MENU

(Η παρακάτω ιστορία αποτελεί μία από τις 160 παναθηναϊκές ιστορίες του βιβλίου «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 160», το οποίο κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία και έχει ήδη γίνει ανάρπαστο!)

Σουηδία, Επαρχία Βεστεργκέτλαντ, λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα του Βορείου Πόλου…

Χειμώνας. Βράδυ, γύρω στις 22.30. Το θερμόμετρο έξω δείχνει 12 βαθμούς υπό το μηδέν. Έχει νυχτώσει από το μεσημέρι. Το κρύο είναι τσουχτερό κι η χιονόπτωση συνεχής κι έντονη. Σχεδόν κανένας δεν κυκλοφορεί έξω. Ένας παγωμένος αέρας σφυρίζει με μανία κι είναι ο μοναδικός ήχος που ακούγεται στους δρόμους ενώ αρκετές χιονοθύελλες κάνουν την εμφάνιση τους ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Όλα τα αυτοκίνητα, στην πλειονότητά τους Volvo, είναι πλέον ολόλευκα, καθώς τα έχει σκεπάσει κι αυτά το χιόνι, το οποίο έχει καλύψει σχεδόν τα πάντα.

Γκέτεμποργκ. Σε πιστή μετάφραση «Γοτθικό Κάστρο». Η πρωτεύουσα της επαρχίας. Στη μητροπολιτική περιοχή του Γκέτεμποργκ βρίσκεται ο δήμος Στένουγκσουντ. Στο κέντρο του δήμου υπάρχει μία παραδοσιακή παμπ-μπυραρία, στέκι πολλών οπαδών των «μπλάβιτ» (μπλε). Πρόκειται για το παρατσούκλι της τοπικής ομάδας, της ΙΦΚ Γκέτεμποργκ ή αλλιώς, του πιο σημαντικού εκπροσώπου του σουηδικού ποδοσφαίρου στην Ευρώπη, κατόχου δύο Κυπέλλων UEFA, το 1982 και το 1987 και ημιφιναλίστ των Κυπέλλων Πρωταθλητριών του 1984 και του 1986.

Τρώγοντας παραδοσιακά Kottbullar και τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους με Brannvin, οι ντόπιοι θαμώνες της παμπ τραγουδούν παλιά κομμάτια των ABBA, διηγούνται με νοσταλγία ιστορίες για τον Ούλοφ Πάλμε και καυχώνται για τον θρύλο των κορτ Μπγιορν Μποργκ. Γέλια, φωνές, γλέντι, αλκοόλ… Όλα όμως παγώνουν μονομιάς… Ήταν σαν να άνοιξε κάποιος την πόρτα και να μπήκε μέσα όλο το ξεροβόρι, όταν εντελώς απροειδοποίητα ένας μεθυσμένος κατάξανθος τριανταπεντάρης με πυκνή γενειάδα, ονόματι Nils, χτυπάει με μίσος το γυάλινο ποτήρι του στην μπάρα φωνάζοντας γεμάτος οργή και απόγνωση:

- Saravakos!

Η μουσική χαμηλώνει και τα γέλια πνίγονται δίνοντας τη θέση τους στην απόλυτη σιωπή. Όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στον Nils. Κι εκείνος, πίνοντας την τελευταία γουλιά από το ποτήρι του, κάθεται ξανά στη θέση του κι ολοκληρώνει το ξαφνικό ξέσπασμα του:

- Du kommer aldrig att glomma! (Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ!)

Λίγο παραπέρα, μία παρέα από πέντε Σουηδούς, φανατικούς οπαδούς της Γκέτεμποργκ,« προσκαλούν τον Nils στα τραπέζι τους. Εκείνος αποδέχεται την πρόσκληση και κάθεται μαζί τους.

«Τον θυμάσαι κι εσύ, ε;», τον ρωτάει ο πενηνταπεντάρης σήμερα Henrik, παρών στα δύο ιστορικά παιχνίδια της Γκέτεμποργκ με τον Παναθηναϊκό στο «Ούλεβι», τον Μάρτιο του 1985 και τον Νοέμβριο του 1991.

