τρομερά ανταγωνιστικοί, στόχευαν και οι δύο πάντα στην κορυφή και δεν ήθελαν να χάνουν πουθενά. Κάτι χαρακτηριστικό που θυμάμαι και από τους δύο ήταν ότι ακόμα και στα απλά σουτ που κάναμε στις προπονήσεις χωρισμένοι είτε σε υποομάδες είτε ατομικά ήθελαν να βγαίνουν πάντα πρώτοι και... σκύλιαζαν για να το πετύχουν. Είναι γνωστό ότι ο Γκάλης πήγαινε μισή και μία ώρα πριν την προπόνηση για ζέσταμα και άλλο τόσο μετά για να γίνει ακόμα καλύτερος. Το ίδιο και ο Ίνγκραμ. Αν έχανε μια βολή ή ένα σουτ θα καθόταν παραπάνω στο γήπεδο για να σουτάρει ακόμα 100 φορές».

Για το αν τίθεται θέμα σύγκρισής τους: 

«Είναι δύσκολο να τους συγκρίνεις ατομικά, γιατί όπως είπα και οι δύο ήταν σούπερ σκόρερς. Όμως νομίζω πως ο Γκάλης λόγω και των ομαδικών επιτυχιών που είχε με τον Άρη και την Εθνική, τον πηγαίνει ένα επίπεδο πιο πάνω. Η Ελλάδα ήταν πολύ τυχερή που είχε και τους δύο στο πρωτάθλημα και μάλιστα την ίδια περίοδο». 

κυθο

Το προφίλ του Μάνθου Κατσούλη

Γεννήθηκε το 1956 στην Δράμα και έπαιξε αρχικά μπάσκετ στον Αθλητικό Όμιλο της Δράμας. Το 1974 είχε συμφωνήσει προφορικά με τον Άρη, μεσολάβησε όμως η επιστράτευση (εξαιτίας των γεγονότων στην Κύπρο), οι “κίτρινοι” καθυστέρησαν, μεσολάβησε ο ΠΑΟΚ που τελικά έκανε τον παίκτη δικό του. 

Στον Δικέφαλο ο Κατσούλης έπαιξε για 14 χρόνια και κατέκτησε ένα κύπελλο Ελλάδος (τον τελικό με τα ξυρισμένα κεφάλια το 1984). Το 1988 πήρε μεταγραφή στον Άρη, κατακτώντας δύο πρωταθλήματα Ελλάδας και δύο κύπελλα Ελλάδας. Το 1990 πήγε στον Ηρακλή για να κλείσει την καριέρα του το 1993 στον Μακεδονικό. 

Αγωνίστηκε στην εθνική Ελλάδος από το 1976 έως 1984. Συμμετείχε σε 165 παιχνίδια και σημείωσε 1371 πόντους (8,3 μ.ο.). Ήταν αρχηγός της εθνικής ομάδας, αγωνίστηκε στα Ευρωμπάσκετ 1979, Ευρωμπάσκετ 1981, Ευρωμπάσκετ 1983 και αντιμετώπισε το Μάικλ Τζόρνταν και το Κολλέγιο της Νορθ Καρολάινα. Το 1979 με την εθνική Ελλάδος κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στους Μεσογειακούς αγώνες.

Τα τελευταία 15 χρόνια ζει με την οικογένεια του στο εξωτερικό (Τουλούζ και Βασιλεία).

Γκάλης και Ίνγκραμ μέσα από τις αναμνήσεις του Κατσούλη: «Ηγέτες παντού, αναστέναζαν... οι προπονητές»