MENU

Ο «Τσόλο» έχει χτίσει, στη Μαδρίτη, μία ομάδα ικανή να καταστρέψει οποιοδήποτε επιθετικό πλάνο των αντιπάλων της, παρουσιάζοντας 11 καμικάζι στο τερέν. Και οι 11 μοιάζουν έτοιμοι να «κατασπαράξουν» τους παίκτες της αντίπαλης ομάδας.

Αφού η Ατλέτικο άφησε εκτός ημιτελικών την Μπαρτσελόνα, έκανε το πρώτο βήμα και απέναντι στην Μπάγερν, νικώντας την στη Μαδρίτη. Σημείο-«κλειδί» αυτής της νίκης; Φυσικά η άμυνα, το πάθος, ο ενθουσιασμός, η -μέχρις εσχάτων- μανία να διαλύσει η Ατλέτικο το παιχνίδι των Βαυαρών.

Η Ατλέτικο καθιερώνεται στη συνείδηση των φιλάθλων, ως μία άκρως αποτελεσματική... μηχανή εξολόθρευσης του αντιπάλου, αλλά δεν είναι η πρώτη ομάδα στον αθλητισμό που «καταστρέφει» το πλάνο της ομάδας που έχει απέναντί της, για να κερδίσει.

Το «πειρατικό» που τρέλανε τον πλανήτη

Η Εθνική Ελλάδας που «σόκαρε» τον πλανήτη, κατακτώντας το Euro του 2004 είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ομάδων που ξεκίνησε, σχεδόν, από το μηδέν και με βασικό «όπλο» την άμυνα και την τακτική έφτασε να τρυπά το ένα ταβάνι μετά το άλλο.

Ο Οτο Ρεχάγκελ δημιούργησε και παρέταξε, στην Πορτογαλία, μία ομάδα που αμυνόταν μεθοδικά, ομαδικά και αποτελεσματικά. Καψής, Δέλλας, Φύσσας και Σεϊταρίδης ήταν οι βασικές επιλογές για την τετράδα της αμυντικής γραμμής, αλλά η ανασταλτική λειτουργία της ελληνικής ομάδες δεν εξαρτήθηκε ποτέ αποκλειστικά από τους τέσσερις της άμυνας.

Ολα μαζί, τα μέλη του «πειρατικού», έδειξαν σε όλη την Ευρώπη πώς μπορεί μία ομάδα να προστατεύσει την εστία της και δεν δίστασαν να τα... βάλουν και να βγουν νικητές απέναντι σε μεγαθήρια του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου: η Γαλλία των Ζιντάν, Ανρί, Τρεζεγκέ, η Τσεχία των Νέντβεντ, Ροσίτσκι, Μπάρος, Κόλερ, η Πορτογαλία των Ρονάλντο, Φίγκο, Παουλέτα, Ντέκο. Καμία τους δεν μπόρεσε να βρει αντίδοτο στον αμυντικό μηχανισμό της ελληνικής ομάδας και να υποχρεώσει τον Αντώνη Νικοπολίδη να μαζέψει την μπάλα από τα δίχτυα του.

Βάσει συνθηκών, ονόματος και πείρας των παικτών που τα κατάφεραν, το επίτευγμα εκείνης της Εθνικής ομάδας μοιάζει και είναι μοναδικό. Ο τέλειος, αμυντικός μηχανισμός εξολόθρευσης του αντιπάλου.

Kαι μετά από τη μεγάλη επιτυχία, ο Ρεχάγκελ συνέχισε να «μπολιάζει» στην Εθνική ομάδα την αμυντική φιλοσοφία του και αυτή έγινε, τελικά, μέρος του ποδοσφαιρικού dna των Ελλήνων. Ο Φερνάντο Σάντος διαδέχθηκε τον Γερμανό και συνέχισε, επί της ουσίας, το έργο του στην ίδια λογική.

Αλλωστε, ο Πορτογάλος είχε δείξει και στον πάγκο του ΠΑΟΚ πως μπορεί να δομήσει μία ομάδα με βάση την άμυνα. Το πιο πρόσφατο, ελληνικό παράδειγμα ομάδας που στηρίχτηκε στο αμυντικό της πλάνο για να πετύχει το σκοπό της είναι αυτό του ΠΑΟΚ, στη θητεία του Φερνάντο Σάντος στον πάγκο (2007-2010). Και αν η πρώτη χρονιά του Πορτογάλου στον πάγκο του Δικεφάλου ήταν μεταβατική, η συνέχεια ήταν εντυπωσιακή.