- Εγώ τον θυμάμαι κάθε μέρα, ανταπαντά ο Mikael, αρχηγός των οργανωμένων οπαδών της Γκέτεμποργκ τα τελευταία χρόνια. Δίπλα του, η σύζυγος του Klara ρωτάει τον Arne, κολλητό του φίλο και συνοπαδό, αν ο Saravakos «ήταν αυτός ο νόστιμος μελαχροινός με τα πυκνά μαλλιά, που μας απέκλεισε δύο φορές από το Κύπελλο Πρωταθλητριών» .

Ο Gotthard είχε παρακολουθήσει τη ρεβάνς του 1991 στο σπίτι του. Μετά το περίφημο γκολ του Σαραβάκου έσπασε από τα νεύρα του την ολοκαίνουργια έγχρωμη τηλεόραση κι από τότε μισεί τον Παναθηναϊκό όσο μισεί και την ΑΙΚ Στοκχόλμης. Ο Harald, ιδιοκτήτης της παμπ, έβαλε τα κλάματα όταν ο «μικρός» κάρφωσε την μπάλα στο σίδερο του Τόμας Ραβέλι, τερματοφύλακα της Γκέτεμποργκ, δίνοντας ουσιαστικά την πρόκριση στους «πράσινους». Ο Holmfrid, o Kjell, o Lars, o Martin, o Olle… Όλοι όσοι βρίσκονται αυτό το βράδυ μέσα στην παμπ γνωρίζουν πολύ καλά το όνομα ''Dimitrios Saravakos''. Είναι αλήθεια τελικά πως εκεί, στον μακρινό Βορρά τον θυμούνται ακόμα. Σε όλους έχει εντυπωθεί στο μυαλό ένα λευκό «7» σε μία πράσινη φανέλα, που μία παγωμένη νύχτα του Νοέμβρη του 1991 ντρίμπλαρε τρεις Σουηδούς αμυντικούς σε 3-4 τετραγωνικά μέτρα και με φαλτσαριστό σουτ-ξυράφι, εν στάσει, σφήνωσε την μπάλα στο πίσω σίδερο της εστίας, γεγονός που προσέδωσε ακόμα πιο θρυλική υπόσταση σε ένα από τα ομορφότερα γκολ που έχουμε δει ποτέ…

Κατηφορίζοντας αρκετά νοτιότερα, περνάμε τα νότια σύνορα της Ελβετίας και φτάνουμε στην πρωτεύουσα του Πιεμόντε, στην Ιταλία, εκεί που ο ποταμός Πάδος συναντά τις Άλπεις. Είναι ο βιομηχανικός βορράς, η πόλη της Fiat. Είναι το ομιχλώδες Τορίνο…

Βγαίνοντας από τη ''Mole Antonelliana'', το σημερινό Μουσείο Κινηματογράφου, μία παρέα από τέσσερις καλοντυμένους Τορινέζους θυμούνται το όνομα ''Dimitris Saravakos'' και τα κινηματογραφικά του γκολ απέναντι στον Σιλβάνο Μαρτίνα της Τορίνο το 1985 και στον Στέφανο Τακόνι της Γιουβέντους το 1987, μέσα στο «Κομουνάλε», αποκαλώντας τον, σχεδόν ταυτόχρονα, ''grandissimo giuocatore''. Όπως δηλαδή τον αποκάλεσε, περιμένοντάς τον στη φυσούνα του γηπέδου των «μπιανκονέρι» κι ο ''Bell’ Antonio'' Αντόνιο Καμπρίνι, αρχηγός της Γιουβέντους, με τον οποίον αντάλλαξε φανέλες ο Δημήτρης.

