MENU

Σε μια άλλη διάσταση, κάπου ψηλά και μακριά, ανάμεσα στην αστρόσκονη και το υπερπέραν, έχει στηθεί μια γιορτή.

«Ήλθε ο Δημήτρης». Ποιος; Ο Μίμης. Ο Μήτσος. Κι αν ήταν κάποιος από τους ελάχιστους που δεν κατάλαβαν, μιλάει το τεράστιο «R» που κουβαλά δίπλα του. Τεράστιο, όπως το δημιούργημά του επί της γης.

Ένθα ουκ έστιν πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος, υπάρχουν και κερκίδες. Ατέλειωτες, γεμάτες με αετόπουλα κάθε ηλικίας. Οι οποίες χθες υποδέχτηκαν τον  άνθρωπό τους. Σήκωσαν τα χέρια ψηλά και περίμεναν το σήμα του. Έσμιξαν τα χείλη και περίμεναν να ξεκινήσει αυτός να σφυρίζει τη «γέφυρα του ποταμού Κβάι».

Κι αυτός, γεμάτος ζωντάνια και ενέργεια, ανεβαίνει στο κάγκελο. Challenge accepted. Κι αρχίζει το αιώνιο τραγούδι για την ΑΕΚ, την αγάπη του τη γλυκειά, που την έχει πάντα στην καρδιά.

Γιατί να μην είναι έτσι, ρε; Γιατί να μην δημιουργηθεί αυτό ακριβώς το αιώνιο «περιβάλλον» για να αναπαυθεί η ψυχή του, τώρα που το σώμα άφησε τους πόνους και τις ταλαιπώριες του πούστη του καρκίνου εδώ κάτω, στη δική μας διάσταση;

Αν ρωτήσεις τους οπαδούς όχι της ΑΕΚ, αλλά ΟΛΩΝ των ομάδων, αυτό εύχονται. Και οι ευχές των άλλων, που συνοδεύουν τον θρήνο των «δικών», προσθέτουν ακόμα περισσότερο τσούξιμο στα μάτια. Σ’ έναν χώρο αντιπαράθεσης, που γίνεται μέρα με τη μέρα πιο σκληρός και πιο άπονος, με μίσος, με βρισιές αδιανόητες, με μαχαίρια, με αίμα, αυτός υιοθέτησε την ακριβώς αντίθετη στάση. Αντιχούλιγκαν…

Μωρό ακόμα, μετακόμισε από την περιοχή του Λαγκαδά Θεσσαλονίκης στην Αθήνα. Στο κέντρο, στην περιοχή ανάμεσα στου Γκύζη και τα Εξάρχεια, που οι παλιοί ονομάζουν Παναθήναια. Τα’ χει πει ο ίδιος το πώς οι παναθηναϊκοί θείοι του τον πήγαιναν στη Λεωφόρο και πώς ο πατέρας του, σταθερά προσανατολισμένος προς τις χαμένες πατρίδες, από ΠΑΟΚ έγινε ΑΕΚ και επιστράτευσε μέχρι και… φάπες για να τον φέρει στο κιτρινόμαυρο μονοπάτι.

Μια ζωή γκάγκαρος, λοιπόν. Βέρος Αθηναίος. Με σχολείο και σπουδές σε ένα «πεπερασμένο» μικρό τετράγωνο, Βαλτετσίου και Σόλωνος. Να’ ταν και η επιλογή της Νομικής Σχολής θέμα… τοπογραφίας; Όχι, κατηγορηματικά. Εκεί έπαιξαν ρόλο η ευρύτητα του πνεύματος, η ευφράδεια, η σύλληψη νοημάτων βαθύτερων και το χάρισμα αυτό, να λες σύνθετα πράγματα με απλά λόγια. Κάτι που το ακολούθησε σε όλη τη ζωή του.

Την ΑΕΚ είπε την είδε πρώτη φορά το 1971, στο ματς εναντίον του Εθνικού στο «Καραϊσκάκης», στο τελευταίο παιχνίδι του Στέλιου Σεραφείδη. Από εκείνο το σημείο ξεκίνησε μια ΑΓΑΠΗ με όλα τα γράμματα κεφαλαία. Που τον οδήγησε, όμως, σε μια εποποιία. Αυτό ακριβώς ήταν το φτιάξιμο της Original, αν αναλογιστεί κανείς τα μέσα που είχε στη διάθεσή του και την έλλειψη στήριξης από παντού.

