Οι λόγοι; Πολλοί.
Ο πρώτος είναι το Θεσμικό πλαίσιο.
Ο νόμος περί τύπου που ισχύει στην χώρα, είναι ένας νόμος Βενιζέλου, που είναι γνωστός με το παρατσούκλι «τυποκτόνος». Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο συνταγματολόγος που μας έσωσε μέχρι θανάτου με το PSI, έφτιαχνε νόμους και διατάξεις με την ευκολία που κάποιος κάνει φραπέ.
Νομοπαραγωγή με συνταγματικά προβλήματα και «φωτογραφικό» χαρακτήρα.
Ο δεύτερος λόγος είναι η διαπλοκή.
Ο στενός εναγκαλισμός της πολιτικής εξουσίας με τα επιχειρηματικά συμφέροντα. Ένας δεσμός που για να λειτουργεί επ’ ωφελεία και των δύο, προϋποθέτει την χειραγώγηση των μέσων μαζικής επικοινωνίας και τον περιορισμό της ελευθερίας των δημοσιογράφων.
Ο τρίτος λόγος είναι ο φόβος. Ο φόβος του δημοσιογράφου για τις συνέπειες που θα υποστεί αν κάνει σωστά την δουλειά του, επιλογή που του χαρίζει ηθικό πλεονέκτημα αλλά όχι υλική ανταμοιβή. Είναι μία επιλογή που δεν την κάνουν όλοι.
Αυτή η επιλογή υπάρχει για όλους τους δημοσιογράφους στην αρχή κάθε άρθρου, κάθε ρεπορτάζ και κάθε εκπομπής.
Στην δημοσιογραφία, τουλάχιστον όπως την διδάχθηκα και έμαθα να την ασκώ, υπάρχουν διάφοροι κανόνες που λειτουργούν σαν φωτεινοί σηματοδότες σε ένα σκοτεινό δρόμο με βαθειά χαντάκια, δεξιά και αριστερά. Μία φορά αν πέσεις εκεί, πολύ δύσκολα θα μπορέσεις να επανέλθεις.
Είναι κανόνες που αγνοεί το κοινό –και δεν είναι υποχρεωμένο να γνωρίζει- αλλά είναι ανεπίτρεπτο να αγνοεί ο δημοσιογράφος.
Ενας από αυτούς τους κανόνες ορίζει πως «η είδηση είναι αγία αλλά το σχόλιο ελεύθερο». Δηλαδή, δεν μπορείς να αλλοιώσεις η να κρύψεις τα στοιχεία ενός γεγονότος. Ας πούμε, η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μεγάλη. Γεγονός. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
Το αν αυτό είναι καλό ή κακό, είναι θέμα εκτίμησης. Όπως και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται. Και αυτά, μπορεί να τα αμφισβητήσει οποιοσδήποτε και να προβάλλει την δική του άποψη αν θεωρεί πως η άποψή του είναι ορθότερη από εκείνη του δημοσιογράφου.
Ο δημοσιογράφος στο σχόλιο, πρέπει να παρουσιάζει την άποψή του και κρίνεται για την πληρότητά της. Το να παρουσιάσεις εκείνο που το κοινό θέλει να διαβάσει για να αποκομίσεις κάποιο όφελος, δεν είναι δημοσιογραφία. Είναι είτε εμπόριο είτε δημόσιες σχέσεις.
Πάντα και παντού, το να παρουσιάζεις το γεγονός χωρίς να αλλοιώνεις τα στοιχεία του, έχει κόστος. Όπως και το να λες την γνώμη σου για κάτι, χωρίς να φοβάσαι για την ενόχληση που μπορεί να προξενήσει σε κάποιον. Αυτό το κόστος είναι εκείνο που καταβάλλει ο δημοσιογράφος που θέλει να προστατεύσει την ελευθερία του τύπου.
Και, στις μέρες μας είναι σπάνια τύχη να εργάζεσαι σε ένα μέσο που δεν σου επιβάλλει την άποψη του ιδιοκτήτη. Σπάνια τόσο για τον δημοσιογράφο, όσο και για τον αναγνώστη. Τον ακροατή. Τον θεατή.
Ο Θανάσης Ασπρούλιας, όπως και άλλοι πριν από αυτόν, πλήρωσε δύο πράγματα. Την τύχη να εργάζεται σε ένα μέσο που δεν του επιβάλλει μία «αλήθεια» και το δικαίωμα να κάνει την δουλειά του, ελεύθερος.
Και ο Θανάσης, φοβάμαι ότι δεν θα είναι ο τελευταίος όσο η πολιτεία επιτρέπει την ύπαρξη και την δράση τραμπούκων και εγκληματιών στον χώρο του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Ο Λόγος τώρα περνά στην δικαιοσύνη και την κυβέρνηση.
Θέλουν συνοδοιπόρο την αλητεία ή όχι;
Απλά πράγματα. Αρκεί ένα Ναι ή ένα Οχι.