Το δεξί πόδι του Δημήτρη είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στην Ιταλία. Τόσο πολύ, που λέγεται πως το ερωτεύτηκε κάποτε η οικογένεια Ανιέλι. Ευτυχώς για εμάς, το πόδι του Μητσάρα δεν πάτησε ποτέ το δεξί πεντάλ μιας κατακόκκινης Ferrari Testarossa, σαν αυτές που είχαν τα αφεντικά της «γηραιάς κυρίας» στον τεράστιο στόλο τους. Αρκέστηκε στη λευκή Toyota Celica που κέρδισε ως δώρο για τον τίτλο του πρώτου σκόρερ του ελληνικού πρωταθλήματος της περιόδου 1990-91…

Πάμε ακόμα νοτιότερα, στα δικά μας μέρη. Ελλάδα, νοτιοδυτική Αττική. Εκεί που εκβάλλει ο Κηφισός, στις παρυφές του Νέου Φαλήρου, βρίσκονται τα όρια του Πειραιά. Στην ευρύτερη περιοχή του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας, το όνομα του Δημήτρη Σαραβάκου ανέκαθεν προκαλούσε περισσότερο τρόμο παρά θαυμασμό. Στατιστικές έχουν δείξει πως πριν και έπειτα από κάθε παιχνίδι μεταξύ Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού οι πωλήσεις ηρεμιστικών χαπιών σε φαρμακεία του δήμου αυξάνονταν κατακόρυφα. «Χρυσές» δουλειές για τους φαρμακοποιούς αλλά και για τους ζαχαροπλάστες, καθώς οι κορνέδες έκαναν θραύση εκείνην την περίοδο στην πλειονότητα των «ερυθρόλευκων» πελατών. Οι επιστήμονες, που την εποχή εκείνη ήταν σε αφθονία στον Πειραιά, δεν μπορούσαν να εξηγήσουν το φαινόμενο…

Και μιας και μιλήσαμε για πελάτες… Αλήθεια, υπήρχε καλύτερος «πελάτης» από τον Ολυμπιακό για τον Δημήτρη Σαραβάκο; Δεκαέξι φορές «κάρφωσε» την μπάλα στα δίχτυα των Πειραιωτών ο «Μητσάρας», σε πρωτάθλημα, κύπελλο και λιγκ καπ. Κι άλλη μία, που δεν την κάρφωσε στα δίχτυα ακριβώς. Αλήθεια, πώς γίνεται να πετυχαίνεις γκολ χωρίς να αγγίξει η μπάλα δίχτυα, χωρίς να χτυπήσει στο δοκάρι ή έστω χωρίς να σκάσει εντός της γραμμής; Δείτε το πέναλτυ-γκολ του Σαραβάκου στον τελικό κυπέλλου του 1988 και θα λύσετε τον γρίφο!

Σύνολον τεμαχίων: 17 (ολογράφως, δεκαεπτά). Με απόδειξη ή τιμολόγιο. Με πράσινο ή με λευκό σορτσάκι. Με μακρυμάνικη ή κοντομάνικη φανέλα. Με ''Asics Tiger'' ή με ''Kappa''. Με χορηγό στη φανέλα αυτοκίνητα (΄΄Citroen'') ή -κυρίως- ασφάλειες (''Interamerican'') ένα είναι σίγουρο. Πως και γρήγορος ήταν και μία… ασφάλεια μας την παρείχε στα δύσκολα ο, γεννημένος στις 26 Ιουλίου 1961, «μικρός»…

Ρότερνταμ, γήπεδο «Ντε Κάιπ», 25 Μαρτίου 1987. Ολλανδία - Ελλάδα, προκριματικά Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος. Ο Σαραβάκος «κρεμάει» τον Φαν Μπρόικελεν στο έκτο λεπτό. Στα παιδικά μάτια αμέτρητων πιτσιρικάδων το γκολ επιτεύχτηκε πίσω από τη σέντρα κι η μπάλα καρφώθηκε στο «Γ» της εστίας. Θυμάμαι τον πατέρα μου να φωνάζει «γκολ για Όσκαρ!». Όταν το είδα πριν από λίγα χρόνια στο διαδίκτυο αντιμετώπισα τη φριχτή αλήθεια: το σουτ ήταν περίπου 7-8 μέτρα έξω από τη μεγάλη περιοχή κι η μπάλα έσκασε στο χορτάρι πριν περάσει τη γραμμή. Είναι η τάση να μεγαλοποιούμε τα «παλιά»; Ποιος ξέρει… Ο Μητσάρας, εκτός από «πράσινος» ήταν και «μπλε» ήρωας. Και δεν υπήρχε ούτε ένας φίλαθλος, ανεξαρτήτως συλλογικής προτίμησης, που δεν παραδεχόταν την αξία αλλά και το σπάνιο ήθος του.

