MENU
Χρόνος ανάγνωσης 14’

Ζωή πέρα από το όνειρο: ο Κριστιάνο Ρονάλντο γίνεται 35 (pics, vids)

0

Ζει στα πλούτη. Έχει τα πάντα. Είναι από τους πλέον αναγνωρίσιμους ανθρώπους του πλανήτη. Είναι ταλέντο, είναι τεχνική, είναι δουλειά, είναι προπόνηση. Είναι ένα υπέρλαμπρο προϊόν, είναι αυτός που θέλουν οι γυναίκες, οι άνδρες, οι προπονητές, οι διαφημιστές. Αυτός για τον οποίο ο ίδιος ο αξεπέραστος Τζορτζ Μπεστ έκανε το καλύτερο κοπλιμέντο που θα μπορούσε κάποιος στον Ρονάλνο. «Υπήρξαν πολλές φορές που κάποιος παίκτης συγκρίθηκε μαζί μου, αλλά για πρώτη φορά μπορώ να πω πως ήταν κομπλιμέντο... για μένα!».

Σήμερα κλείνει τα 35. Άραγε τι ευχή θα κάνει σβήνοντας τα κεράκια στην τούρτα; Υπάρχουν άλλοι στόχοι για να κατακτήσει; Το ξέρει μόνο ο ίδιος. Αυτό που γνωρίζει όλος ο κόσμος που τον παρακολουθεί στην τηλεόραση, που διαβάζει για αυτόν στις αθλητικές εφημερίδες και στα κουτσομπολίστικα έντυπα, που μαθαίνει σχεδόν καθημερινά ό,τι του συμβαίνει από τις αναρτήσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι πως η ζωή του δεν ήταν πάντα λαμπερή... Οι δύσκολες στιγμές, όμως, δεν ήταν εμπόδια, αλλά τα εφόδια για να φτάσει στην κορυφή. Ο αλκοολικός πατέρας, ο ναρκομανής αδερφός, η καθαρίστρια μητέρα.

Κλείνει τα 35 και είναι ακόμα εδώ: πάντα πρωταγωνιστής. Χωρίς να έχει χάσει τίποτα από την ενέργειά του, από το πάθος του για το ποδόσφαιρο, από την αγάπη του για το άθλημα που τον έκανε διάσημο σε όλο τον κόσμο. 

Και συνεχίζει να αποστομώνει μέσα στο γήπεδο τους όχι και λίγους επικριτές του, που εξακολουθούν να στέκονται στο κόλλημά του με την εξωτερική εμφάνισή του, καθώς αγωνιστικά δεν έχουν κάτι να του προσάψουν. 

Γιατί; Ο ίδιος δίνει την απάντηση... 

«Βλέπω το ποδόσφαιρο ως μια αποστολή. Να μπαίνω στο γήπεδο, να νικών, να γίνομαι καλύτερος. Ο κόσμος συνέχεια κρίνει. Λένε ότι τελείωσα επειδή είμαι 33, 34, 35 χρόνων. Λένε πως θα έπρεπε να τα παρατήσω. Κι εσύ κάτι θέλεις να τους αποδείξεις. Εκεί είναι η πρόκληση».

Ξέρει πολύ καλά ότι ακόμα και αν δεν είχε... εχθρούς, ορκισμένους και λυσσασμένους να κατακρίνουν (σχεδόν) κάθε ενέργειά του μέσα στο γήπεδο και έξω από αυτό, θα έπρεπε να τους αποκτήσει.

Όσο και αν τον αμφισβητούν, αυτός θα απαντά μέσα στο γήπεδο. Θα «καρφώνει» τη Μπάγερν εκτός έδρας (πρόπερσι για να σας φρεσκάρω λίγο τη μνήμη), θα «ρίχνει» τρία γκολ στην Ατλέτικο φέτος, θα σκοράρει δύο φορές κατά της Ουγγαρίας και θα αποτρέπει τον πρόωρο αποκλεισμό της εθνικής ομάδας της Πορτογαλίας από το EURO, το 2016. Και στη συνέχεια θα σηκώνει και το τρόπαιο επιδεικτικά, όσο κάποιοι θα θυμούνται μόνο τα κλάματά του το 2004 μετά την ήττα από την Ελλάδα. Τότε που ήταν 18 χρόνων, το ξεχνούν... Και θα πηδάει στον... Θεό για να σκοράρει ή θα βάζει γκολ με ψαλιδάκι δείχνοντας την κλάση του. 

