Αυτό το κείμενο δεν θα ’πρεπε να υπάρχει.
Το είχε ξεκαθαρίσει- έτσι δεν είναι; Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού θα έριχνε, αθόρυβα, την αυλαία, θα κρεμούσε τη φανέλα με το εθνόσημο και θα συνέχιζε την σταθερή του πορεία προς το σεληνόφως της καριέρας του.
Ουδείς- πλην ορισμένων ανεγκέφαλων, είδος ξεκάθαρα πιο επιθετικό από εκείνο των λαγοκέφαλων- θα μπορούσε να του προσάψει το οτιδήποτε. Επί 15 συναπτά έτη, μ’ εξαίρεση το 2013 λόγω μεταπήδησης στο NBA, ήταν πάντα εκεί: με καλές ομάδες, με κακές, με dream teams (στα χαρτιά, γιατί στην πράξη αποδεικνυόμασταν… συdream teams), με σύνολα που έπαιζαν γαλάζιοι/λευκοί στο οικογενειακό διπλό κι έχαναν και οι δύο.
Πάντα. Εκεί.
Με τον επίλογο να έχει γραφτεί προ διετίας ουδείς περίμενε να δει ξανά τον Νικ Καλάθη στην αποστολή της εθνικής ομάδας. Ουδείς, δηλαδή, εκτός από τον ίδιο και τον Βασίλη Σπανούλη.
Ο ομοσπονδιακός μας τεχνικός, βλέποντας πως τα γάλατα έχουν σφίξει σε βαθμό που λογίζονται, πια, περισσότερο ως γιαούρτι, δε δίστασε να καλέσει στα δύο do-or-die ματς απέναντι στην Ουκρανία και την Ισπανία τον αειθαλή Νικ. Και ο ίδιος ο 37χρονος πλέι μέικερ έγραψε την απόσυρση στα παλαιότερα των υποδημάτων του, πήρε ένα νέο ζευγάρι sneakers κι ετοιμάζεται για τον υπέρ πάντων αγώνα. Μέχρι τον επόμενο.
Ο Καλάθης, προφανώς επειδή παρά το επίθετό του ουδέποτε έβλεπε το καλάθι ως κοφίνι, δεν αγαπήθηκε στη χώρα μας στον βαθμό που αναλογεί στο πραγματικό του μεγαλείο.
Μιλάμε για έναν από τους καλύτερους πασέρ στα χρονικά (όχι της Ευρώπης, γενικά), ένα σπάνιο «στρατηγό» στον άσο, έναν εκπληκτικό αμυντικό που λειτουργεί ως POAD (Point Of Attack Defender- μας είπαν εκ της διευθύνσεως να βάζουμε και τέτοιες ξενικές λέξεις στα κείμενα γιατί είναι της μοδός), ένα κομπιούτερ σε μορφή ανθρώπου πολύ πριν το ΑΙ κάνει άλματα προόδου και καταστήσει εφικτό κάτι τέτοιο.
Το μόνιμο σχόλιο, εν είδει ψόγου, για τον Καλάθη είναι ότι «Δεν σουτάρει». Ναι παιδιά, αλλά αν σούταρε κιόλας θα έμπαινε τώρα στον 5ο και τελευταίο χρόνο του super max συμβολαίου του με το Μέμφις, αξίας 234.176.099,65 δολαρίων.
Το ταλέντο του και η ικανότητά του σε όλους τους άλλους τομείς είναι τέτοια, που αν προσθέταμε και σουτ αξιώσεων η θέση του στο ΝΒΑ τις τελευταίες δύο δεκαετίες θα ήταν αδιαπραγμάτευτη.
Ωστόσο, δεν έχει νόημα να συζητάμε για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του Έλληνα διεθνή, αν και το 2ο μισό της περσινής χρονιάς του στην Παρτίζαν ήταν ένα κομψοτέχνημα σε συνέχειες. Ο ΠΑΟΚ έχει κάνει τεράστια κίνηση με την απόκτησή του και αυτό θα το καταλάβουμε εν καιρώ άπαντες.
Εκείνο στο οποίο αξίζει να σταθούμε είναι η επιμονή και η αφοσίωση ενός παικταρά που «… μα δεν μιλάει ελληνικά!». Με την εκκωφαντικών διαστάσεων απουσία του Γιάννη (για την οποία υπάρχει ξεκάθαρος υπαίτιος, αλλά δεν είναι της παρούσης…) ο coach Σπανούλης χρειαζόταν απελπισμένα έναν μπαρουτοκαπνισμένο σούπερ σταρ, έστω και προχωρημένης μπασκετικής ηλικίας, για να εμφυσήσει ζείδωρη πνοή στην εθνική μας και να μην αφήσει την ελπίδα να σβήσει με το που θα υψωθεί η μπάλα στον αέρα της Ρίγας στις 28 Αυγούστου.
Κι επειδή το βαρύναμε πάρα πολύ για τα δεδομένα αθλητικού site, ας περάσουμε σε κάτι πιο ανάλαφρο: «Ο άνθρωπος γεννήθηκε όταν για πρώτη φορά, μπροστά σε έναν νεκρό, αναρωτήθηκε: “Γιατί;”» είχε γράψει ο Αντρέ Μαλρώ (σπουδαίος συγγραφέας, ψάξτε τον, αλλά έχετε και λίγη Σίντεϊ Σουίνι να παίζει στο βάθος για αντίβαρο. Είπαμε).
Ο Καλάθης, μετά την ολοκλήρωση της πρώτης του «ζωής» με τα γαλανόλευκα, ετοιμάζεται να γεννηθεί ξανά για χάρη της Επίσημης Αγαπημένης, βλέποντάς την να κείτεται ημιθανής στο παρκέ.
Κάποια κείμενα δε θα ’πρεπε να υπάρχουν.
Κάποιες συναισθηματικά παράλογες αποφάσεις, το ίδιο.
Γιατί;
Γιατί ζούμε στην παντοκρατορία του μυαλού.
Τι υπέροχο, αλήθεια, που ο Νικ σκέφτεται με την καρδιά.