MENU

Ο εισαγγελέας της κομητείας Τόμπκινς, Μάθιου Βαν Χάουτεν, ανακοίνωσε ότι επανεξετάζει την προηγούμενη απόφαση να μην ασκηθούν ποινικές διώξεις σε βάρος επτά μελών της αδελφότητας.

«Μου ζητήθηκε από την κοινότητα να επανεξετάσω την απόφαση σχετικά με το εάν θα πρέπει να ασκηθούν ποινικές διώξεις εναντίον των επτά μελών της αδελφότητας. Έχω ήδη ξεκινήσει αυτή τη διαδικασία, αρχίζοντας με τη συζήτησή μας με την Jane Doe και τους δικηγόρους της. Μόλις καθορίσουμε ποιες είναι οι κατάλληλες κατηγορίες, η υπόθεση θα προχωρήσει με τον πλέον αντικειμενικό και αμερόληπτο τρόπο, μέσω κατάθεσης ενώπιον του σώματος ενόρκων της κομητείας Τόμπκινς», ανέφερε ο εισαγγελέας.

Όπως πρόσθεσε, οι ένορκοι θα μπορούν να εξετάσουν τόσο την κατάθεση της γυναίκας όσο και οποιαδήποτε νέα στοιχεία προκύπτουν από όσα περιλαμβάνονται στην αστική αγωγή.

«Εφόσον το σώμα ενόρκων ψηφίσει υπέρ της απαγγελίας κατηγοριών σε οποιοδήποτε ή σε όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, η υπηρεσία μας θα ασκήσει τις διώξεις με αποφασιστικότητα και στον μέγιστο βαθμό που προβλέπει ο νόμος», σημείωσε.

Τι καταγγέλλει 

Η γυναίκα, η ταυτότητα της οποίας δεν δημοσιοποιείται και αναφέρεται ως Jane Doe, ήταν 20 ετών το 2024, όταν, σύμφωνα με την αγωγή της, ναρκώθηκε και βιάστηκε στο σπίτι της φοιτητικής αδελφότητας Chi Phi.

Ο δικηγόρος της, Τόμας Τζούφρα, ανέφερε ότι μετά την αρχική έρευνα δύο από τους καταγγελλόμενους αποβλήθηκαν από το πανεπιστήμιο, χωρίς ωστόσο να πραγματοποιηθεί κάποια σύλληψη.

Σύμφωνα με την αγωγή, η 20χρονη είχε πάει στο σπίτι της αδελφότητας για να επισκεφθεί έναν φίλο της ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ. Εκεί, όπως υποστηρίζει, δύο μέλη της Chi Phi την πίεσαν να εισπνεύσει από τη μύτη μια ουσία που της είπαν ότι ήταν κεταμίνη.

Στη συνέχεια, ένας άνδρας φέρεται να έστειλε μήνυμα στην ομαδική συνομιλία της αδελφότητας στο Snapchat, αφήνοντας να εννοηθεί ότι υπήρχε μια γυναίκα διαθέσιμη για σεξουαλική επαφή.

Η γυναίκα υποστηρίζει ότι μετά το συγκεκριμένο μήνυμα εμφανίστηκαν περισσότεροι άνδρες και ότι ακολούθησαν σεξουαλικές επιθέσεις σε βάρος της επί αρκετές ώρες.

Περίπου τρεις εβδομάδες αργότερα κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομική υπηρεσία του Πανεπιστημίου Cornell.

Ο εισαγγελέας μιλά για διαφορετική αρχική εκδοχή

Ο Βαν Χάουτεν υποστηρίζει, ωστόσο, ότι η εκδοχή που παρουσιάζεται σήμερα στην αγωγή δεν συμφωνεί με όσα είχαν αρχικά γνωστοποιηθεί στην εισαγγελία.

«Η ένορκη κατάθεση της Jane Doe τον Νοέμβριο του 2024 δεν ανέφερε ότι ναρκώθηκε παρά τη θέλησή της ή ότι έπεσε θύμα ομαδικού βιασμού. Αντιθέτως, στην κατάθεσή της περιέγραφε τη συμμετοχή της στη χρήση ναρκωτικών ουσιών και στις σεξουαλικές πράξεις ως οικειοθελή, ενσυνείδητη και συναινετική», δήλωσε.

Ο εισαγγελέας τόνισε ότι η υπηρεσία του δεν θα μπορούσε να είχε λάβει υπόψη το 2024 ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται σε αγωγή η οποία κατατέθηκε σχεδόν δύο χρόνια αργότερα.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι δικηγόροι της γυναίκας δεν είχαν επικοινωνήσει προηγουμένως μαζί του ούτε για να τον ενημερώσουν ότι η αρχική κατάθεση ήταν ανακριβής ούτε για να ζητήσουν επανεξέταση της απόφασης.

«Αντιθέτως, εγώ επικοινώνησα με τους δικηγόρους της Jane Doe μετά την κατάθεση της αγωγής, προκειμένου να κατανοήσω την απόκλιση μεταξύ της αρχικής κατάθεσης και των ισχυρισμών της αγωγής και να καθοριστεί ποια θα πρέπει να είναι η συνέχεια υπό το φως των νέων καταγγελιών», ανέφερε.