«Υπάρχει μια πολύ δυνατή ανάμνηση, την οποία έχω από όταν ήμουν επτά χρόνων. Είναι τόσο καθαρή μέσα μου, μπορώ να την κάνω και τώρα εικόνα και πάντα μου προκαλεί ένα αίσθημα ζεστασιάς. Έχει σχέση με την οικογένειά μου.

Μόλις είχα αρχίσει να παίζω πραγματικό ποδόσφαιρο. Πριν από αυτό, απλά έπαιζα με τους φίλους μου στους δρόμους της Μαδέιρα. Και όταν αναφέρομαι σε δρόμους, δεν αναφέρομαι σε άδειους δρόμους, αλλά αυτούς από τους οποίους περνούσαν αυτοκίνητα και έπρεπε να σταματάμε το παιχνίδι πολλές φορές. Ήμουν τόσο χαρούμενος κάνοντας απλά αυτό κάθε μέρα, αλλά ο πατέρας μου ήταν φροντιστής στην Αντορίνα και με ενθάρρυνε, λέγοντάς μου ότι θα μπορούσα να παίξω εκεί. Ήξερα ότι αυτό θα τον έκανε υπερήφανο και έτσι πήγα.

Την πρώτη ημέρα εκεί, μας είπαν πολλούς κανόνες, τους οποίους δεν καταλάβαινα. Ήταν, όμως, υπέροχα. Εθίστηκα στο αίσθημα της νίκης. Ο πατέρας μου ήταν στην άκρη του γηπέδου σε κάθε παιχνίδι με το μακρύ μούσι του και τα βρώμικα από τη δουλειά παντελόνια του. Του άρεσε τόσο πολύ. Η μητέρα μου και οι αδερφές δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο.

Έτσι, κάθε βράδυ την ώρα του δείπνου, ο πατέρας μου τις έλεγε να έρθουν και να με δουν να παίζω. Λειτουργούσε ως ο πρώτος μάνατζέρ μου. Θυμάμαι να επιστρέφουμε μαζί στο σπίτι μετά από έναν αγώνα και να τους λέει: «Ο Κριστιάνο πέτυχε γκολ».

«Α, ωραία» απαντούσαν, αλλά δεν ήταν πραγματικά ενθουσιασμένες, ξέρετε.

Την επόμενη φορά ο πατέρας μου τους έλεγε: «Ο Κριστιάνο πέτυχε δύο γκολ».

Ακόμα και τότε, κανένας ενθουσιασμός. Απλά έλεγαν: «Α, αυτό είναι πραγματικά καλο, Κρις».

Επομένως, τι μπορούσα να κάνω; Συνέχιζα να σκοράρω και να σκοράρω.

Ένα βράδυ γυρίσαμε στο σπίτι και ο πατέρας μου είπε: «Ο Κριστιάνο πέτυχε τρία γκολ. Ήταν απίστευτος. Πρέπει να έρθετε να τον δείτε».

Ακόμα και τότε, κοίταζα στις εξέδρες την ώρα του αγώνα και έβλεπα εκεί τον πατέρα μου μόνο του. Και μια μέρα, δεν θα ξεχάσω αυτή την εικόνα, έκανα ζέσταμα και ξαφνικά είδα τη μητέρα μου και τις αδερφές μου να είναι εκεί. Έμοιαζαν... πώς να το πω; Έμοιαζαν παράταιρες. Ήταν η μία πολύ κοντά στην άλλη, δεν φώναζαν, απλά μου έγνεφαν, σαν να ήταν παρέλαση ή κάτι τέτοιο. Ήταν φανερό πως δεν είχαν βρεθεί ξανά σε ποδοσφαιρικό αγώνα. Ήταν εκεί, όμως. Αυτό με ένοιαζε.

Αισθάνθηκα τόσο όμορφα. Σήμαινε πολλά για εμένα. Ήταν σαν κάτι να άλλαξε μέσα μου. Ήμουν, αλήθεια, περήφανος. Τότε δεν είχαμε λεφτά. Η ζωή μας στη Μαδέιρα ήταν σκληρή. Για να παίξω φορούσα κάτι παλιά παπούτσια του αδερφού μου ή άλλα φορεμένα ήδη από τα ξαδέρφια μου. Όταν είσαι παιδί, όμως, δεν σε νοιάζουν τα χρήματα. Θέλεις να νιώσεις ικανοποίηση μέσα σου, όπως αυτή που αισθάνθηκα εγώ εκείνη την ημέρα. Ένιωσα ότι με αγαπούν και με προστατεύουν. Στην Πορτογαλία λέμε menino querido da familia.

