Ο Πελέ είχε ήδη ξεφύγει από τα όρια του ποδοσφαίρου. Ήταν σύμβολο, όχι μόνο παίκτης. Σε μια χώρα υπό δικτατορία, ο πρόεδρος Εμίλιο Μέντιτσι έβλεπε στο πρόσωπό του έναν τρόπο να ενώσει τον κόσμο, να μετατρέψει την ένταση της κοινωνίας σε ποδοσφαιρική έξαρση. Το Μουντιάλ ήταν η ιδανική σκηνή. Μόνο που ο ίδιος ο Πελέ δεν ήταν καν βέβαιος ότι ήθελε να βρίσκεται σε αυτήν. Το τραύμα του 1966, ο πρόωρος αποκλεισμός και η σωματική φθορά τον είχαν αφήσει στο όριο. Αποφάσισε να παίξει την τελευταία στιγμή, σαν να έκλεινε έναν κύκλο.
Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, δεν ήταν οι αντίπαλοι. Ήταν μέσα στην ομάδα. Ο προπονητής Ζοάο Σαλντάνια, εκκεντρικός, συγκρουσιακός και πολιτικά φορτισμένος, ήρθε σε ανοιχτή ρήξη με τον Πελέ. Σε μια κίνηση που ακόμη μοιάζει παράλογη, υποστήριξε ότι ο Πελέ είχε πρόβλημα όρασης, κάτι που δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ από καμία εξέταση. Στην πράξη, τον άφηνε στον πάγκο και αμφισβητούσε τον ρόλο του. Ταυτόχρονα, διαφωνούσε και αγωνιστικά, καθώς δεν τον ήθελε ως «δεκάρι», στο φυσικό του χώρο, αλλά πιο μπροστά, αλλοιώνοντας τον τρόπο που η Βραζιλία είχε μάθει να παίζει γύρω του.
Η σύγκρουση ξέφυγε γρήγορα από τα όρια των αποδυτηρίων. Ο Πελέ αντέδρασε δημόσια, μιλώντας για στοχοποίησή του, ενώ το πολιτικό σκηνικό μπήκε ανοιχτά στο παιχνίδι. Ο Μέντιτσι δεν έκρυψε τη θέση του: «Ο Πελέ πρέπει να χρησιμοποιείται». Ο Σαλντάνια απάντησε ότι τον «προστατεύει». Στην πραγματικότητα, οι δύο πλευρές τραβούσαν το σκοινί σε διαφορετικές κατευθύνσεις.
Το σημείο μη επιστροφής ήρθε με τις παρεμβάσεις για επιλογές παικτών και με τη γνωστή φράση του Σαλντάνια προς τον πρόεδρο της χώρας, ότι όπως εκείνος (σ.σ. ο ομοσπονδιακός τεχνικός) δεν διαλέγει υπουργούς, έτσι και ο πρόεδρος δεν διαλέγει ποδοσφαιριστές. Σε εκείνη τη Βραζιλία, τέτοιες κουβέντες δεν περνούσαν χωρίς συνέπειες. Η Ομοσπονδία τον απέλυσε, κλείνοντας μια κρίση που απειλούσε να τινάξει στον αέρα όλο το εγχείρημα.
Στη θέση του ήρθε ο Μάριο Ζαγκάλο. Χωρίς ρήξεις, έδωσε στην ομάδα αυτό που της έλειπε, ισορροπία. Και, κυρίως, έδωσε τον Πελέ πίσω στο ποδόσφαιρο που ήξερε να παίζει. Από εκεί και πέρα, η ιστορία πήρε τη γνωστή της μορφή. Η Βραζιλία κυριάρχησε, πέρασε με αυτοπεποίθηση από κάθε εμπόδιο και στον τελικό με την Ιταλία παρουσίασε μια από τις πιο ολοκληρωμένες εμφανίσεις που έχουν καταγραφεί.
Ο Πελέ ήταν στο κέντρο όλων. Τέσσερα γκολ, 6 ασίστ, επιρροή σε κάθε φάση, μια συνολική παρουσία που δεν μετριέται μόνο με αριθμούς. Δίπλα του, ο Ζαϊρζίνιο, ο Ριβελίνο, ο Κάρλος Αλμπέρτο συνέθεσαν μια ομάδα που δεν έπαιζε απλώς για να κερδίσει, αλλά για να μείνει.
Κάπως έτσι γράφτηκε το πιο γνωστό κομμάτι της ιστορίας. Το λιγότερο γνωστό είναι ότι όλα αυτά κρέμονταν από μια λεπτή ισορροπία. Από έναν προπονητή που δεν τον ήθελε, από μια εξουσία που τον χρειαζόταν, από έναν ίδιο άνθρωπο που δεν ήταν σίγουρος αν θέλει να συνεχίσει. Και γι’ αυτό το Μουντιάλ του 1970 δεν είναι μόνο το Μουντιάλ του Πελέ. Είναι το Μουντιάλ που παραλίγο να τον χάσει πριν τον κάνει αθάνατο.