Επειτα από την 9η θέση και τα 35 γκολ που δέχτηκε τη σεζόν 2007/2008, ακολούθησαν δύο χρονιές στις οποίες ο ΠΑΟΚ δέχτηκε συνολικά 32 γκολ σε αγώνες πρωταθλήματος. Ο ΠΑΟΚ διακρινόταν από την ικανότητά του να φέρνει τα παιχνίδια στα μέτρα του και να παίρνει τις νίκες με το αγαπημένο του σκορ (1-0).

Tα «τείχη» του Μουρίνιο

Ενας από τους πιο επιτυχημένους και επιδραστικούς προπονητές στην ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, ο Ζοσέ Μουρίνιο, έχει πολλές φορές κατηγορηθεί για το αμυντικό παιχνίδι των ομάδων του: αντιτουριστικό, για κάποιους, γεμάτο σκοπιμότητες, για άλλους, σχεδόν απεχθές και αντιαθλητικό.

Το 2010, o Πορτογάλος προπονητής οδήγησε την Ιντερ στην κατάκτηση του Champions League απέναντι στην Μπάγερν, ενώ είχε προηγηθεί το «έπος» της Βαρκελώνης στα ημιτελικά. Η Ιντερ πήγε στην Ισπανία, για να υπερασπιστεί το 3-1 του πρώτου αγώνα και στο 28' έμεινε με 10 παίκτες, λόγω αποβολής του Τιάγκο Μότα. Ο Ζοσέ Μουρίνιο κράτησε την ομάδα του, πιστή στις αρχές της, και με... ξύλο και πολλή τακτική πήρε τη σπουδαία πρόκριση, αφού ηττήθηκε με 1-0. Αυτό ήταν ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα της δουλειάς του Special One.

Οταν πια, ο Μουρίνιο ανέλαβε την Ρεάλ Μαδρίτης και έπρεπε να βάλει... φρένο στο παιχνίδι της Μπαρτσελόνα, επιστράτευσε εκ νέου την τακτική και την άμυνα και έκανε τους Μαδριλένους πιο σκληρούς, πιο άγριους από ποτέ οδηγώντας τους σε ορισμένα μεγάλα αποτελέσματα.

Οι ομάδες του Μουρίνιο έπαιζαν και όμορφο ποδόσφαιρο, ωστόσο ο ίδιος παραμένει στη συνείδηση ως ο «δαιμόνιος» κόους που πάντα θα βρει τον τρόπο να πάρει αυτό που θέλει με βασικό στοιχείο και... εξειδίκευση στην άμυνα.

Ακόμα και το δεύτερο και πιο πρόσφατο, πέρασμά του, από την Τσέλσι σημαδεύτηκε από τη μεταβολή της λογικής των Λονδρέζων και ένα ποδόσφαιρο σκοπιμότητας, αλλά και αποτελεσματικότητας. Αλλωστε, με αυτόν τον τρόπο, το πρωτάθλημα επέστρεψε στα χέρια της Τσέλσι.

O master του catenacciο, Χελένιο Χερέρα

Ο Αργεντινός προπονητής βρέθηκε στον πάγκο της Ιντερ από το 1960 μέχρι το 1968 και την οδήγησε σε τρία πρωταθλήματα και δύο ευρωπαϊκά τρόπαια (1964, 1965), βασιζόμενος στις αρχές του catenaccio και δίνοντας μία νέα διάσταση σε αυτό.

Ο Χερέρα πήρε ένα παίκτη από την μεσαία γραμμή και τον χρησιμοποίησε στην άμυνα, στο ρόλο του λίμπερο, δημιουργώντας έτσι ένα κυνικό σύνολο που ήξερε πώς να πετυχαίνει το στόχο του βασιζόμενο σε αυστηρές αρχές και αμυντική νοοτροπία.

Ακόμα και σήμερα, ο Αργεντινός αναγνωρίζεται ως master της τακτικής και ένας από τους προπονητές που έχουν επηρεάσει άμεσα το άθλημα, αλλά την περίοδο που η δική του Ιντερ... μεσουρανούσε, εκείνος δεχόταν αυστηρή κριτική για τον τρόπο παιχνιδιού της ομάδας. Μία από τις κορυφαίες, τακτικά, εμφανίσεις εκείνης της ομάδας πραγματοποιήθηκε στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων απέναντι στην Μπενφίκα (1-0) το 1965.