Σκέφτομαι όλα αυτά με νοσταλγία, διότι αυτή η περίοδος της ζωής μου ήταν σύντομη. Το ποδόσφαιρο μου έδωσε τα πάντα, αλλά με πήρε και μακριά από το σπίτι μου, όταν ακόμα δεν ήμουν έτοιμος γι΄ αυτό. Στα 11 έφυγα από το νησί για τις ακαδημίες της Σπόρτινγκ Λισαβόνας και ήταν αυτή η πιο δύσκολη στιγμή της ζωής μου.

Οταν άρχισα να παίζω επαγγελματικά, στα 17 μου, η μητέρα μου με δυσκολία κατάφερνε να κοιμηθεί, λόγω του άγχους. Ερχόταν και με έβλεπε στο «Ζοζέ Αλβαλάντε» και γινόταν τόσο νευρική, κυρίως στα μεγάλα παιχνίδια, που κάποιες φορές λιποθυμούσε. Αλήθεια, λιποθυμούσε. Οι γιατροί άρχισαν να της συνταγογραφούν ηρεμιστικά για να μπορεί να παρακολουθεί τους αγώνες μου.

Της έλεγα τότε: «Θυμάσαι όταν δεν σε ενδιέφερε αν παίζω ποδόσφαιρο;».

Άρχισα να κάνω μεγαλύτερα όνειρα. Ήθελα να παίξω στην εθνική ομάδα, ήθελα να παίξω στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, διότι παρακολουθούσα συνέχεια την Πρέμιερ Λιγκ στην τηλεόραση, συνεπαρμένος από τον τρόπο παιχνιδιού, αλλά και από την ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν οι οπαδοί. Όταν πήγα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ήμουν τόσο περήφανος για εμένα, αλλά νομίζω ότι ήταν μεγάλη στιγμή υπερηφάνειας περισσότερο για την οικογένειά μου.

Στην αρχή, η κατάκτηση τροπαίων μου προκαλούσε ένα απίστευτο συναίσθημα. Θυμάμαι όταν κατέκτησα το πρώτο Τσάμπιονς Λιγκ με τη Γιουνάιτεντ. Το ίδιο και στην πρώτη «Χρυσή Μπάλα». Τα όνειρά μου, όμως, γίνονταν μεγαλύτερα. Αυτό δεν είναι άλλωστε και το νόημά τους; Πάντα θαύμαζα τη Ρεάλ και ήθελα μια νέα πρόκληση. Ήθελα να κατακτήσω τίτλους με τη Ρεάλ, να σπάσω όλα τα ρεκόρ, να γίνω θρύλος της.

Όταν, όμως, είσαι πατέρας, είναι ένα τελείως διαφορετικό συναίσθημα. Είναι κάτι το οποίο δεν μπορώ να περιγράψω. Γι' αυτό τα χρόνια μου στη Ρεάλ είναι τόσο ιδιαίτερα. Ναι, είμαι ποδοσφαιριστής, αλλά είμαι επίσης και πατέρας.

Υπάρχει μια στιγμή με το γιο μου, που στριφογυρίζει πάντα στο μυαλό μου. Όταν την σκέφτομαι, νιώθω ζεστασιά.

Ήταν μια στιγμή μέσα στο γήπεδο όταν κατακτήσαμε το Τσάμπιονς Λιγκ στο Κάρντιφ. Γράψαμε ιστορία εκείνο το βράδυ. Όταν ήμουν στο γήπεδο, μετά το σφύριγμα της λήξης, ένιωσα ότι έστελνα ένα μήνυμα στον κόσμο. Και τότε ήρθε ο γιος μου για να πανηγυρίσουμε μαζί. Και ξαφνικά το αρχικό συναίσθημα άλλαξε.

Έτρεχε από 'δω κι από 'κει με τον γιο του Μαρσέλο. Κρατήσαμε μαζί το τρόπαιο. Και βγήκαμε από το γήπεδο πιασμένοι χέρι χέρι.

