Υπάρχουν πολλοί τρόποι να παρουσιάσεις μια έντονη προσωπικότητα. Ένας τελικός, για παράδειγμα, μετά το πέρας του οποίου πλάκωσε δυο-τρεις ποδοσφαιριστές στις μπουνιές, με αποτέλεσμα να τιμωρηθεί με τρεις μήνες. Τα κοντινά στη διάρκεια ενός αγώνα, ένα άλλο παράδειγμα, όπου μπορείς να μάθεις όλες τις ξένες λέξεις που (δεν) θα σου χρειαστούν σε περίπτωση που κάνεις τουρισμό. Οι προπονήσεις, θα μπορούσε να είναι ένα άλλο παράδειγμα, όπου οι φωνές ακούγονται σε όλο το γήπεδο και συνήθως όλοι ξέρουν από ποιον είναι. Ή μπορείς να βρεις μια ιστορία από το 2013, όταν το υποκείμενο ήταν στην τρυφερή ηλικία των 22 ετών, και συνειδητοποιούσε ότι στην καριέρα του δε θα τον νοιάζει τίποτα περισσότερο από τη νίκη. Κυρίως, δε, η εικόνα του. Άντε, και τα ρολόγια.
«Δεν με ενδιαφέρει καθόλου ότι αναδείχθηκα κορυφαίος του αγώνα, τη στιγμή που σε αυτό τον αγώνα μας έκλεψε ο διαιτητής. Οι διοργανωτές μπορούν να δώσουν το ρολόι που προοριζόταν για μένα, στον διαιτητή». Τι τρόπος κι αυτός να συστηθείς στην Ευρώπη! Και ήταν απλώς ένα τουρνουά, το (#not) περίφημο Uhren Cup, στο οποίο στις 8 Ιουλίου του 2013 ο Ερυθρός Αστέρας ηττήθηκε 2-1 από την Βασιλεία, μόλις στη δεύτερη σεζόν του νεαρού Σέρβου στην ομάδα. Είχε πετύχει το γκολ του Ερυθρού Αστέρα. Και είχε ξεσπάσει μετά το ματς. Αμφότερα, θα τον χαρακτηρίζουν ακόμα και σήμερα – δέκα χρόνια μετά. Ο Φίλιπ Μλαντένοβιτς είναι εκρηκτικός, είναι ασυμβίβαστος, είναι συχνά εριστικός με τους αντιπάλους του μέσα στο γήπεδο, φωνάζει στους συμπαίκτες του για να γίνουν καλύτεροι, βρίζει συχνά στα κοντινά που του κάνει ο φακός, αλλά όλα έχουν διάρκεια 90 λεπτά. Μετά δίνει το χέρι του, κάνει πλάκες στα αποδυτήρια, διαβάζει ιστορία και τρέχει στη γυναίκα του και στα δύο τους παιδιά. Μπορεί, αν τον πετύχεις έξω, μέχρι και να σε εκπλήξει!
«Δεν είσαι ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος που το παθαίνει αυτό, αλλά καταλαβαίνω ότι οι άνθρωποι με κρίνουν με την εικόνα του τύπου που δεν συμπεριφέρεται νορμάλ στα κοντινά της κάμερας. Πολλοί μου έχουν πει ότι πίστευαν πως είμαι τρελός και μετά καταλαβαίνουν ότι αυτός ο τρελός μιλάει ήρεμα, χαμογελάει και αστειεύεται».
Παρεξηγημένος, λοιπόν. Παρεξηγήσιμος μέχρι αποδείξεως του εναντίον. «Κανείς δε θέλει να κερδίζει περισσότερο από μένα», ρίχνει το επιχείρημα στο τραπέζι και αυτό ακριβώς είναι που χρειάζεται ο Παναθηναϊκός. Παίκτες-ηγέτες. Παίκτες με χαρακτήρα νικητή. Και παίκτες που να σκοράρουν. Μα, το αριστερό μπακ; Ναι, γιατί όχι; Το αριστερό μπακ. «Λένε ότι φωνάζω στις προπονήσεις. Μα, είναι μόνο επειδή θέλω όλοι να δουλεύουν το ίδιο σκληρά που δουλεύω εγώ. Δε γίνεται να είμαι αμυντικός και να έχω εφτά γκολ, περισσότερα από όλους τους επιθετικούς. Κάτι κάνουν λάθος». Το λάθος και τα αναλογικά στατιστικά μπορούν να τα βρουν άλλοι, ωστόσο ο Φίλιπ Μλαντένοβιτς έρχεται στην Ελλάδα ως ένα μπακ που έχει πετύχει 28 γκολ στην καριέρα του και 15 την τελευταία τριετία! Κι έρχεται για να πείσει και εμάς ότι δεν είναι τρελός. «Μέσα στο γήπεδο έχω εντελώς διαφορετική συμπεριφορά απ’ ό,τι απέξω. Γνωρίζω πώς φαίνομαι όταν παίζω, αλλά δεν έχω πρόβλημα με την εικόνα που σχηματίζει ο κόσμος. Θα ήθελα να είμαι διαφορετικός, πιο ήρεμος, αλλά υπάρχουν πράγματα που δύσκολα αλλάζουν. Χαίρομαι, όμως, όταν ο κόσμος συνειδητοποιεί ότι δεν είμαι κάποιας μορφή παράφρων».
