Βράδυ Πέμπτης. Μεσάνυχτα. Έχει τελειώσει στον Sprint FM μια εκπομπή γεμάτη ένταση. Ο Γεωργίου στα κάγκελα. Από τις λίγες φορές που είναι τόσο ξαναμμένος.
Όταν οι ομάδες δεν πήγαιναν καλά, η "κριτική" ξεφώνημα, διανθισμένη με ατάκες φοβερές, ήταν το στοιχείο του. Έχει προετοιμαστεί από απόγευμα, επικοινωνία με Αλέφαντο για τακτική, ρώταγε Νικολογιάννη-Ζαρμακούπη για το ρεπορτάζ, έπαιρνε τα τηλέφωνά του κι αυτός και… βουρ! Πού σε πονεί και πού σε σφάζει για Παναθηναϊκό και Βαρδινογιάννη. Του τα έχωνε προσωπικά. Ότι του έχουν πάρει τα σώβρακα Καρράς και Μελισσανίδης, τα μπουγάδιασαν και τώρα τα’ χουν απλωμένα να στεγνώσουν.
Νομίζω ήταν μετά από ΑΕΚ-Παναθηναϊκός, δεν είμαι σίγουρος, έχουν περάσει πάνω από 30 χρόνια. Εκείνο το διήμερο χάσανε Παναθηναϊκός και Ολυμπιακός στο μπάσκετ και οι δύο, με κάλεσε όπως έκανε συχνά να πούμε δύο λόγια με τον κόσμο, επειδή το έλεγε από μπάσκετ δεν ήξερε. Όλη η εκπομπή γαμωστραυρίδια, βάζελοι και γάβροι ανάκατα. Χαμός.
Μπαίνει στο στούντιο ο Γιώργος Βενιός για το τελευταίο δελτίο της μέρας, πριν καθίσει του λέει: «Στο τηλέφωνο είναι κάποιος που λέει ότι είναι ο Βαρδινογιάννης»! Πάει στο ακουστικό ο Γιώργος, τα λένε κανένα πεντάλεπτο χαμηλόφωνα και κανένα πεντάλεπτο φωνάζοντας (η φωνή του καπετάνιου ακουγόταν 120 ντεσιμπέλ από το ακουστικό), ξαφνικά ο Γεωργίου λέει «στην Πειραιώς, στο δημαρχείο απ’ έξω, σε δέκα λεπτά θα’ μαι εκεί» και κλείνει.
Μου λέει ο… προφήτης Γεωργίου: «Θέλεις να ζήσεις κάτι που θα το θυμάσαι όλη σου τη ζωή; Έλα μαζί μου. Έρχεται ο Βαρδινογιάννης»! Κώλωσα… Έρχεται για να κάνει τι; Και μόνος του θα’ ρθει ή θα κουβαλάει μαζί του κι άλλους; «Ρε έλα μαζί, για ξεκάρφωμα θα’ σαι. Τι τον έχεις τον Βαρδινογιάννη, για μπαμπέση; Άμα ήθελε να μου την πέσει τηλέφωνο θα’ παιρνε ή θα ερχόταν ο ίδιος»;
Το πήραμε με τα πόδια. Τότε ο Γεωργίου δεν είχε λεφτά. Ούτε εγώ βέβαια. Φτάσαμε έξω από το δημαρχείο και βλέπουμε δύο τζιπ Μερσεντές μαύρα. Βγαίνει ο καπετάνιος. «Εδά μας βλέπουν», λέει. «Πάμε αλλού». Τον παίρνει αγκαζέ ο Γεωργίου και τον πάει σ’ ένα παρκάκι πιο χωστά, από την άλλη μεριά της Πειραιώς. Από κοντά δύο γενειοφόροι μαυροντυμένοι. Επαγγελματίες.
Χώνομαι κι εγώ. «Ποιος είναι ο νέος"; Ρωτάει ο καπετάνιος. «Συνάδελφος νέος. Παρέα μου». «Α, δεν τον έφερες επειδή φοβάσαι». «Άμα φοβόμουνα αυτόν θα’ φερνα»; έριξε την ατάκα ο Γιώργος, ξεραθήκαμε όλοι στα γέλια. Κι εγώ.
Καθίσαμε σε δύο παγκάκια, σε σχετικά κοντινή απόσταση. Εκείνο το βράδυ ήταν… φροντιστήριο ταχύρρυθμο για το πώς λειτουργούσε το ποδόσφαιρο τότε (φαντάζομαι και τώρα). Τα μισά να ήταν αλήθεια απ’ όσα είπαν, που δεν έχω και στοιχεία να αμφιβάλλω, καθόμουν και σκεφτόμουν μετά τι ηλίθιος που είναι ο κόσμος και πληρώνει εισιτήριο για να δει τι γίνεται στο χορτάρι, αφού και οι δύο συμφωνούσαν ότι το πραγματικό παιχνίδι δεν παίζεται εκεί…
Είχε πάει κοντά 1.30, άναβε και ηρεμούσε η κουβέντα, ξαφνικά λέει ο Γεωργίου «Γιώργο να το διαλύσουμε γιατί πεινάω». «Τώρα τι θα φας, κοντεύει να ξημερώσει» του λέει. «Έχει εδώ μια καντίνα και πάμε με τον Αργύρη και τρώμε κανένα βρώμικο πριν κοιμηθούμε». «Ωραία, θα φάμε όλοι μαζί» απαντάει ο καπετάνιος. «Για να μην καρφωθούμε θα πάει ο νέος εδώ, μόνος του». Βγάζει τέσσερα πεντοχίλιαρα και μου λέει «πάρε για όλους, εμείς είμαστε πέντε». Από δύο στον καθένα. Πήγα βιαστικά στη Βαρβάρα και της… σήκωσα το μαγαζί, όπως καταλαβαίνετε: 14 βρώμικα δεν παραγγέλνεις συχνά βραδιάτικα, ειδικά σ' εκείνη την περιοχή.
Στη σούμα ήταν περίπου 13 χιλιάρικα. Δεν του’ δωσα ρέστα, θυμάμαι. Τα κράτησα.
Δεν θυμάμαι αν έφαγε τα δικά του. Η κουβέντα συνεχίστηκε μέχρι τις 2.30. Στο τέλος κάπως απομακρύνθηκαν από τους υπόλοιπους, όσο πήγαιναν για τα αυτοκίνητα. Τον αγκάλιασε ο καπετάνιος. Για τον Τάσο έλεγαν. Μου’ σφιξε το χέρι. «Αργύρη, καλόβραδι». Κάπως έτσι το’ πε. Το «γ» του ονόματός μου είχε και μια δόση «ζ» μέσα. Κρητικιά.
Βγήκαμε στην Πειραιώς να πάρουμε ταξί, να πάμε σπίτια μας. Τελικά το περπατήσαμε μέχρι το σπίτι του Γεωργίου στα Πετράλωνα. Κουβεντιάζαμε κι εμείς όσα μας είπε. «Για όσα είδες κι άκουσες μόκο, έτσι; Δεν είδες τίποτα. Μην αρχίσεις να περηφανεύεσαι ότι έφαγες βρώμικο με τον Βαρδινογιάννη…».
Τον τσίγκλαγα συχνά να μου πει. Δεν έλεγε. Ούτε για τον Κόκκαλη, που και μ’ αυτόν μιλούσαν. Τα κρατούσε δικά του, να γίνονται ένα ακόμα «φίλτρο» σε όσα έβλεπε στο χορτάρι. Πράγματα που το δικό μας το μυαλό δεν πήγαινε. Άμα ξέρεις, ή σου' χουν πει, "βλέπεις" αλλιώς.
Τον καπετάνιο τον ξαναείδα όταν ήλθε ένα μεσημέρι στον «ΦΙΛΑΘΛΟ» να δει τον Καραγιαννίδη. Μεσημεράκι. Δεν ήταν πολύς κόσμος. Πήγαμε κοντά και μας χαιρέτησε έναν-έναν με χειραψία. Όλους. Με τον Άλκη τον Φιτσόπουλο, που ήταν και τηλεοπτικό πρόσωπο στο «Κανάλι 29», είπε δύο κουβέντες παραπάνω. Δεν έδειξε να με θυμάται. Κρατήθηκα κι εγώ, δεν είπα τίποτα.
Την κράτησα μέχρι σήμερα την ιστορία. Τώρα που οι πρωταγωνιστές αντάμωσαν ψηλά, την αποκαλύπτω. Όχι για τίποτε άλλο, αλλά για να μην πει κανείς ότι ο καπετάνιος ήταν απρόσιτος. Μόνο τέτοιος δεν ήταν. Όλα τα άλλα, καλά και μη καλά, μπορεί να του τα καταμαρτυρήσει κανείς. Αλλά αυτό το είδα με τα μάτια μου, το έζησα.
Καλό ταξίδι.
Χρόνος ανάγνωσης 4’
Βρώμικο μαζί με τον Βαρδινογιάννη στη «Βαρβάρα»!
ΟΜΑΔΕΣ
ΠΡΟΣΩΠΑ
Βρώμικο μαζί με τον Βαρδινογιάννη στη «Βαρβάρα»!