Είναι αλήθεια πως ο Γιάννης Αντετοκούμπο είναι ο μεγάλος σταρ της ελληνικής αποστολής. Η ιστορία του μοιάζει με παραμύθι. Ένα παραμύθι χιλιοειπωμένο που αν όχι όλοι τότε σχεδόν όλοι οι Έλληνες γνωρίζουν. Δεν είναι δυνατόν να μη συγκινηθείς με την ιστορία του νεαρού γιου μεταναστών που από την απόλυτη φτώχεια και τις ατέλειωτες δυσκολίες έφτασε να... κατακτήσει τον κόσμο. Μια ιστορία απόλυτης καταξίωσης που μόνο να εμπνεύσει μπορεί και μαζί να κάνει κάθε πιτσιρικά να ονειρεύεται.
Παρόλα αυτά, δίπλα στον φοβερό και τρομερό Γιάννη με το απόλυτο success story θα βρίσκεται μια κυρία που κουβαλάει μια δική της ξεχωριστή ιστορία. Μπορεί η λάμψη του Αντετοκούμπο να είναι (δικαίως) τόσο εκτυφλωτική ωστόσο η Αντιγόνη Ντρισμπιώτη θα είναι μια άξια σημαιοφόρος στη φετινή τελετή έναρξης.
Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, είναι σαφές πως η ελληνική αποστολή έχει αθλήτριες με βαρύ βιογραφικό, αμέτρητες επιτυχίες και προσωπικότητα. Θα μπορούσαν πολλές ακόμα αθλήτριες να βρίσκονται στη θέση της σημαιοφόρου αλλά καλώς η κακώς αυτή η θέση είναι για μία και για έναν. Η Ντρισμπιώτη, λοιπόν, προσφέρει ένα παράδειγμα εξίσου σημαντικό προς κάθε παιδί, κάθε αθλητή αλλά και κάθε άνθρωπο. Το μέγιστο παράδειγμα υπομονής, πίστης, αφοσίωσης και σκληρής δουλειάς. Το Savoir Vivre μας απαγορεύει να μιλάμε για την ηλικία μιας κυρίας αλλά στην περίπτωση αυτή η ηλικία είναι που κάνει το επίτευγμα της εν λόγω αθλήτριας ακόμα πιο σπουδαίο.
Όσοι έχουν υπάρξει αθλητές στίβου, έχουν φορέσει τα spikes και έχουν μυρίσει το ταρτάν ξέρουν καλά πως αυτό που κάνουν έχει πόνο, κόπο και λίγες στιγμές χαράς. Δεν μπορείς σαν αθλητής στίβου να ονειρεύεσαι μεγάλα συμβόλαια, ατέλειωτες χορηγικές συμφωνίες και μια ζωή άνετη σαν του Μέσσι ή του Λεμπρόν Τζέιμς. Πόσω μάλλον αν είσαι Έλληνας, όπου προπονείσαι σκληρά όταν δε δουλεύεις ή δε σπουδάζεις και περιμένεις αυτή τη μία στιγμή που θα σου δοθεί η ευκαιρία να λάμψεις και να πετύχεις τη μεγαλύτερη διάκριση της καριέρας σου. Επειδή Τεντόγλου, Καραλής ή Στεφανίδη δε βγαίνουν κάθε μέρα τότε είσαι “καταδικασμένος” να κάνεις κάθε μέρα υπερβάσεις ώστε να φτάσει η μέρα που η μεγαλύτερη υπέρβαση όλων θα γίνει η στιγμή που θα θυμάσαι για πάντα.
Η Αντιγόνη Ντρισμπιώτη όχι απλά ήταν συμβιβασμένη με αυτό αλλά το έκανε κομμάτι της ζωής της. Ήταν πάντα καλή αθλήτρια αλλά παρόλα αυτά δεν είχε τις ανέσεις που θα μπορούσε να έχει ένας ποδοσφαιριστής της Super League ή ένας μπασκετμπολίστας της Α1. Έπρεπε να πηγαίνει στην προπόνησή της, να σπουδάζει στη Γυμναστική Ακαδημία στα Τρίκαλα και αργότερα στο μεταπτυχιακό της και αργότερα να εργάζεται στην οικογενειακή ταβέρνα. Και παρόλα αυτά να συνεχίζει να είναι ανταγωνιστική στο άθλημά της και όχι απλά μια χομπίστρια που απλά κατέβαινε σε αγώνες για τη χαρά της συμμετοχής. Δουλειά, οικογένεια, προπόνηση και πάλι από την αρχή. Και παρότι η μεγάλη επίδοση ή η μεγάλη διάκριση, πέρα από το χάλκινο μετάλλιο στους Μεσογειακούς Αγώνες του 2013, δεν ερχόταν συνέχιζε με την ίδια επιμονή και υπομονή.
Δεν είναι πολλές οι περιπτώσεις που ένας αθλητής φτάνει στην απόλυτη καταξίωση μετά τα 35 του. Στα ελληνικά δεδομένα ίσως μπορεί να συγκριθεί μόνο με την περίπτωση του επίσης Καρδιτσιώτη Δημήτρη Τσιάμη που έφτασε 36 ετών για να κατακτήσει το πρώτο και μοναδικό μετάλλιό του σε Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα στο τριπλούν.
Η αρχή των διακρίσεων για την Ντρισμπιώτη ήρθε με την τέταρτη θέση στο Παγκόσμιο του 2022 και να κορυφωθεί με τα χρυσά μετάλλια στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα στο Μόναχο την ίδια χρονιά, το χρυσό στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ομάδων Βάδην του 2023 και στο Παγκόσμιο της Βουδαπέστης την ίδια χρονιά. Ένα σερί επιτυχιών που φανέρωσε ότι, όπως το καλό κρασί, ωρίμασε και στην ηλικία που άλλοι θα είχαν φωνάξει “Δεν μπορώ άλλο!” εκείνη επέμενε πεισματικά και κατέκτησε όσα ονειρευόταν. Θα μπορούσε δικαίως να αποσυρθεί έχοντας νιώσει την παντελή απουσία υποστήριξης. Με μοναδική αμοιβή το μισθό από την οικογενειακή ταβέρνα, χωρίς καμία χορηγία και με την προσοχή της ομοσπονδίας και της ΕΟΕ να είναι στραμμένη προς άλλα πιο εμπορικά πρόσωπα αυτή κατάφερε εντελώς μόνη της, με συνοδοιπόρο τον προπονητή της και τους κοντινούς της ανθρώπους, να φτάσει εκεί που φτάνουν άλλοι έχοντας ολόκληρο σταφ και δουλεύοντας μόνο σε αυτό το κομμάτι χωρίς να τους αποσπάει άλλη εργασία.
Αν ήταν πρωταγωνίστρια σε κάποια ταινία θα είχε ρόλο αντιήρωα, που κατακτάει αθόρυβα και συνάμα επιβλητικά αυτό που ψάχνει σε όλη της τη ζωή. Δε θα αποκτήσει ποτέ τη φήμη του Αντετοκούμπο, ούτε καν των συμπαικτών του στην εθνική ομάδα, αλλά έχει σίγουρα το δικό της κεφάλαιο στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού και πλέον και των Ολυμπιακών Αγώνων. Γιατί όσο να ‘ναι, μπαίνοντας πρώτος στην τελετή έναρξης κρατώντας τη σημαία είναι μια εικόνα που μένει στην ιστορία των Αγώνων και αυτό ούτε διαγράφεται αλλά ούτε λησμονιέται.