Ο Αντώνης Σαμαράς βρίσκεται μπροστά σε μια απόφαση που μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας πριν ακόμη ανοίξει επισήμως η προεκλογική περίοδος.
Η πιθανότητα ανακοίνωσης νέου κόμματος μέσα στον Σεπτέμβριο αποκτά βαρύτητα όχι μόνο επειδή ο πρώην πρωθυπουργός διαθέτει προσωπικό πολιτικό ακροατήριο, αλλά επειδή η κίνηση θα υποχρεώσει το κυβερνών κόμμα να αντιμετωπίσει έναν ανταγωνιστή με αναγνωρίσιμο αρχηγό, συγκεκριμένη δεξιά αναφορά και δυνατότητα να διεκδικήσει ψηφοφόρους που σήμερα παραμένουν δυσαρεστημένοι αλλά δεν έχουν ακόμη μετακινηθεί οριστικά.
Το Μέγαρο Μαξίμου έχει καταστήσει δηλωτικό και σαφές ότι δεν σχεδιάζει εκλογές το φθινόπωρο και επιμένει στην ολοκλήρωση της τετραετίας. Αυτή η επιλογή δίνει χρόνο σε κάθε νέο πολιτικό φορέα να οργανωθεί, να αποκτήσει ψηφοδέλτια, τοπική παρουσία και σαφέστερη ιδεολογική φυσιογνωμία. Για τον Σαμαρά, επομένως, το πραγματικό δίλημμα δεν είναι μόνο πότε θα στηθεί η επόμενη κάλπη, αλλά αν συμφέρει να παραμείνει για μήνες ως υποθετική επιλογή ή να μετατραπεί νωρίς σε μετρήσιμο πολιτικό μέγεθος.
Οι αριθμοί που αλλάζουν το κλίμα
Η Pulse κατέγραψε τον Ιούλιο 5% όσων δηλώνουν ότι θα ψήφιζαν σίγουρα ένα κόμμα Σαμαρά, έναντι 3% τον Ιούνιο, ενώ ακόμη 8% τοποθετείται στην κατηγορία «μάλλον». Τα ποσοστά αυτά δεν αποτελούν πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος και επίδοσης στην κάλπη, προσφέρουν όμως ένα πρώτο μέτρο δυνητικής απήχησης και εξηγούν γιατί η συζήτηση για το νέο σχήμα αποκτά μεγαλύτερη ένταση.
Μια επίσημη έναρξη θα άλλαζε αμέσως και τον τρόπο με τον οποίο θα μετράται ο φορέας. Από γενική ερώτηση πρόθεσης θα περνούσε στην κανονική κομματική καταγραφή, με συγκεκριμένο όνομα, στελέχη και πολιτικές θέσεις. Εκεί θα φαινόταν αν η σημερινή διάθεση εκφράζει σταθερή επιλογή ή απλώς ενδιαφέρον για ένα πολιτικό ενδεχόμενο.
Το δύσκολο τεστ των ψηφοδελτίων
Η συγκρότηση υποψηφιοτήτων αποτελεί κρίσιμο δεύτερο μέτωπο. Πρόσωπα που εξετάζουν συμμετοχή θέλουν να γνωρίζουν αν ο νέος φορέας μπορεί να παραμείνει πάνω από το 3%, όχι μόνο στην πρώτη αναμέτρηση αλλά και σε πιθανή δεύτερη κάλπη. Ένα ισχυρό αρχικό δημοσκοπικό αποτύπωμα θα ενίσχυε την αίσθηση πολιτικής ασφάλειας και θα μπορούσε να διευκολύνει τη στελέχωση.
Ταυτόχρονα, όμως, η επιλογή προσώπων θα δείξει αν το εγχείρημα μπορεί να αποκτήσει πραγματικό πανελλαδικό εύρος. Άλλο ένα κόμμα που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην αναγνωρισιμότητα του αρχηγού του και άλλο ένας σχηματισμός με οργανωμένη παρουσία σε όλες τις εκλογικές περιφέρειες.
Η εξίσωση για τη Νέα Δημοκρατία
Για τη ΝΔ, η ουσία και η ανησυχία βρίσκονται στην αναμενόμενη διαρροή ψηφοφόρων προς τα δεξιά. Ο στόχος του 25%, ώστε να εξασφαλίσει το πρώτο κόμμα το μπόνους των εδρών, απαιτεί υψηλή συσπείρωση και περιορισμό των απωλειών από τον παραδοσιακό της χώρο. Ένα κόμμα Σαμαρά ακόμη και σε μεσαία μονοψήφια επίπεδα θα μπορούσε να ανατρέψει σε μεγάλο βαθμό τους σημερινούς συσχετισμούς και να δυσκολέψει αυτή την αριθμητική.
Στην εξίσωση μπαίνει και ο Αλέξης Τσίπρας. Αν η δική του εκλογική δυναμική δεν ενισχυθεί αισθητά, ένας δυσαρεστημένος ψηφοφόρος της ΝΔ μπορεί να θεωρήσει λιγότερο επικίνδυνη τη μετακίνησή του προς άλλη δεξιά επιλογή. Αυτό δεν προδικάζει μαζική μετατόπιση, μεταβάλλει όμως το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα γίνει η επόμενη εκλογική μάχη.
Ο Σεπτέμβριος, συνεπώς, μπορεί να μετατρέψει ένα πολιτικό σενάριο σε πραγματικό παράγοντα των εξελίξεων. Από εκεί και μετά, το εγχείρημα Σαμαρά θα πάψει να κρίνεται από την προσδοκία και θα κριθεί από αριθμούς, στελέχη, πρόγραμμα και αντοχή στον χρόνο. Και τότε θα φανεί αν υπάρχει πραγματική εκλογική βάση ή απλώς μια πρόσκαιρη διάθεση διαμαρτυρίας απέναντι στη σημερινή ΝΔ.
Πηγή: ethnos.gr