Παράφρων δεν είναι… Αρκεί να μην του μιλήσει κανείς για τον Ρικάρντο Σα Πίντο!
Ο «Φάμπιο» στην απομόνωση…
Λένε ότι θα σίγουρα θα συναντήσεις στη ζωή του έναν άνθρωπο που θα στην αλλάξει. Κοίτα, μην το συναντήσεις και δύο φορές! Ο Ρικάρντο Σα Πίντο, γνωστός και στα μέρη μας για τη θητεία του σε ΟΦΗ και Ατρόμητο, μπήκε πρώτη φορά στη ζωή του Φίλιπ Μλαντένοβιτς το 2013. Ωραία ήταν (περίπου) στην αρχή. Ποιος δε θέλει να τον συγκρίνουν με έναν σπουδαίο παίκτη, έναν σταρ του παγκοσμίου ποδοσφαίρου; Μάλλον όποιος θέλει να τον γνωρίζουν με το όνομά του…
- Φάμπιο, κάνεις πάλι το ίδιο λάθος!
- Δεν είμαι ο Φάμπιο, είμαι ο Φίλιπ. Φίλιπ Μλαντένοβιτς.
Ο Ρικάρντο Σα Πίντο έβλεπε την ομοιότητα, αλλά μάλλον το παράκανε. Ο Φίλιπ ήταν 22 ετών, στο ξεκίνημα μιας καριέρας που ονειρευόταν, εκλεκτός του Ρόμπερτ Προσινέντσκι, ο οποίος τον είχε επιλέξει ένα χρόνο πριν και ήθελε να είναι ο εαυτός του. Οι ιστορίες των τεσσάρων θα μπλεχτούν στη διάρκεια της καριέρας του Σέρβου άσου. Αλλά ας γυρίσουμε πρώτα λίγο πίσω. «Ίσως να μην το πιστεύει κανείς, αλλά ποτέ δεν είχαμε κάποιο πρότυπο. Θυμάμαι ότι όταν ήμουν δέκα ετών μου άρεσε πολύ ο Νταβίντ Βίγια, αλλά πόσο θα μπορούσε να με βοηθήσει να πάρω στοιχεία επιθετικού ως αριστερό μπακ; Ήθελα πάντα να είμαι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου».
Η δεκάχρονη εκδοχή του εαυτού του έπαιζε ποδόσφαιρο με τους φίλους του και έκανε όνειρα με τον Στέφαν να φορέσουν τη φανέλα του Ερυθρού Αστέρα. Πήγαιναν στο Μαρακανά, χάζευαν τον Νεμάνια Βίντιτς και τον Νίκολα Ζίγκιτς και περίμεναν τη στιγμή τους. Για όποιον ερχόταν αυτή η στιγμή. Ήρθε για τον Φίλιπ τον Ιανουάριο του 2012. Ή μήπως για τον Στέφαν; Δίδυμοι, σχεδόν ίδιοι, ακόμα αχώριστοι και με τα γνωστά πειράγματα από το σχολείο, ως και την Πολωνία. «Δεν έχουμε πάρει ποτέ ο ένας τη θέση του άλλου», λέει κατηγορηματικά ο Φίλιπ, τον οποίο κάποια στιγμή κατηγόρησαν ότι έστελνε τον Στέφαν να υπογράφει αυτόγραφα. «Μας μπερδεύουν, όμως, συχνά. Γινόταν και στο σχολείο, αλλά για να είμαι ειλικρινής εγώ είχα λιγότερα προβλήματα. Μπορεί να μην αρέσει στον Στέφαν, όμως ήμουν καλύτερος μαθητής και ερχόταν πάντα και αντέγραφε από μένα τις εργασίες. Επειδή, όμως, δεν ήμουν και ο καλύτερος κι εγώ τις είχα αντιγράψει πιο πριν από κάποιον άλλον».
Κάπως έτσι τα θρανία στερούνται χτύπων της καρδιάς ̇ συμβαίνει αυτό όταν η καρδιά χτυπάει ταχύτερα για το ποδόσφαιρο. «Μπορώ να πω ότι ανακουφίστηκα όταν λόγω προπονήσεων άρχισα να παρακολουθώ μαθήματα μόνος μου και να δίνω εξετάσεις. Με κούραζε να είμαι σε τάξη και κυρίως να πρέπει να ακούω για μαθηματικά». Δεν τον κούραζε, προφανέστατα το ποδόσφαιρο. Ο Ερυθρός Αστέρας θα τον αποκτήσει τον Ιανουάριο του 2012, με τον Μλαντένοβιτς να δηλώνει τότε «η μεγαλύτερη ευχή μου έγινε πραγματικότητα», και τον Ντιόρντγιε Στεφάνοβιτς να προσθέτει ότι «είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους παίκτες στην Σερβία και τώρα πρέπει να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία του».
