Τον μίσησε. Τον μίσησε όσο τίποτα, πολύ πριν τον γνωρίσει από κοντά.
Διότι του πήρε ό,τι είχε ποθήσει περισσότερο μέχρι εκείνη την ημέρα στη ζωή του: το Κύπελλο Πρωταθλητριών!
Εκείνο το τρίποντο μπήκε κυριολεκτικά μέσα στην μούρη του. Μπροστά στον πάγκο της Χοβεντούτ.
Αν μπορούσε, θα άπλωνε το χέρι του να παίξει άμυνα πάνω στον Αλεξάνταρ Τζόρτζεβιτς, ο οποίος με εκείνο το εκτός λογικής και ισορροπίας σουτ, άλλαξε την ιστορία του παγκόσμιου μπάσκετ, χαρίζοντας στον Ζοτς το πρώτο του ευρωπαϊκό στο μακρινό 1992.
Τότε, βαφτίστηκε για πρώτη φορά… Γκαστόνε.
Ο Τζόζεπ Μαρία Ιθκιέρδο, ήξερε όμως πολύ καλά μέσα του ότι αυτό που είχε συμβεί στο παρκέ της Κωνσταντινούπολης, δεν ήταν τύχη, αλλά… κλάση.
Ένα προπονητικό masterclass.
Ακόμα κι αν αυτό το σουτ δεν είχε μπει ποτέ, ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς είχε αιχμαλωτίσει το απόλυτο φαβορί εκείνου του τελικού την Μπανταλόνα, που στον ημιτελικό είχε διαλύσει με 91-69 την Εστουδιάντες.
Από το τζάμπολ, από την πρώτη επίθεση, από την πρώτη άμυνα, είχε οδηγήσει τα πάντα εκεί που ήθελε.
Οι Καταλανοί ήθελαν να πάει ο τελικός στην ταχύτητα, στο μεγάλο σκορ, στις πολλές επιθέσεις.
Κάθε φορά που η Μπανταλόνα πατούσε το πόδι στο γκάζι, ο Ζοτς είχε και έναν διαφορετικό τρόπο να πατάει φρένο, ακόμα και με τεχνητές διακοπές.
Ο 24χρονος (δεύτερος τότε) βοηθός του Λόλο Σάινθ κατάλαβε από πολύ νωρίς, ότι οι πρωταθλητές Ισπανίας είχαν αιχμαλωτιστεί σε μία παγίδα από την οποία δεν μπόρεσαν να βγουν ποτέ.
Σε μία από τις συνεντεύξεις του, ο Ιθκιέρδο παραδέχθηκε ότι σε ένα Final-4 έχεις άπλετο χρόνο να προετοιμάσεις τον ημιτελικό, μα μόλις μια μέρα για τον τελικό.
Η Παρτίζαν του Ζοτς είχε αποκλείσει το τεράστιο φαβορί που λεγόταν Ολίμπια Μιλάνο του θηριώδη Ντάριλ Ντόκινς, αλλά στον τελικό έμοιαζε να βρίσκεται τακτικά πάντα μία κίνηση μπροστά από την Μπανταλόνα.
Την ώρα που οι Καταλανοί είχαν πλάνα μόνο για τον Τζόρτζεβιτς, τον Ντανίλοβιτς, άντε και τον Ίβο Νάκιτς, οι Σέρβοι είχαν απαντήσεις στα πάντα. Ήξεραν όλα τα ισπανικά plays, πριν καν εκτελεστούν.
Μόνο ένα έμπειρο προπονητικό μάτι θα μπορούσε να το αντιληφθεί και να αναγνωρίσει το μεγαλείο της στιγμής.
Ακριβώς 14 μήνες μετά από αυτό το σουτ, που προκάλεσε ένα τραύμα που δεν επουλώθηκε ποτέ, ο Τζόζεπ Μαρία Ιθκιέρδο βρισκόταν στο διεθνές αεροδρόμιο της Βαρκελώνης, για να τον υποδεχθεί.
Όχι μόνο τον Ζέλιμιρ, αλλά τη Βέσνα και την κόρη τους την Άνια -ο Τζόρτζε γεννήθηκε πολύ αργότερα το 1999.
Κανείς τους δεν μιλούσε τότε (καλά) αγγλικά. Ούτε φυσικά, ισπανικά.
Αν και το επίθετο του στα ισπανικά σημαίνει αριστερά, ο Ιθκιέρδο έγινε από εκείνη την ημέρα το δεξί χέρι του Ζοτς!
Εκείνος που θα του έλυνε όλα τα μικρά ή μεγάλα ζητήματα της καθημερινής του ζωής. Αυτός που θα τον βοηθούσε να προσαρμοστεί σε μία νέα χώρα, σε μία νέα κουλτούρα, ο συνδετικός κρίκος με τους παίκτες, που είχαν συνηθίσει αλλιώς.
Ήταν ο οδηγός του, ο ξεναγός του, η παρέα του, η συντροφιά του.
Δεν ήταν εύκολο. Ο Ζοτς επέλεξε να κάνει κάτι που… δεν γίνεται: να μάθει σε γέρικα σκυλιά, νέα κόλπα.
Οι προπονήσεις του Λόλο Σάινθ ήταν… παιδική χαρά. Μπάλα, διπλό, μόνο μπάσκετ.
Οι προπονήσεις του Ομπράντοβιτς ήταν στρατιωτικά γυμνάσια, με μαρτυρικές ασκήσεις και ατελείωτο τρέξιμο για έμπειρους παίκτες όπως ο Βιγιακάμπα, οι αδερφοί Γιοφρέσα, ο χοντρούλης Κόρνι Τόμπσον, ο Πρέσλι, ο Φεράν Μαρτίνεθ.