Σύμφωνα με τον Βαν Χάουτεν, η αστυνομία του Cornell επικοινώνησε με την εισαγγελία τον Νοέμβριο του 2024 και της παρέδωσε εξασέλιδη κατάθεση, υπογεγραμμένη από τη γυναίκα.

Όπως είπε, το συγκεκριμένο έγγραφο «παρουσιάζει διαφορετική αφήγηση και διαφορετικά πραγματικά περιστατικά για όσα συνέβησαν στις 19 Οκτωβρίου 2024 από εκείνα που καταγγέλλονται στην αγωγή».

Γιατί δεν είχαν ασκηθεί διώξεις

Ο εισαγγελέας υποστήριξε ακόμη ότι η αρχική απόφαση να μην προχωρήσει η υπόθεση δεν ελήφθη επειδή θα ήταν δύσκολο να αποδειχθούν οι κατηγορίες ενώπιον δικαστηρίου.

«Σε αυτή την υπόθεση, πολλοί εισαγγελείς και ποινικοί ερευνητές εξέτασαν την κατάθεση της Jane Doe και ορθώς κατέληξαν ότι τα περιστατικά, όπως περιγράφονταν στην κατάθεση, δεν συνιστούσαν έγκλημα. Η απόφαση αυτή δεν ελήφθη επειδή η υπόθεση θα ήταν δύσκολο να αποδειχθεί στο δικαστήριο, αλλά επειδή τα γεγονότα όπως παρουσιάζονταν στην κατάθεση αντικειμενικά δεν επέτρεπαν την άσκηση ποινικών διώξεων. Για να είμαι σαφής, η αξιοπιστία της γυναίκας, η οποία περιέγραψε τα γεγονότα με εξαιρετικά λεπτομερή τρόπο, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ», δήλωσε.

Ο Βαν Χάουτεν ξεκαθάρισε ότι προς το παρόν δεν σκοπεύει να δημοσιοποιήσει την αρχική υπογεγραμμένη κατάθεση, δίνοντας ωστόσο στη δημοσιότητα περίληψη του περιεχομένου της.

Η αστυνομία της Ιθάκα ανέφερε στο CBS ότι το καταγγελλόμενο περιστατικό δεν είχε αναφερθεί στην υπηρεσία της, προσθέτοντας ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί προκαλούν έντονη ανησυχία.

Η απάντηση του δικηγόρου της γυναίκας

Μετά την ανακοίνωση ότι η έρευνα ανοίγει ξανά, ο Τόμας Τζούφρα εξέδωσε νέα δήλωση, υποστηρίζοντας ότι η ψυχολογική κατάσταση της εντολέα του τις ημέρες μετά το καταγγελλόμενο περιστατικό επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο το αντιμετώπισε.

«Τις ημέρες που ακολούθησαν την επίθεση ήταν τραυματισμένη ψυχολογικά, μουδιασμένη και ανίκανη να λειτουργήσει ή να αποδεχθεί τη φρίκη αυτού που είχε συμβεί. Βρισκόταν σε κατάσταση αυτοπροστασίας», ανέφερε.

Ο δικηγόρος είπε ότι η γυναίκα κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία του Cornell, αλλά δεν συνομίλησε με κανέναν άλλο πέρα από τον αστυνομικό που έλαβε την αρχική καταγγελία.

«Μου είναι δύσκολο να κατανοήσω πώς θα μπορούσε να έχει πραγματοποιηθεί μια ενδελεχής ποινική έρευνα. Θα περίμενα, τουλάχιστον, να είχε εξεταστεί αρκετές φορές, να είχαν συλλεχθεί αποδεικτικά στοιχεία από τις αρχές και να είχε σχηματιστεί δικογραφία. Αυτή είναι η συνήθης διαδικασία στις έρευνες για σοβαρά εγκλήματα», σημείωσε.

Ο Τζούφρα άσκησε επίσης κριτική στη στάση της εισαγγελίας, υποστηρίζοντας ότι οι δηλώσεις της δείχνουν προσπάθεια υπεράσπισης των προηγούμενων χειρισμών της.

«Η αμυντική στάση που διακρίνω στις δηλώσεις του εισαγγελέα με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αναγνωρίζουν πως υπήρξαν αστοχίες και προσπαθούν να τις δικαιολογήσουν. Παρότι δεν αποδέχομαι την προσπάθεια να επιρριφθεί στην κυρία Doe η ευθύνη για αυτές τις αστοχίες, εκτιμούμε και υποστηρίζουμε κάθε προσπάθεια να διωχθούν οι υπεύθυνοι για τις καταγγελλόμενες επιθέσεις και θα συνεργαστούμε πλήρως με την Εισαγγελία ώστε να λογοδοτήσουν οι συγκεκριμένοι άνδρες», πρόσθεσε.

