Σήμερα συμπληρώνονται 31 χρόνια από την ημέρα που κρέμασε τη φανέλα του ο Νίκος Γκάλης. Ηταν 29 Σεπτεμβρίου 1995 και μέσα σε λίγες γραμμές εγκατέλειπε το άθλημα που έγινε το αγαπημένο των Ελλήνων, κυρίως χάρις στον ίδιο.
Είχαμε την τύχη τέσσερις νεαροί ρεπόρτερς να πρωτοσυναντήσουμε τον Γκάλη στο πρώτο του ταξίδι με τον Αρη. Ηταν Νοέμβριος του 1979 και στο Βουκουρέστι επρόκειτο να διεξαχθεί ο αγώνας Ντιναμό – Αρη. Ο Γκάλης μόλις ειχε έρθει στην Ελλάδα, η μπλε κάρτα από την Αμερική ήταν στα αζήτητα και δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής στον συγκεκριμένο ευρωπαϊκό αγώνα.
Όταν έφτασε στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης του ζήτησαν να κάνει δηλώσεις. Υποσχέθηκε να βάζει τουλάχιστον 30 πόντους σε κάθε αγώνα. Κάποιοι γέλασαν γιατί δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι αυτός ο μικρόσωμος για τα δεδομένα του μπάσκετ αθλητής θα μπορούσε να ξεπεράσει σε εκτελεστική δεινότητα μεγάλους Ελληνες παίκτες που κυριαρχούσαν τότε.
Με αυτήν τη δυσπιστία να τον ακολουθεί, μετείχε στην αποστολή της ομάδας στο Βουκουρέστι. Χωρίς αθλητική ενδυμασία και βλέποντας το ματς από την κερκίδα.
Την προηγούμενη μέρα ο Αρης προπονήθηκε στο γήπεδο που θα γινόταν ο αγώνας. Μετά το τέλος της προπόνησης οι τέσσερις νεαροί ρεπόρτερς πήραν μια μπάλα και άρχισαν να το διασκεδάζουν επιχειρώντας σουτ προς το καλάθι. Με την άκρη του ματιού σου έβλεπες τον Γκάλη απομονωμένο στις κερκίδες, με το μάτι του να γυαλίζει, σαν λιοντάρι σε κλουβί. Δεν άντεξε. Κατέβηκε να παίξει μαζί μας! Τι το ήθελε; Είδαμε έναν άνθρωπο να στέκεται στον αέρα και να τον χάνουμε από τα μάτια μας.
Όταν γυρίσαμε στη Θεσσαλονίκη, κάποιοι μας ρώτησαν πως συμπεριφέρθηκε ο «καινούργιος» στο Βουκουρέστι. Τολμήσαμε την πρόβλεψη ότι μάλλον μας έλεγε ψέματα στο αεροδρόμιο και δεν θα βάζει 30 πόντους σε κάθε αγώνα, αλλά 40. Γέλασαν (και) μαζί μας.
Μόλις ο Γκάλης απέκτησε δικαίωμα συμμετοχής στην Ευρώπη, διέψευσε τόσο τον εαυτό του, όσο και εμάς. Στη Βουδαπέστη απέναντι στην ουγγρική Βάσας σημείωσε 56 πόντους, ρεκόρ που εξακολουθεί να μένει ακατάρριπτο. Δύο χρόνια αργότερα έβαλε 62 πόντους εναντίον του Ιωνικού Νικαίας του Παναγιώτη Γιαννάκη.
Οσοι τον γνωρίσαμε καλά τη δεκαετία του ’80 καταλάβαμε ότι είναι τελείως διαφορετικός από αυτό που δείχνει. Ο απρόσιτος και απομονωμένος Γκάλης κρατούσε πάντα το λόγο του και γινόταν ο πιο φιλικός άνθρωπος μέσα από την απλότητα που τον διέκρινε. Η ταπεινότητα επισκίαζε ακόμη και το ταλέντο του. Και όσες φορές συγκρούστηκε γι’ αυτά που πίστευε, προτίμησε να μείνει στο περιθώριο. Είναι κρίμα που το ελληνικό μπάσκετ δεν τον αξιοποίησε όσο θα έπρεπε μετά την αποχώρησή του από το παρκέ.