Τα «κακά παιδιά» του ΝΒΑ

Παικταράδες, άμυνα και ατέλειωτο ξύλο. Η ομάδα τως Ντιτρόιτ Πίστονς στα τέλη της δεκαετίας του '80 είναι μία από τις πιο αξιομνημόνευτες στην ιστορία του «μαγικού κόσμου» και έφτασε στην κορύφωσή της με την κατάκτηση δύο back to back τίτλων το 1989 και το 1990. Προπονητής της ομάδας ήταν ο Τσακ Ντέιλι.

Οι «Bad Boys» ήταν η ομάδα που «έσπασε» το δίπολο των Σέλτικς και Λέικερς (επτά πρωταθλήματα αθροιστικά από το 1980 και 1988) και εκείνη που περιόρισε τον Μάικλ Τζόρνταν πριν από την... έκρηξή του και τα τρία σερί πρωταθλήματα που κατέκτησε από το 1991 μέχρι το 1993.

Ντούμαρς, Τόμας, Ρόντμαν, Σάλεϊ και Λαμπίιρ «αγρίεψαν» μετά τους χαμένους τελικούς, από τους Λέικερς, του 1988 (4-3) και... έδειραν όποιον βρήκαν στον δρόμο τους, την επόμενη διετία, φτάνοντας σε δύο συνεχόμενες κατακτήσεις του τίτλου.

Τα «κακά παιδιά» τρόμαζαν τους αντιπάλους τους, έπαιζαν ο ένας για τον άλλον και επιστράτευαν την άμυνα και τον τσαμπουκά τους για να φέρουν ένα ιδιαίτερο προφίλ στον θεαματικό, «μαγικό κόσμο» του ΝΒΑ.

Η Λιμόζ που «σκότωσε το μπάσκετ»

«Απόψε πέθανε το μπάσκετ» είχε δηλώσει ο προπονητής της Μπενετόν, Πέτερ Σκάνσι, μετά την ήττα της ομάδας του στον τελικο του 1993 από τη Λιμόζ του Μπόζινταρ Μάλκοβιτς. Στο Φάληρο, η γαλλική ομάδα είχε καταφέρει να φτάσει στην κορυφή της Ευρώπης παίζοντας μπάσκετ μεγάλων κατοχών και γεμάτο «ξύλο» στην άμυνα.

H Λιμόζ έπαιζε με το χρονόμετρο, αξιοποιώντας και το τελευταίο από τα 30 δευτερόλεπτα των επιθέσεών της, αλλά κυρίως έπαιζε με... τα νεύρα των αντιπάλων της. Αλλωστε, βασικός στόχος της φιλοσοφία τους Μάλκοβιτς είναι να εξαντλήσει η ομάδα του τα περιθώρια και να κάνει όσα περισσότερα φάουλ μπορεί.

Στο Final Four του 1993, η Λιμόζ απέκλεισε αρχικά τη Ρεάλ Μαδρίτης δεχόμενη μόλις 52 πόντους, ενώ στον τελικό έκανε την έκπληξη και επικράτησε της Μπενετόν του Κούκοτς με 59-55. Ο Μάικλ Γιανγκ αποτελούσε την πιο αξιόπιστη, επιθετική λύση εκείνης της ομάδας και τον παίκτη που αναλάμβανε να εκδηλώνει, στις περισσότερες περιπτώσεις, τις μεγάλες επιθέσεις των Γάλλων.

Η ομάδα του «Μπόζα» δημιούργησε, με το παιχνίδι της, μία τάση που έφερε το αμυντικό παιχνίδι σε πρώτο πλάνο, για τα επόμενα χρόνια, και οι ομάδες συνήθιζαν να κυριαρχούν σε χαμηλό σκορ. Ουσιαστικά, τίτλοι τέλους σε αυτή τη «μόδοα», έπεσαν το 1999, όταν η Ζαλγκίρις του Καζλάουσακς έφερε στο μπάσκετ κάτι διαφορετικό με το ελεύθερο, θεαματικό παιχνίδι της.

Όταν το αμυντικό «πούλμαν» φτιάχνει ομάδες... Superman! (pics)