Το έκανε μόνο εν μέρει. Καθιερώθηκε μεν, αλλά δεν ήταν καλή εποχή να παίζεις στον Ερυθρό Αστέρα. Μετά τις πρώτες δύο σεζόν παροπλίστηκε, βρέθηκε στην κερκίδα, άκουσε τρελά ποσά για το όνομά του όταν η Εβιάν πήγε να τον αποκτήσει και είδε το όνειρό του να γίνεται εφιάλτης. «Εκείνοι οι άνθρωποι διέλυαν το όνομά μου, τη φήμη μου», σχολιάζει και κατόρθωσε, εντέλει, να κερδίσει δικαστικά την ελευθερία του, μαζί με αρκετούς ακόμα συμπαίκτες του και να αποδράσει από τον Ερυθρό Αστέρα. Θα ήταν πιο εύκολα μετά;
Όχι, είναι και πάλι η απάντηση. Έπεσε θύμα μιας απάτης του προέδρου στην Εβιάν, όπου είχε αποφασίσει να υπογράψει ως ελεύθερος παίκτης για να βρεθεί στην Λευκορωσία τον Φεβρουάριο του 2014. Κι εκεί, χωρίς καν ο ίδιος να το περιμένει, έζησε το θρίαμβο που το ταλέντο του υποσχόταν. Πήρε τίτλους, έπαιξε στο Champions League, πέτυχε δύο γκολ σε ένα ματς, αντιμετώπισε την Πόρτο, την Αθλέτικ Μπιλμπάο, την Σαχτιόρ, τη Λεβερκούζεν, την Μπαρτσελόνα, τη Ρόμα και παρότι το κοντέρ έγραφε πολλά (σ.σ. 34 γκολ παθητικό σε δύο σεζόν), η αξία του ανέβαινε διαρκώς. Ήρθε η μεταγραφή στην Κολωνία, το θετικό ξεκίνημα, μετά ο πάγκος, μετά η μεταγραφή στην Σταντάρ Λιέγης και ουπς, ο Σα Πίντο.
«Είναι ο πιο παρανοϊκός των παρανοϊκών. Έφτασα πολύ κοντά στο σημείο να μου καταστρέψει εντελώς την καριέρα. Ήταν η χρονιά που ήθελα να παίξω για να πάω στο μουντιάλ της Ρωσίας. Όταν άκουσα ότι θα έρθει, σκέφτηκα «τέλεια, με ξέρει, είχαμε καλή σχέση στον Ερυθρό Αστέρα, όλα θα είναι καλά». Και μετά ήρθε και δεν ήθελε να μου μιλήσει. Τον είδα στο γυμναστήριο μια μέρα κι έκανε πώς δε με είδε. Ήρθε ο πρόεδρος και με ενημέρωσε ότι είναι απόφαση του προπονητή να πάω στην U21. Έκανα συνέχεια προπόνηση. Δεν έπαιζα. Γυρνούσα σπίτι και η κοπέλα μου καθόταν στο παράθυρο και κάπνιζε. Ήταν η πιο δύσκολη περίοδος στη ζωή μου».
Η σωτηρία του ήρθε από την Πολωνία. Οι Βαλκάνιοι, θα σου πει ο Φίλιπ, είναι ιδιαίτεροι άνθρωποι. «Δεν ξέρω καν πώς να περιγράψω. Ξεχωρίζουμε. Είμαστε λίγο fucked up. Αντέχουμε την πίεση. Όσο πιο δύσκολη η κατάσταση, τόσο πιο δυνατοί εμείς». Στην Πολωνία αναγεννήθηκε. Έμαθε τη γλώσσα. Έμαθε την ιστορία. Έγινε πατέρας για πρώτη φορά. Έγινε πατέρας για δεύτερη φορά. Παντρεύτηκε την επί χρόνια κοπέλα του. Πήγε από την Λέχια Γκντανσκ στη Λέγκια Βαρσοβίας. Αναδείχθηκε κορυφαίος παίκτης και καλύτερος αμυντικός τη σεζόν 2020-21. Πήρε τίτλους. Έγινε ξανά διεθνής, έπαιξε στο Παγκόσμιο Κύπελλο, παραφέρθηκε στο τέλος της σεζόν, έγινε θέμα για όλους τους λάθος λόγους, τελεί υπό τιμωρία, αλλά στο τέλος της ημέρας πάλι ο ίδιος είναι και πάλι το ίδιο θα σου πει.
«Κανείς δεν έχει την υποχρέωση να με συμπαθήσει. Αλλά είμαι καλός τύπος».