Έκανε διάφορες δουλειές. Μέχρι και στην Kosta Boda. Μπορεί κανείς να το φανταστεί; Να το φτιάξει εικόνα; Προτίμησε κάτι πολύ πιο συμβατό με τα δεδομένα του: Κούριερ. Διανομέας. Με το παπάκι του τον «Ντούσαν». Δεν του άλλαξε όνομα, αλλά το διευκρίνιζε: Τον Ντούσαν της πρώτης εποχής, να’ μαστε ξηγημένοι.

Η Ορίτζιναλ είναι δικό του δημιούργημα. Ο ίδιος το «άνοιγε» σε πολύ κόσμο. Είχε αναφέρει πολλούς, και ονομαστικά. Πράγματι, πολλοί έτρεξαν. Ένας, όμως, ΕΝΕΠΝΕΥΣΕ. Ένα «κλαμπ» με την κανονική έννοια του όρου, με παραρτήματα σε όλη την Ελλάδα, και εν τέλει σε όλο τον κόσμο. Χωρίς συνδρομές και εγγραφές, αλισβερίσια οικονομικά και χαρτζιλίκια. Όπου τα’ βλεπε, απομακρυνόταν. Έτσι απομακρύνθηκε κι από την αρχική 21. Κι από το 1982, όταν ίδρυσε την Ορίτζιναλ, πορεύθηκε έναν δρόμο που έκανε τους άλλους να τρίβουν τα μάτια τους. Σαν τον Λώρενς της Αραβίας που καβάλησε την καμήλα και πέρασε την έρημο.

Στην αρχή τους μάζευα έναν-έναν, είπε. Στην εποχή που το τηλέφωνο λειτουργούσε ακόμα με ροδέλα, που ο κόσμος έστελνε ακόμα τηλεγραφήματα, αυτός συνέλαβε και – κυρίως – υλοποίησε τη μεγάλη εικόνα: Ένας σύνδεσμος χωρίς το «συν», ένας δεσμός που θα ξεκινούσε απ’ αυτόν και θα ένωνε όλους τους κιτρινόμαυρους. Στον οποίο όλοι θα ήταν ίσοι, από εκείνον ως τον τελευταίο πιτσιρικά.

Πόση ενέργεια πρέπει να καταναλώσει κάποιος σήμερα για να γίνει… influencer; Τηρουμένων των αναλογιών, ο Χατζηχρήστος όχι μόνο έγινε ο πρώτος πανελλήνιος οπαδός-influencer, αλλά… έφτιαξε και μόνος του το μέσο κοινωνικής δικτύωσης που περνούσε τα μηνύματά του!

Οι πρωτοποριακές ιδέες του, ασύλληπτες. Με πρώτο το «Δωματιάκι». Έναν χώρο δικό τους αποκλειστικά, χωρίς «επιδοτήσεις» και «νοίκια», αγορασμένο από τον ιδρώτα και το αίμα των πολλών. Εκεί λειτούργησε ο «τηλεφωνητής», εκεί έγιναν οι επαφές για την ραδιοφωνική εκπομπή, εκεί και για την τηλεοπτική, το «Κιτρινόμαυρο Μονοπάτι». Μια εξωστρέφεια που στηρίχθηκε πάνω στο δικό του πρόσωπο. Έφερε κόσμο, και τον κράτησε.

Λάθη; Πολλά. Κι ο ίδιος τα παραδεχόταν, με ντομπροσύνη και ειλικρίνεια. Το «λάθος» με το «πάθος» τα χωρίζει ένα γράμμα μόνο. Κι αυτό οφείλει κανείς να του το πιστώσει. Ποτέ δεν φέρθηκε υστερόβουλα. Δεν έκανε κινήσεις τακτικής. Χτύπησε τη γροθιά του στο μαχαίρι επειδή έτσι το έβλεπε. Δεν υπολόγιζε, δεν έκανε διπλωματία, ούτε προσδοκούσε οφέλη.

