Ένα διήμερο γεμάτο ευρωπαϊκές αναμετρήσεις ολοκληρώθηκε για τα ελληνικά χρώματα και αν τα βάλουμε κάτω μάλλον ικανοποιητικά ήταν τα δεδομένα συνολικά. Δε χρειάζεται πολύ ανάλυση το θέμα των τηλεοπτικών, κάτι που έχουμε επαναλάβει ξανά και ξανά, αφού η ίδια η CEV δεν προσπαθεί καν να προωθήσει το προϊόν της και τα περισσότερα ματς τα μαθαίνουμε από… περιγραφές και στατιστικά.
Σαφώς η μεγαλύτερη πρόκληση της μέρας ήταν αυτή του Ολυμπιακού στο Μιλάνο. Ο Ολυμπιακός ήταν τουλάχιστον ανταγωνιστικός και το 3-0 δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση καταστροφή ή κατάρρευση. Στα δύο πρώτα σετ η ομάδα του Κοβάσεβιτς έβαλε πίεση στην απέναντι πλευρά, κυρίως στο δεύτερο. Αυτό έχει να κάνει με το καλό σερβίς που είχε ο Ολυμπιακός αλλά και με την αποτελεσματικότητα στην κόντρα μπάλα.
Το Μιλάνο είναι μια ομάδα ικανότατη πάνω στο φιλέ με δύο εξαιρετικές κεντρικές. Η Σαρτόρι έκανε θραύση στη μπροστά ζώνη ενώ και η Κούρταγιτς, παρότι πήρε μόλις δύο πόντους από μπλοκ, δεν παύει να είναι μια από τις πιο ικανές μπλοκέρ της Ευρώπης. Αυτό περιόρισε κατά πολύ την Κούμπουρα και οδήγησε την Ντι Ιούλιο να ψάξει περισσότερο τις ακραίες του Ολυμπιακού.
Είναι πολύ απλό να εξηγηθεί η απόσταση μιας ομάδας σαν το Μιλάνο από τον Ολυμπιακό όταν η πρώτη έχει την άνεση να φέρει από τον πάγκο την Εγκόνου. Όταν σε μια ομάδα η Εγκόνου είναι, έστω και κατά συνθήκη, αναπληρωματική διαγώνια σημαίνει πως το ταβάνι είναι πολύ πολύ ψηλό. Και αυτό δίνει την άνεση στο Μιλάνο να βελτιώνεται όσο περνάει η ώρα και να φθείρει την απέναντι πλευρά. Ο Ολυμπιακός εφόσον δεν κατάφερε να κλέψει το δεύτερο σετ κάπου εκεί άδειασε ψυχολογικά και έγινε επιρρεπής στα λάθη οδηγώντας το παιχνίδι στο φινάλε του.
Όσον αφορά τους άλλους δύο, Παναθηναϊκό και ΠΑΟΚ, πήγαν να παίξουν κουβαλώντας τον τίτλο του φαβορί. Ο Παναθηναϊκός χαρακτηρίζεται από σκληρή πειθαρχία στο παιχνίδι του και δεν υποτίμησε ούτε στιγμή την κατώτερη του Ντούντιγκεν. Η ομάδα του Κιαπίνι λειτουργεί αρμονικά και έχει ισορροπία στο παιχνίδι της κάτι που την κάνει απρόβλεπτη και αξιοποιεί κάθε δυνατό της χαρτί. Και φυσικά όταν υπάρχουν παίκτριες σαν τη Σάμανταν που δίνουν το ένα μπλοκ μετά το άλλο και παράλληλα η Γουάιτ παίζει με την αυτοπεποίθηση στα ύψη δύσκολα μπορεί ένα τέτοιο παιχνίδι να στραβώσει.
Αν η αυτοπεποίθηση στον Παναθηναϊκό ανεβαίνει κάθε μέρα και περισσότερο στον ΠΑΟΚ η διαδρομή είναι αντίθετη. Αν, όπως λέμε συχνά, μια ομάδα που νιώθει καλά η μία συμπαρασύρει την άλλη και όλες γίνονται καλύτερες στον ΠΑΟΚ συμβαίνει το αντίθετο. Το σύνολο δεν είναι καλά και παρότι οι παίκτριες σαν μονάδες δεν είναι κακές όλο αυτό το αρνητικό κλίμα κάνει την ομάδα να πέφτει επίπεδο.
Είναι χαρακτηριστικό πως, με εξαίρεση την Βαν Ντε Βίβερ που ως πασαδόρος έκανε 2/2 επιθέσεις, κατά τα άλλα δεν υπάρχει παίκτρια με περισσότερο από 39% στην επίθεση. Και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τη δημιουργία των πασαδόρων αλλά είναι μια αλυσίδα που ξεκινάει από την κακή υποδοχή συνεχίζεται στην μέτρια δημιουργία και κορυφώνεται με τη νευρικότητα και την έλλειψη υπομονής.
Πολλές φορές η εξήγηση δεν βρίσκεται αποκλειστικά και μόνο στον αγωνιστικό χώρο αλλά έχει να κάνει με το πνευματικό κομμάτι. Η ομάδα φάνηκε να μην έχει καθόλου καθαρό μυαλό, να μην έχει συγκέντρωση και αυτό είναι σαν συνέχεια του αγώνα την Κυριακής με τον Παναθηναϊκό. Ο ΠΑΟΚ έχει να ανέβει ένα βουνό αν θέλει να συνεχίσει στην Ευρώπη και προφανώς μετά το 3-0 του πρώτου αγώνα δεν του αρκούν καν τρία σετ, θέλει και τέταρτο, το χρυσό σετ. Αλλά μέχρι το επόμενο ευρωπαϊκό παιχνίδι έχει και εγχώριες υποχρεώσεις και καλείται να κάνει άμεσα reset.
Όπως και να ‘χει πάντως με πέντε αναμετρήσεις στην Ευρώπη και τρεις νίκες για τις ελληνικές ομάδες, με αυτή την ΑΕΚ να είναι αναπάντεχη και απόλυτα καλοδεχούμενη, τα δεδομένα δεν είναι άσχημα. Και σίγουρα η συνέχεια αναμένεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα.