Σε ένα από τα κεφάλαια από το υπέροχο βιβλίο του Ντέιβιντ Γουίνερ «Βrilliant orange, the neurotic genious of dutch football», το οποίο μετέφρασε για το ελληνικό κοινό ο ασύγκριτος Χρίστος Χαραλαμπόπουλος, ο Ρομπ Ρέζενμπρινκ διηγείται την φάση που θα μπορούσε να αλλάξει την ιστορία του ποδοσφαίρου και την ψυχοσύνθεση μιας ολόκληρης χώρας.
Χρησιμοποίησε μόλις τέσσερις λέξεις, ενώνοντας τον δείκτη με τον αντίχειρα του δεξιού του χεριού για να δείξει ότι: «It was this close». Ήταν τόσο κοντά! Δεν ήταν παρά μερικά ασήμαντα, απειροελάχιστα εκατοστά. Αν είχε ακουμπήσει την μπάλα λιγάκι παραδίπλα, αν αυτή είχε πάρει ελάχιστο φάλτσο περισσότερο, τότε εκείνο το πλασέ στις καθυστερήσεις του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1978, θα είχε καταλήξει στα δίχτυα του ανήμπορου να αντιδράσει Ουμπάλδο Φιγιόλ.
Ο τελικός δεν θα οδηγούνταν ποτέ στην παράταση, η Ολλανδία θα είχε κατακτήσει το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας της, η Αργεντινή θα έμενε με άδεια χέρια.
Η γενιά του Κρόιφ που εφηύρε το Total Football -έστω και χωρίς την δική του παρουσία- θα είχε κάτι χειροπιαστό για τον ιστορικό του μέλλοντος, το ποδόσφαιρο της Αργεντινής μπορεί να είχε πάρει άλλη τροχιά, το ολλανδικό ποδοσφαιρικό έθνος θα είχε ξεφύγει από την μόνιμη αίσθηση του… παραλίγο, της χαμένης ευκαιρίας, δύο ολόκληρα έθνη θα πορεύονταν με διαφορετικά επίπεδα αυτοπεποίθησης στην ιστορική τους διαδρομή.
Τηρουμένων των αναλογιών κι εδώ κάπως έτσι ήταν. It was… this close! Ένα εκατοστό; Περισσότερο; Λιγότερο; Κανείς δεν ξέρει. Όσο δεν υπάρχει η βοήθεια της τεχνολογίας για να μας δώσει την απόλυτη αλήθεια, θα υπάρχει η αμφιβολία.
Πέρασε η μπάλα την γραμμή; Δεν την πέρασε; Από το φωτογραφικό καρέ φαίνεται πως πέρασε, αλλά μία ξερή φωτογραφία, από μία συγκεκριμένη γωνία λήψης, μπορεί να ξεγελάσει. Δεν μπορεί να απεικονίσει την προοπτική, δεν απεικονίζει όλες τις διαστάσεις.
Υπάρχουν άλλωστε τα παραδείγματα στο πρόσφατο Μουντιάλ στην αναμέτρηση Ισπανίας - Ιαπωνίας, αλλά και στο ματς της Νιούκαστλ με την Τότεναμ, όπου το ανθρώπινο μάτι ξεγελάστηκε από την απολυτότητα της τεχνολογίας, τα γκολ μέτρησαν ενώ εκ πρώτης όψεως όλοι θα βάζαμε το χέρι μας στην φωτιά ότι η μπάλα είχε περάσει την γραμμή του άουτ. Δεν την είχε περάσει όμως, ολόκληρη.
Τόσο λοιπόν απείχε η γενναία ισοπαλία απέναντι στην πρώην παγκόσμια πρωταθλήτρια από μία άδοξη ήττα στις καθυστερήσεις και μάλιστα με ανατροπή. Τόσο απείχε η διθυραμβική κριτική, οι «ψυχάρες», τα χαμόγελα, τα «πάμε Euro», από τον «απατεώνα» Πογέτ που γύρισε πίσω την ομάδα με τις αλλαγές του, που έβαλε τον Ζέκα που δεν έχει παίξει δύο χρόνια, από τους λούζερ, τους πουθενάδες και τα «έτσι δεν πάμε πουθενά». It was this close!