Είναι μια χαρά την οποία δεν μπορούσα να καταλάβω πριν γίνω πατέρας. Είναι τόσο πολλά συναισθήματα ταυτόχρονα τα οποία δεν μπορούν να περιγραφούν με λέξεις. Μπορώ να το συγκρίνω μόνο με εκείνο που ένιωσα τότε στη Μαδέιρα όταν είδα τη μητέρα μου και τις αδερφές μου να με παρακολουθούν, η μία δίπλα στην άλλη.

Η υπέρτατη φιλοδοξία μου παραμένει νίκη. Νομίζω ότι γεννήθηκα έτσι. Απλά άλλαξε αυτό που νιώθω μετά από τη νίκη. Είναι ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή μου. Είναι αυτό που γράφω πια στα παπούτσια μου, είναι το μήνυμα που δίνω στον ίδιο τον εαυτό μου όταν τα φορώ, τα δένω και βγαίνω να παίξω. Είναι σαν μια τελική υπενθύμιση, ένα κίνητρο λίγο πριν από τον αγώνα.

Γράφει «El sueño del niño».

Το όνειρο του παιδιού.

Ίσως τώρα να καταλαβαίνετε.

Αυτό, όμως, που έχει μεγαλύτερη σημασία, αυτό που θα λέω στα εγγόνια μου όταν θα είμαι 95 χρόνων, είναι ότι μεγαλύτερη σημασία έχει το συναίσθημα όταν περπατώ ως πρωταθλητής στο γήπεδο, χέρι χέρι με τον γιο μου.

Ελπίζω ότι θα καταφέρω να το ξαναζήσω».

Τα φτωχικά παιδικά χρόνια
Ο Κριστιάνο δεν πίνει. Για την ακρίβεια, σιχαίνεται το αλκοόλ. Επίσης, δεν καπνίζει. Είναι.. εθισμένος μόνο στο ποδόσφαιρο. Ανατρέχοντας στα δύσκολα παιδικά χρόνια του, που σημαδεύτηκαν από τον αλκοολικό πατέρα του, μπορεί κανείς να βρει την εξήγηση. Ο Ζοζέ Ντινίς Αβέιρο εργαζόταν ως κηπουρός. Τελείωνε τη δουλειά και αντί να γυρίσει στο σπίτι του, όπου τον περίμεναν η γυναίκα και τα παιδιά του, έπαιρνε σβάρνα τα μπαρ για να πιει. Ο μεγάλος αδερφός του, Ούγκο, εθίστηκε από νωρίς στα ναρκωτικά. Η μητέρα ήταν η κολόνα της οικογένειας. Δούλευε ως καθαρίστρια για να συντηρεί το σπίτι της. Και τώρα πια που ο γιος της είναι διάσημος, εκείνη απολαμβάνει όλες τις ανέσεις που ίσως ποτέ της δεν είχε φανταστεί.

Ο πατέρας του πέθανε εξαιτίας των χρόνιων προβλημάτων που του προκάλεσε το ποτό. Ο Ούγκο προσπαθεί να ξεπεράσει τα προβλήματά του με τη βοήθεια του διάσημου αδερφού του, που είναι πάντα δίπλα του με κάθε τρόπο. Αυτός πλήρωσε το πανάκριβο κέντρο αποτοξίνωσης στη Λισσαβώνα, αυτός ήταν που ξενυχτούσε μιλώντας τον στον τηλέφωνο για να ξεχαστεί και να μην πάρει σβάρνα τους δρόμους ψάχνωντας τη δόση του. Ο Πορτογάλος έχει και δύο τρεις αδερφές, την Έλμα, την Κάτια και τη Λιλιάνα.

Ο μικρός Κριστιάνο, που ονομάστηκε Ρονάλντο εξαιτίας του πρώην προέδρου των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν, δεν ήταν ούτε καλός μαθητής ούτε όμορφος. Ήταν, όμως, καλός στη μπάλα, αυτή που κλωτσούσε ακόμα και αργά τη νύχτα στους τοίχους του μικρού σπιτιού της οικογένειας στη Μαδέιρα προκαλώντας την αντίδραση των γειτόνων που ήθελαν να κοιμηθούν.