Αθήνα, Ολυμπιακό Στάδιο, 10 Οκτωβρίου 1990. Πέντε γκολ με τη «γαλανόλευκη» (όλα στο β΄ ημίχρονο) στο 6-1 εναντίον της Εθνικής Αιγύπτου σε φιλικό παιχνίδι. Κι ας ήταν τα τρία με πέναλτυ. Δεν μιλιόμουν, όταν λίγες μέρες μετά διάβασα πως κι ο μεγάλος Μάρκο Φαν Μπάστεν κατάφερε να πετύχει πέντε γκολ με την Εθνική Ολλανδίας. Μπορεί να έκλαψα κιόλας, δεν θυμάμαι ακριβώς. Στο παιδικό μου μυαλό ήθελα ο Δημήτρης να είναι όχι μόνο πρώτος, αλλά και μοναδικός. Όπως δεν μιλιόμουν κι όταν συνειδητοποίησα πως τα 22 γκολ του Σαραβάκου με τα χρώματα της Εθνικής Ελλάδας δεν πρόκειται ποτέ να φτάσουν τα αντίστοιχα 29 του Νίκου Αναστόπουλου. Αργότερα βέβαια σκέφτηκα πως ο Μητσάρας έχει ένα σοβαρό ελαφρυντικό απέναντι στον «μουστάκια»: δεν είναι σέντερ φορ! Ο Δημήτρης Σαραβάκος δεν πρόκειται ποτέ να βγει από την καρδιά όλων των Παναθηναϊκών, ιδίως εκείνων που γεννήθηκαν τις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Εκείνων δηλαδή που μεγάλωσαν με τα γκολ του, τις σέντρες του, τις ντρίμπλες του.

Πολλές οι όμορφες μνήμες από την παρουσία του Σαραβάκου στο φτωχό ελληνικό ποδόσφαιρο. Ποιος να ξεχάσει τα πάμπολλα ''one man shows'' του απέναντι σε ντόπιους κι Ευρωπαίους. Οι ξένοι, όταν ταξίδευε ο Παναθηναϊκός στη χώρα τους έλεγαν «ήρθε ο Σαραβάκος». Ήταν πασίγνωστος σε εποχές που δεν υπήρχε το internet.

Ποιος να ξεχάσει τη χειραψία του με τον Ντιέγκο Μαραντόνα ως αρχηγός της εθνικής ομάδας, στο πρώτο παιχνίδι που έδωσε ποτέ η Ελλάδα σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Η εν λόγω φωτογραφία είναι από τις πλέον χαρακτηριστικές. Δύο «ιερά τέρατα» μαζί. Ο Δημήτρης Σαραβάκος κι o αριστεροπόδαρος… Σαραβάκος της Αργεντινής!

Ή τη συμμετοχή του στη Μικτή Κόσμου τον Δεκέμβριο του 1991, όταν έγινε ο μοναδικός Έλληνας ποδοσφαιριστής που σκόραρε σε παρόμοιο ματς.

Ή ακόμα και το χαμένο πέναλτυ στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας μεταξύ Παναθηναϊκού - Α.Ε.Κ., στις 19 Απριλίου 1995. Η μοίρα ήθελε να τη στείλει ψηλά την μπάλα, κάπου στις εξέδρες. Δεν το έκανε επίτηδες, είναι βέβαιο. Το παραδέχτηκε άλλωστε αργότερα. Απλώς λύγισε ακούγοντας το γνωστό σύνθημα. Το αίμα νερό δεν γίνεται άλλωστε...

