Γιατί;
Επειδή όσα μέρη κι αν γύρισε, πουθενά δεν βρήκε ομορφότερο.
Γιατί όσα χώματα κι αν μύρισε, κανένα δεν ευωδίαζε όσο αυτό.
Επειδή, όσες φανέλες κι αν φόρεσε, καμία δεν του ταίριαζε όσο εκείνη.
Γιατί όσους ανθρώπους κι αν γνώρισε, ποτέ δεν δέθηκε όσο με αυτούς εδώ.
Επειδή όσο κι αν αγαπήθηκε, τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με την εδώ αγάπη.
Γιατί όσα λεφτά κι αν έβγαλε στην ξενιτιά, πουθενά δεν ένιωσε πιο πλούσιος από ότι εδώ.
Επειδή όσα κι αν κατάφερε, τίποτα δεν είχε την ίδια γεύση με μία επιτυχία εδώ.
Διότι η μεγαλύτερη ελκτική δύναμη για τον άνθρωπο, μετά την βαρύτητα, δεν είναι ούτε το χρήμα, ούτε ο έρωτας, ούτε η εξουσία.
Είναι -από την ομηρική εποχή- το νόστιμον ήμαρ. Η ημέρα του γυρισμού στην πατρίδα. Η ημέρα που βρίσκεις ξανά τη ρίζα σου, αυτό το μοναδικό μέρος που σε εκφράζει όσο τίποτα άλλο στον κόσμο.
Η μέρα που γυρίζεις για να δέσεις, να αγκυροβολήσεις, να επιστρέψεις στον τόπο αυτό, όσα σε δίδαξε, όσα σου πρόσφερε, όσα σε γέμισε.
Ο νόστος, αυτή η ποθητή μέρα της λύτρωσης, της επανένωσης μπορεί να κινήσει γη και ουρανό, να υπερκεράσει εμπόδια που φαίνονταν αξεπέραστα.
Αυτή η επιθυμία για επανένωση είναι τόσο ισχυρή, τόσο βαθιά, που στον κοινό νου μοιάζει ανεξήγητη, παράλογη, τρελή.
Το νόστιμον ήμαρ στην Τούμπα είναι κάτι που γεννήθηκε εδώ και χρόνια στο μυαλό του -θαρρεί κανείς ότι σχεδίασε αυτή τη λυτρωτική μέρα με κάθε λεπτομέρεια, χρόνια πριν.
Τη δούλεψε στο μυαλό του, την επεξεργάστηκε, χρειάστηκε να κλείσει τα αυτιά του σε σειρήνες, να υπομένει, να υποφέρει, να προβληματιστεί, να αγχωθεί, να αμφιβάλλει, αλλά στο τέλος της ημέρας, η πυξίδα τον έφερε στο σωστό σημείο.
Για κάποιους η επιλογή, η στάση ζωής του Δημήτρη Γιαννούλη στο prime της καριέρας του είναι παράλογη, ανεξήγητη.
Αλλού, θα μπορούσε να πάρει περισσότερα χρήματα. Να έχει μεγαλύτερη προβολή. Να έχει λιγότερη πίεση και μηδενικό άγχος.
Μα, αν επέλεγε κάτι τέτοιο, κάτι εύκολο, δεν θα ήταν εκείνος.
Δεν θα ήταν χαρούμενος.
Δεν θα ήταν εντάξει μέσα του.
Το ασφαλέστερο καταφύγιο είναι η παιδική μας ηλικία. Το παρελθόν μας. Τότε που όλα ήταν στην αρχή και εσύ ένας άγνωστος.
Τότε που ήσουν πηλός και άλλαζες μορφή όσο μεγάλωνες, τότε που διαμορφωνόσουν μέρα με την ημέρα.
Ο Δημήτρης Γιαννούλης επέστρεψε στον ΠΑΟΚ.
Κι ότι κι αν γίνει από εδώ και πέρα, η υστεροφημία του είναι ισόβια εξασφαλισμένη!
Διότι είναι κάποιος που against modern football επέλεξε με την καρδιά και όχι με την λογική.
Με το συναίσθημα και όχι με τα νούμερα.
Σε ένα κόσμο γεμάτο “επαγγελματίας” εκείνος επέλεξε σαν ένας ερασιτέχνης χομπίστας.
Σαν ένας από εμάς.
Ο Δημήτρης Γιαννούλης επέστρεψε για να νιώσει καλά.
Για τη φανέλα…