«Ήμουν δώδεκα χρόνων και δεν είχα χρήματα. Ζούσα μαζί με άλλους συνομήλικούς μου και ήταν πολύ δύσκολα χωρίς τους δικούς μου ανθρώπους. Θυμάμαι ότι πηγαίναμε σε ένα McDonald's που ήταν κοντά στο μέρος που μέναμε. Ήταν κάποιες υπάλληλοι εκεί, θυμάμαι μια κυρία που την έλεγαν Έντνα και άλλες δύο που πάντα μας βοηθούσαν, μας έδιναν ένα χάμπουργκερ» έχει πει για την περίοδο που ζούσε μόνος στη Λισαβόνα. 

Ο... κλαψιάρης Κριστιάνο
Θυμόμαστε όλοι το κλάμα που έριξε ο Πορτογάλος μετά το χαμένο τελικό του EURO 2004. Και όχι μόνο, τότε. Και πριν από μερικούς μήνες πάλι με κλάματα αντέδρασε όταν η εθνική ομάδα της Πορτογαλίας κατακτούσε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα στα γήπεδα της Γαλλίας. Πολλοί τον έχουν κοροϊδέψει για αυτές τις στιγμές... ευαισθησίας, αλλά ανθρώπινες δεν είναι; Η μητέρα του ήταν αυτή που αποκάλυψε ότι ο γιος της από μικρός είχε έφεση στο κλάμα! «Γυρνούσε από το σχολείο και εγώ του έλεγα να κάνει τα μαθήματά του. 

Κάθε φορά μου απαντούσε το ίδιο πράγμα, ότι δεν έχει τίποτα να διαβάσει. Του έφτιαχνα να φάει και εκείνος πηδούσε από το παράθυρο και έτρεχε έξω μέχρι πολύ αργά το βράδυ. Καταλάβαινα ότι το έχει σκάσει όταν τον άκουγα να κλαίει κάθε φορά που έκανε πάσες στους συμπαίκτες του και εκείνοι δεν σκόραραν. Ο κόσμος τον φώναζε... "μωρό που κλαίει (cry-baby)" και "μικρή μέλισσα", διότι κανένας δεν μπορούσε να τον πιάσει». 

Η επέμβαση στην καρδιά
Όταν ήταν 15 χρόνων χρειάστηκε να υποβληθεί σε εγχείρηση καρδιάς. Ήταν μονόδρομος, αλλιώς θα έπρεπε να ξεχάσει όλα τα όνειρα που έκανε για να γίνει μεγάλος και τρανός. Το πρόβλημα ήταν οι ταχυκαρδίες του, που δεν του επέτρεπαν να παίξει ποδόσφαιρο. 

«Οι άνθρωποι της Σπόρτινγκ με προειδοποίησαν και υπέγραψα τα έγγραφα που ενέκριναν τη θεραπεία του. Υποβλήθηκε σε επέμβαση καυτηριασμού με λέιζερ. Ήταν στο χειρουργείο από το πρωί έως το απόγευμα. Ανησύχησα επειδή υπήρχε πιθανότητα να σταματήσει να παίζει ποδόσφαιρο. Ο Κριστιάνο δεν ανησύχησε ιδιαίτερα, επειδή δεν πήρε στα σοβαρά την κατάστασή του. Εγώ, όμως, τρόμαξα πολύ» έχει πει η μητέρα του Πορτογάλου, η οποία αποκάλυψε πρόσφατα και αυτή την άγνωστη πτυχή της ζωής του.

Mε καινούργια ρούχα στη Σπόρτινγκ
Ο πιτσιρικάς Κριστιάνο ήταν η ποδοσφαιρική ατραξιόν του νησιού. Eπαιζε πάντα με μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά και ήταν πάντα ο καλύτερος. Στα οκτώ του, πήγε στην Αντορίνια, μια μικρή ερασιτεχνική ομάδα. Δυο χρόνια μετά, πήγε στη Νασιονάλ, τη μεγάλη ομάδα του νησιού και άρχισε να γίνεται γνωστός. Όταν ήταν 15 τον ζήτησε η Σπόρτινγκ Λισαβόνας. Δεν πήρε καν άδεια από τον πατέρα του, είχε ήδη αντιληφθεί πως ήταν ένας μέθυσος που δεν νοιαζόταν και πολύ για τα παιδιά του. Η μητέρα του δεν ήθελε να τον αφήσει να πάει. Όταν η κυρία Ντολόρες πείστηκε, βγήκε άρον άρον στα μαγαζιά για να του πάρει μια καινούργια φόρμα. Δεν ήταν δυνατόν να πάει στην πρωτεύουσα με τη βρώμικη, με αυτή με τα μπαλώματα.

Μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια, είχε κάνει το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα της Σπόρτινγκ, είχε πετύχει το πρώτο του γκολ κι είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον των μεγάλων αγγλικών ομάδων. Ο Ζεράρ Ουγιέ είχε ζητήσει να τον αγοράσει η Λίβερπουλ, αλλά οι «κόκκινοι» αρνήθηκαν γιατί πίστευαν πως δεν άξιζε να... επενδύσουν σε έναν 16χρονο πριν τον δουν να ωριμάζει. Ο Αρσέν Βενγκέρ τον είχε δοκιμάσει στην Αρσεναλ, το καλοκαίρι του 2003, αλλά δεν τον αγόρασε γιατί πίστευε πως, παρά το γεγονός ότι ήταν καλός, δεν είχε έφεση στο σκοράρισμα.

«Κόκκινος διάβολος»
Στα εγκαίνια του γηπέδου «Ζοζέ Αλβαλάντε», η Σπόρτινγκ αντιμετώπισε τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ο Γκιγκς, ο Σκόουλς και οι άλλοι θρύλοι του αγγλικού συλλόγου έμειναν άναυδοι από το ταλέντο του κοκαλιάρη Ρονάλντο και άρχισαν να... μουρμουρίζουν τον σερ Άλεξ Φέργκιουσον για να τον αποκτήσει.

Στην πρώτη του ημέρα στο «Ολντ Τράφορντ», ο Φέργκιουσον τον ρώτησε ποιο νούμερο ήθελε. Ζήτησε το 28, το ίδιο που φορούσε και στη Σπόρτινγκ. Ο σερ Αλεξ τού το αρνήθηκε. «Θα πάρεις το 7. Αυτό σου ταιριάζει» του είπε παραδίδοντάς του τη φανέλα του Μπέκαμ, ο οποίος μόλις είχε φύγει για τη Ρεάλ, του Μπεστ, του Λόου, του Καντονά.

Σύντομα γίνεται ο ηγέτης της Γιουνάιτεντ. Το καλοκαίρι του 2007 άρχισαν οι φήμες πως είχε συμφωνήσει με τη Ρεάλ. Τελικά, υπέγραψε νέο συμβόλαιο και έκανε την καλύτερη χρονιά της καριέρας του στους «κόκκινους διαβόλους». Πέτυχε 42 γκολ, πήρε το πρωτάθλημα και το Τσάμπιονς Λιγκ. Παίρνει τη «Χρυσή Μπάλα», αυτός είναι ο κορυφαίος παίκτης στον κόσμο. Παρά τους τραυματισμούς που ακολούθησαν ξαναπήρε το πρωτάθλημα και έφτασε καιν πάλι με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ.

«Βασιλιάς» του κόσμου
Στις 26 Ιουνίου του 2009 η Ρεάλ ολοκλήρωσε το τεράστιο μεταγραφικό μπαμ, καθώς ανακοίνωσε την απόκτηση του από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, έναντι 94 εκατομμυρίων ευρώ, ποσό που τον έκανε την ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου! Το «Σαντιάγο Μπερναμπέου» γεμίζει με 85.000 οπαδούς που θέλουν να τον αποθεώσουν κατά την επίσημη παρουσίασή του.

Στο ντεμπούτο κόντρα στη Λα Κορούνια σκοράρει το πρώτο γκολ, αλλά κάνει μια μέτρια πρώτη σεζόν, η οποία ολοκληρώνεται με την αποχώρηση του Μανουέλ Πελεγρίνι και αρκετών ποδοσφαιριστών. Με τον Ζοζέ Μουρίνιο στον πάγκο, ο Ρονάλντο κατακτά τον τίτλο του πρώτου σκόρερ στην Πριμέρα Ντιβιζιόν με 40 γκολ, ενώ σκοράρει άλλα 13 στις υπόλοιπες διοργανώσεις, ενώ την ίδια σεζόν (2010-2011) κερδίζει και τον πρώτο του τίτλο με τη Ρεάλ, το Κύπελλο Ισπανίας σκοράροντας το μοναδικό τέρμα του τελικού με τη Μπαρτσελόνα.