Η θέση του Πανεπιστημίου Cornell

Το Πανεπιστήμιο Cornell ανακοίνωσε ότι στηρίζει την απόφαση του εισαγγελέα της κομητείας Τόμπκινς να δοθεί η δυνατότητα να εξεταστεί η καταγγελία από σώμα ενόρκων.

«Το Πανεπιστήμιο Cornell στηρίζει την απόφαση του εισαγγελέα της κομητείας Τόμπκινς να δοθεί η δυνατότητα η μαρτυρία του θύματος στην υπόθεση σεξουαλικής επίθεσης του 2024 που αφορά την αδελφότητα Chi Phi να ακουστεί ενώπιον σώματος ενόρκων στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας.

Το Cornell πραγματοποίησε επίσης ενδελεχή έρευνα βάσει του Title IX, η οποία είναι ανεξάρτητη από την ποινική διαδικασία και διήρκεσε αρκετούς μήνες. Κατά τη διάρκειά της επιβλήθηκαν προσωρινές αποβολές και άλλα περιοριστικά μέτρα. 

Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας και σύμφωνα με την ομοσπονδιακή νομοθεσία, η υπόθεση παραπέμφθηκε σε ακροαματική διαδικασία, όπου επιτροπή εκπαιδευμένων μελών του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού εξέτασε τα στοιχεία επί αρκετές ημέρες. 

Η καταγγέλλουσα και οι καταγγελλόμενοι είχαν τη δυνατότητα να καταθέσουν και να παρουσιάσουν αποδεικτικά στοιχεία. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η επιτροπή επέβαλε σειρά κυρώσεων, μεταξύ των οποίων αποβολές και αναστολές φοίτησης από το Cornell. Σε κανένα από τα πρόσωπα στα οποία αποδόθηκαν ευθύνες δεν δόθηκε η δυνατότητα να γράψει εργασίες ως μοναδική συνέπεια για τη συμμετοχή του.

Επιπλέον, το συγκεκριμένο παράρτημα της φοιτητικής αδελφότητας έκλεισε το 2024 και εξακολουθεί να μην επιτρέπεται να λειτουργεί στην πανεπιστημιούπολη.

Οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι το πανεπιστήμιο δεν επέβαλε ουσιαστικές κυρώσεις στους εμπλεκομένους είναι ψευδής. Η συνέχιση της λανθασμένης αφήγησης ότι υπήρξαν ελάχιστες συνέπειες σε αυτή την υπόθεση είναι ανεύθυνη, θα κάνει τα θύματα να αισθάνονται λιγότερο ασφαλή και ότι έχουν μικρότερη υποστήριξη και θα συμβάλει στη διαιώνιση της μη καταγγελίας περιστατικών σεξουαλικής επίθεσης».

Το Cornell είχε ήδη ανακοινώσει τη δημιουργία ειδικής ομάδας εργασίας για τις σεξουαλικές επιθέσεις, ενώ έχει δημιουργήσει διαδικτυακή πλατφόρμα μέσω της οποίας οι φοιτητές μπορούν να αναφέρουν περιστατικά διακρίσεων, παρενόχλησης και σεξουαλικής κακοποίησης.

Τι απαντά η Chi Phi

Η κεντρική διοίκηση της φοιτητικής αδελφότητας Chi Phi ανέφερε σε ανακοίνωσή της:

«Οι καταγγελίες για σεξουαλική επίθεση που αφορούν πάρτι στο Πανεπιστήμιο Cornell προκαλούν βαθιά ανησυχία. Κάθε άνθρωπος που καταγγέλλει σεξουαλική βία αξίζει να ακούγεται και να αντιμετωπίζεται με συμπόνια, αξιοπρέπεια και σεβασμό.

Η Chi Phi καταδικάζει απερίφραστα τη σεξουαλική βία. Οι θεμελιώδεις αρχές μας, η Αλήθεια, η Τιμή και η Προσωπική Ακεραιότητα, καθώς και η αποστολή μας να διαμορφώνουμε καλύτερους άνδρες, απαιτούν από κάθε μέλος μας να επιδεικνύει χαρακτήρα μέσα από τις πράξεις του και σεβασμό στην αξιοπρέπεια και την ασφάλεια των άλλων. Η σεξουαλική βία είναι θεμελιωδώς ασύμβατη με αυτές τις αρχές.

Γνωρίζουμε την αγωγή που αφορά το καταγγελλόμενο περιστατικό του 2024. Παρότι δεν μπορούμε να σχολιάσουμε τις συγκεκριμένες καταγγελίες όσο βρίσκεται σε εξέλιξη η δικαστική διαδικασία, αντιμετωπίζουμε το ζήτημα με σοβαρότητα. Ευθύνη μας είναι να το προσεγγίσουμε με φροντίδα για όσους επηρεάζονται και με σεβασμό σε μια δίκαιη νομική διαδικασία».

Πηγή: newsbeast.gr

Φρίκη για φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ: Καταγγέλλει ότι τη νάρκωσαν και τη βίαζαν για ώρες σε αδελφότητα