To 2-2 από το 2-3 απείχε ένα εκατοστό. Δεν είχε να κάνει με τακτικές, με απόδοση, με ανθρώπινο παράγοντα, με κάτι που έγινε σωστά ή λάθος στο γήπεδο. Είχε να κάνει με την… τύχη. Με μία τρελή σπόντα, με μία καραμπόλα, με την κατάληξη μιας freak φάσης, στην οποία η μπάλα βρήκε και τα δύο δοκάρια. Είναι λοιπόν παντελώς άδικο να κρίνουμε την απόδοση παικτών, την πορεία μιας ομάδας, το μέλλον της, την επαγγελματική επάρκεια ενός προπονητή από μία τυχαιότητα.
Όχι, δεν μπορεί να ισχύει το: «δοκάρι και μέσα, παιχταράς. Δοκάρι και έξω, μυρωδιάς». Είναι άδικο. Άκυρο. Παράλογο.
Στην πραγματικότητα, αυτό το 2-2 δεν χρησιμεύει πουθενά στην Εθνική. Ο πόντος είναι άχρηστος, δεν παίζει κάποιο ρόλο. Το modus operandi, ο τρόπος δηλαδή που προσεγγίσαμε το ματς με τους «τρικολόρ» δεν θα είναι αυτός που θα προσεγγίσουμε τις αναμετρήσεις με το Καζακστάν και έναν πιθανό τελικό πρόκρισης στο Euro με Γεωργία ή Λουξεμβούργου.
Είναι όμως μια μανιέρα για κάπου αλλού. Θα είναι ο δικός μας τακτικός μπούσουλας, αν καταφέρουμε να πάμε στην τελική φάση του Euro. Διότι εκεί, με την Εθνική στο 4ο γκρουπ δυναμικότητας, ο όμιλος μπορεί να έχει δύο, ακόμα και τρεις «Γαλλίες».
Αυτό το 3-5-2, με τους δύο ευκίνητους pressing forwards μπροστά (Ιωαννίδη, Μασούρα) που εγγυάται τρεξίματα και πίεση, με τον Μαυροπάνο σε ρόλο σύρτη και δύο μπακ που μπορούν να γίνουν άνετα εξτρέμ είναι ένας υπέροχος τρόπος να κρύψουμε την ένδεια σε αληθινούς box-to-box μέσους που να «τρώνε» το γήπεδο.
Η Γαλλία έχει την πολυτέλεια να έχει καμιά δεκαριά θηρία μέσους, που τρέχουν, κόβουν, παράγουν, σκεπάζουν τα πάντα. Ο Φοφανά που «όργωσε» το γήπεδο, πολύ δύσκολα θα μπει στην αποστολή του Euro, είναι 6ος-7ος στην ιεραρχία. Ένας Έλληνας Φοφανά θα ήταν εύκολα ο κορυφαίος και ο πιο πλήρης μέσος (τουλάχιστον σωματοδομικά) στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Έτσι, για να καταλαβαίνουμε τις αναλογίες.
Για να το πω έτσι όπως το σκέφτομαι. Είμαι σίγουρος ότι αν πάμε στην τελική φάση του Euro, θα είμαστε κάτι παραπάνω από αξιοπρεπείς, με αυτή την τακτική προσέγγιση, μπορούμε να κοιτάξουμε τους πάντες στα μάτια σε επίπεδο εμφάνισης -το αποτέλεσμα είναι κάτι πολυπαραγοντικό, δεν μπορεί να το προβλέψει κανείς.
Δεν είμαι όμως τόσο σίγουρος ότι θα πάμε. Αυτό είναι το πραγματικά δύσκολο κομμάτι. Διότι το «πρέπει» που μπαίνει τώρα πια είναι σαν θηλιά στον λαιμό. Κι εδώ, η Εθνική θα πρέπει να κάνει κάτι άλλο. Να παράγει η ίδια ποδόσφαιρο κι όχι να ακυρώσει αντίπαλο. Το 3-5-2 είναι άχρηστο. Θέλει κάτι άλλο.
Και για όσους θεωρούν δεδομένη την πρόκριση απέναντι σε αυτά τα… «καφενεία» υπενθυμίζω ότι το Καζακστάν έκανε 18 βαθμούς στην προκριματική φάση και το Λουξεμβούργο 17 (σε όμιλο 6 ομάδων). Εμείς 13. Αυτά…