Το πρωτάθλημα μπαίνει στη συλλογή του, έρχεται και δεύτρεο κύπελλο και το καλοκαίρι του 2012 και το ισπανικός Σούπερ Καπ. Τον Απρίλιο του 2014 ισοφαρίζει το απόλυτο ρεκόρ τερμάτων σε μία σεζόν στο Τσάμπιονς Λιγκ, ρεκόρ το οποίο κατείχαν οι Ζοζέ Αλταφίνι την περίοδο 1962-1963 και ο Λιονέλ Μέσι με την Μπαρτσελόνα την περίοδο 2011-2012. Επίσης, έφτασε τα 49 γκολ στα ευρωπαϊκά παιχνίδια με τη Ρεάλ, ισοφαρίζοντας έτσι, το αντίστοιχο ρεκόρ του θρυλικού Αλφρέδο Ντι Στέφανο. Τρεις «Χρυσές Μπάλες» θα έμπαιναν ακόμα στην συλλογή του επισφραγίζοντας την δικαίωση της προσπάθειάς του: έφτασε στην κορυφή.

Στην υπηρεσία της «Γηραιάς Κυρίας» 
Και ενώ όλα κυλούσαν ήρεμα το καλοκαίρι του 2018, αποφάσισε να συνεχίσει να γράφει ιστορία με τον δικό του τρόπο... Κι έφυγε από τη Ρεάλ για τη Γιουβέντους, για να εξερευνήσει και να κυριαρχήσει σε νέους ποδοσφαιρικούς κόσμους. Δεν επαναπαύτηκε στις δάφνες της επιτυχίας μετά τα τρία σερί Τσάμπιονς Λιγκ με τη «βασίλισσα», αλλά θέλησε να δείξει σε όλο τον πλανήτη ότι ακόμα και στα ποδοσφαιρικά... γεράματα είναι διψασμένος για προκλήσεις. 

Και ακόμα συνεχίζει να σπάει ρεκόρ και ελπίζει ότι θα καταφέρει με τους «μπιανκονέρι» να φτάσει ξανά στην κατάκτηση της κορυφαίας ευρωπαϊκής διασυλλογικής διοργάνωσης. Διότι, τελειωμένος θα είναι όταν το αποφασίσει αυτός, όχι επειδή τον λένε όλοι αυτοί στους οποίους δεν αρέσει η φάτσα του, αλλά κατά βάθος τον φθονούν γιατί ήταν ένα τίποτα και έφτασε να έχει τα πάντα. Και το κατάφερε όχι επειδή είχε κάποιο εξαιρετικό ταλέντο, αλλά επειδή δούλεψε και δουλεύει σκληρά... 

Ένας ευαίσθητος... ποζεράς
Χρήματα από τον παχυλό μισθό του για να βοηθηθούν άρρωστα παιδιά, για να χτιστούν σχολεία στην Παλαιστίνη, δωρεά στην κυβέρνηση της Ινδονησίας για να δημιουργηθούν ξανά υποδομές μετά το καταστραφικό τσουνάμι. To 2009 το νοσοκομείο της Μαδέιρα έσωσε τη ζωή της μητέρας του, η οποία έπασχε από καρκίνο και ο Ρονάλντο φρόντισε να κάνει μία δωρεά 100.000, προκειμένου να χτιστεί μονάδα που θα ασχολείται με τη θεραπεία της επάρατης νόσου. Πριν από μερικά χρόνια ανακοινώθηκε ως νικητής της λίστας Athletes Gone Good list στη δημοφιλή ιστοσελίδα DoSomething.org, για τις δωρεές που έχει κάνει σε αδύναμους ανθρώπους. Πρόσφατα δώρισε 53,000 στερλίνες για την εγχείρηση μωρού δέκα μηνών καθώς και για τα έξοδα θεραπείας κοριτσιού εννέα χρονών που πάσχει από καρκίνο. «Ο πατέρας μου με δίδαξε πάντα να βοηθάω τους άλλους ανθρώπους, κι ότι ο Θεός σε ανταμείβει διπλά όταν προσφέρεις. Και πραγματικά αυτό συνέβη σε μένα».

 

 

Ζωή πέρα από το όνειρο: ο Κριστιάνο Ρονάλντο γίνεται 35 (pics, vids)
EVENTS