Ο Ιθκιέρδο ήταν αυτός που μετέφερε όλα τα παράπονα των παλιών, τις ενστάσεις, τις αντιρρήσεις για τον νέο τρόπο.
Ο Ζοτς ήταν ανένδοτος. Ο μόνος τρόπος ώστε εκείνη η Μπανταλόνα που είχε πάρει ήδη δύο σερί πρωταθλήματα Ισπανίας με το μπάσκετ του Σάινθ, να φτάσει στην κορυφή της Ευρώπης ήταν να προσθέσει στην ταχύτητα, τη φινέτσα, την τεχνική αρτιότητα και λίγη σκληράδα, λίγους μύες.
Ειδάλλως, θα ήταν αδύνατον.
Σε μία ομάδα που έπαιζε με απόλυτη ελευθερία στο παρκέ, ο Ζέλικο έγινε απόλυτα παρεμβατικός. Ήθελε να έχει τα πάντα στον δικό του έλεγχο, να φτιάξει μία μηχανή, όπου κάθε γρανάζι θα είχε την δική του χρηστική αξία.
Ανάμεσα στους δυο τους γεννήθηκε μία δυνατή επαγγελματική σχέση, που σταδιακά έγινε αληθινή φιλία. Τα οικογενειακά τους τραπέζια ξεκινούσαν στις 2 το μεσημέρι και τελείωναν αργά το απόγευμα πάντα με ένα ποτήρι καλό κρασί και ατελείωτες κουβέντες για το μπάσκετ, για τη ζωή, για τα παιδιά τους που ήταν σε κοντινές ηλικίες.
Η επαγγελματική τους σχέση κράτησε μόλις ένα χρόνο. Το καλοκαίρι του 1994, λίγο μετά το δεύτερο ευρωπαϊκό στο Final-4 του Τελ-Αβίβ με εκείνο το τρίποντο του Κόρνι Τόμπσον, ο Ζοτς μετακόμισε στη Μαδρίτη για να αναλάβει την Ρεάλ, ο Ίθκι έμεινε πίσω στην αγαπημένη του Μπανταλόνα.
Όμως η σχέση τους δεν διερράγη ποτέ. Ο Ομπράντοβιτς ερωτεύτηκε την… μυστική Καταλονία που του έμαθε ο καλός του φίλος. Αγόρασε ένα σπίτι στην παραλία του Μαρέσμε και μαζί πέρασαν πολλά καλοκαίρια.
Την ώρα που ο Ζοτς γινόταν ο άρχοντας των δαχτυλιδιών του ευρωπαϊκού μπάσκετ, συλλέγοντας ευρωπαϊκά στον πάγκο του Παναθηναϊκού, ο Ιθκιέρδο έκανε την δική του διαδρομή στον πάγκο μικρομεσαίων ισπανικών ομάδων όπως ο Μπρεογάν, η Μελίγια, η Οσπιταλέτ.
Όλα αυτά μέχρι εκείνο το τηλεφώνημα.
Ήταν τέλη Ιουλίου του 2013, όταν ο Ζοτς θυμήθηκε τον καλό του φίλο. Τη συνέχεια την διηγείται ο Καταλανός σε μία συνέντευξη του σε ισπανική εφημερίδα.
- “Πάω στην Φενέρμπαχτσέ, έρχεσαι;”.
- “Δώσε μου δύο ώρες να ετοιμάσω βαλίτσες και έρχομαι, κολυμπώντας μέχρι την Κωνσταντινούπολη”.
Αυτό ήταν! Για τα επόμενα 13 χρόνια, δεν ήταν απλώς ο βοηθός του, το δεξί του χέρι. Ήταν κάτι περισσότερο.
Η σκιά του. Το alter ego του. Το συμπλήρωμα του. Τα μάτια του, τα αυτιά του. Αυτός που πρόσεχε τα νώτα του.
Αυτός που είχε το ελεύθερο να υποδείξει, να προτείνει, να διορθώσει, να φωνάξει, να συμπληρώσει.
Τον ακολούθησε παντού. Στην Πόλη. Στο Βελιγράδι.
Και τώρα στην Αθήνα.
Τα μαλλιά έχουν γκριζάρει και πλέον ένα ζευγάρι γυαλιά συμπληρώνουν την όραση των δύο ματιών του, αλλά αυτό που δεν έχει αλλάξει στον 59χρονο Καταλανό είναι η ενέργεια, η ένταση, το πάθος για κάθε φάση.
Αν κάποιος λοκάρει στον πάγκο του Παναθηναϊκού, θα δει έναν διαφορετικό Ζοτς. Πιο ήρεμο, πιο κατασταλαγμένο, πιο ώριμο, πιο στωικό στις αντιδράσεις του.
Πίσω του, δίπλα του, πλάι του, θα δει μία σούστα, ένα ελατήριο. Ο Ίθκι είναι αυτός που πετάγεται σε κάθε φάση για να δείξει το play που θα παίξει ο αντίπαλος, μία άμυνα, τον χρόνο, τα φάουλ, για όλα τα μικρά σε ένα ματς.
Φροντίζει να μην ακουμπάει ποτέ τον Ζοτς, πάντα στέκεται πίσω του όταν εκείνος είναι όρθιος, πάντα κρατάει τον μαρκαδόρο και το πινακάκι του, να του τα δώσει αυτόματα σε κάποιο τάιμ-άουτ.
Ένας πραγματικός βοηθός εν ώρα αγώνα, με την απόλυτη σημασία του όρου.
Κάποιος που, εντέλει, βοηθάει.
Δύο επαγγελματίες που μιλάνε την ίδια μπασκετική γλώσσα, εμμονικοί με την λεπτομέρεια, μα που στην πραγματικότητα δεν χρειάζονται πια τις λέξεις για να συνεννοηθούν…