Το έχει η μοίρα μας τελικά... Κάθε φορά που πιστεύαμε πως τα πάντα έχουν κριθεί, όταν όλες μας οι ελπίδες είχαν πλέον χαθεί κι η ήττα έμοιαζε να είναι πιο κοντά από ποτέ, πάντοτε υπήρχε ένας Δημήτρης για να μας ξελασπώνει, σε χορτάρι και παρκέ. Άλλοτε με τη μορφή «μικρού» φορώντας τον αριθμό 7, άλλοτε με τη μορφή «Στρατηγού» φορώντας τον αριθμό 10 κι άλλοτε με... τρισδιάστατη μορφή, φορώντας τον αριθμό 13.

Και τώρα κλείνω τα μάτια και στο μυαλό μου έρχεται η εξής εικόνα: παλιό Ολυμπιακό Στάδιο, χωρίς τη στέγη Καλατράβα αλλά με την περίφημη Φλόγα να δεσπόζει στα πέριξ, χορτάρι κιτρινίζον πράσινο, μαύρα μάτριξ με λευκό ρολόι ''Seiko'', πράσινη φανέλα ''Asics Tiger'' με πολύ λεπτές κάθετες λευκές ρίγες, λευκό σορτσάκι και λευκές κάλτσες, μαύρα εξάταπα παπούτσια ''Adidas'' ή ''Diadora''. 75.000 θεατές, κάποιοι εξ αυτών με κασκόλ «ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ-ΕΥΡΩΠΗ», δίχρωμα πανό, καρέκλες αντί πάγκων. Εφόρμηση Ζάετς (ή Ζάγετς, όπως τον έλεγε ο Διακογιάννης), μπαλιά στην πλάτη της άμυνας στον Σαραβάκο, σουτ-βολέ, ένα «γκντουπ»... Η μπάλα οδηγείται με μεγάλη ταχύτητα στα τετράγωνα τέρματα με τα παχιά λευκά δίχτυα. Ο «μικρός» έχει ήδη φύγει προς τον στίβο πανηγυρίζοντας, ενώ ο τερματοφύλακας μαζεύει την μπάλα για να γίνει η σέντρα. Άλμα, σφίξιμο γροθιάς και μπουνιά στον αέρα, τρέξιμο προς την κερκίδα και τον κόσμο που ουρλιάζει «γκοοοοολ», αλλά υπάρχει αυτή η άτιμη η τάφρος και δεν πάει πιο πέρα.

Ανοίγω τα μάτια και βλέπω το τώρα. Όλα διαφορετικά, όλα τόσο σημερινά. Οι αναμνήσεις είναι κάτι που δεν θα μπορέσουν ποτέ να το πάρουν από τους Παναθηναϊκούς. Είναι δικές τους, ολόδικές τους. Ευτυχώς για εμάς, υπάρχει κάτι που ενώνει τις αναμνήσεις με το σήμερα και μας δίνει ελπίδα: o Δημήτρης Σαραβάκος.

Μπορεί να μην έχει πια μαύρα, πυκνά μαλλιά όπως στο σκίτσο. Ε και; Για εκείνους που τον λάτρεψαν και τον λατρεύουν θα έχει πάντοτε ένα ''C''στο αριστερό του μπράτσο. Και θα το φοράει αιώνια...

ΓΝΩΡΙΖΑΤΕ ΟΤΙ

Ο πρώτος σκόρερ στο Κύπελλο UEFA της περιόδου 1987-88 Δημήτρης Σαραβάκος είναι ο μοναδικός Έλληνας ποδοσφαιριστής που έχει πετύχει τέρμα με όλους τους τρόπους: με δεξί σουτ, με αριστερό σουτ, με κεφαλιά, με κεφαλιά-ψαράκι, με τακουνάκι, με πέναλτυ, με απευθείας φάουλ, με απευθείας κόρνερ, ακόμα και με έμμεσο φάουλ (στις 29 Σεπτεμβρίου 1993, στο Δουβλίνο, στο 55ο λεπτό του αγώνα Σέλμπουρν - Παναθηναϊκός)!

Το «7» που αγάπησαν όλοι οι Παναθηναϊκοί…