Λένε πως η εξουσία απλά επιτρέπει σ’ έναν άνθρωπο να μην κρύβεται. Αν ο Χατζηχρήστος απόλαυσε αυτό που λέμε εξουσία, να νιώθεις ότι μπορείς μ’ ένα κούνημα του χεριού, με μια λέξη, να κινητοποιήσεις χιλιάδες και να τους πας εκεί που θέλεις εσύ, έδειξε το πιο αγνό πρόσωπο.

Πόσα «στοιχίζει» σήμερα ένας influencer; Πόσα λεφτά παίρνει πάνω και κάτω από το τραπέζι για να στείλει μηνύματα; Σκεφτείτε αυτό και μετά βάλτε δίπλα τον Χατζηχρήστο. Για να καταλάβουμε πόσο σημαντικά πράγματα δίδαξε με τη στάση ζωής του. Ένας άνθρωπος που επί χρόνια, δεκαετίες, κρατούσε το κύριο μέρος του οπαδικού κινήματος της ΑΕΚ στη χούφτα του, οδηγούσε με ένα παπάκι, έτρωγε σε ταβερνάκια και σουβλατζίδικα και στάθηκε κριτικά απέναντι σε όλους τους απέναντι που τον πλησίασαν.

Αυτό που έκανε ο Χατζηχρήστος ΑΦΟΥ γιγάντωσε την Ορίτζιναλ ήταν ακόμα μεγαλύτερο από αυτό που έκανε όταν τη δημιουργούσε.

Έγινε και πρόεδρος της Ερασιτεχνικής ΑΕΚ, το 2003. Για να την κρατήσει ζωντανή, όπως έλεγε, κι όχι να τη «σώσει». Μια θέση που δέχτηκε να την υπηρετήσει από ανάγκη και την αντιμετώπιζε πάντα με θυμηδία. Θεωρούσε αφύσικο ένας οπαδός «σεσημασμένος», όπως έλεγε, να έχει τέτοιο θεσμικό ρόλο. Προτιμούσε αυτόν που του είχε αποδώσει αυτοδίκαια ο λαός «του»: Στην εξέδρα.

Ακόμα και τις στιγμές που μια λέξη του ισοδυναμούσε με νόμο, δεν «ψωνίστηκε» ποτέ. Δεκάδες είναι οι ιστορίες για την απλότητά του, για το πώς αντιμετώπιζε όλους όσους επεδίωκαν να μιλήσουν μαζί του, ανεξαρτήτως οπαδικής προτίμησης. Για τον τρόπο που νουθετούσε τους νεότερους σε ηλικία οπαδούς. Για την ΑΓΑΠΗ, που ήταν εξαρχής η πυξίδα του. Την αγάπη την αγνή προς την έννοια της ομάδας, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε υστεροβουλία και «διπλωματία».

Μετά τον υποβιβασμό της ΑΕΚ στη Γ’ Εθνική, ήλθε ο καιρός του. Τα είπε, τα ξεκαθάρισε, κι αποχώρησε. Έμεινε ως το τέλος ένας ιδεολόγος, ένας δάσκαλος με τον τρόπο που ζούσε και αγαπούσε την ΑΕΚ, όχι με τα λόγια.

Τα τελευταία χρόνια ταλαιπωρήθηκε. Πάλεψε. Καταπονήθηκε. Όσο μπορούσε, βρισκόταν κοντά. Για πάρτη του πια. Δεν διεκδικούσε ούτε δάφνες, ούτε μεγαλεία, ούτε τιμητικούς τίτλους. Όλοι του έδιναν το χέρι. Φίλοι και αντίπαλοι. Το ένιωσε ότι είχε την καθολική αναγνώριση ως ένας από τους τελευταίους old school, τους «ρομαντικούς» των γηπέδων.

Κι αυτό είναι το διαχρονικό μήνυμα που άφησε, πριν ταξιδέψει στους ουρανούς, στην Original του Παραδείσου: Χρειάζεται μόνο να αγαπάς την ομάδα σου, όχι να μισείς τους άλλους.

Στην Original του Παραδείσου, στο κάγκελο με τα χέρια ψηλά να σφυρίζει... (vids)