Πέρασαν 22 χρόνια. Από εκείνη την καταραμένη πρωταπριλιά, που ο Γιάννης Κυράστας ταξίδεψε στην γειτονιά των αγγέλων. Τόσο άδικα, τόσο γρήγορα, τόσο νέος. Το 2004 στα 52 του ο Γιάννης έφυγε μετά από σπάνια αρρώστια και λάθη που έγιναν και στοίχισαν την ζωή του.
Σήμερα πρωταπριλιά του 2026, αυτό που μου κάνει τρομερή εντύπωση είναι, ότι κανείς δεν έχει ξεχάσει τον Γιάννη. Οι άνθρωποι του αθλητισμού τον θυμούνται σαν έναν κορυφαίο ποδοσφαιριστή, που έκανε τεράστια καριέρα και σαν έναν προπονητή, που έφτιαξε την μία από τις δύο κορυφαίες ομάδες του Παναθηναϊκού την τελευταία 25ετία.
Οι φίλοι του Παναθηναϊκού θυμούνται ακόμα και σήμερα την ομάδα του Κυράστα και την μπαλάρα που έπαιξε. Την ομαδάρα, που τρέλανε την Ευρώπη το 2002, αλλά και την ομαδάρα, που της έκλεψε η παράγκα το πρωτάθλημα και το έδωσε ετσιθελικά στον Ολυμπιακό το 2000. Να θυμίσω, ότι στην δεύτερη θητεία του στον πάγκο του Παναθηναϊκού ο Γιάννης οδήγησε πρώτη την ομάδα σε όμιλο τσάμπιονς λιγκ με την Αρσεναλ, την Σάλκε και την Μαγιόρκα, κορυφαίες ομάδες τότε σε Αγγλία, Γερμανία και Ισπανία. Τρέλανε την Ευρώπη τότε με την μπάλα, που έπαιξε και στη συνέχεια η ομάδα αυτή με τον Μαρκαριάν στον πάγκο έφθασε μέχρι τα προημιτελικά του τσάμπιονς λιγκ.
Ο Γιάννης ήταν ντόμπρος, άνδρας με λόγο και δεν έβαζε νερό στο κρασί του. Τον Δεκέμβριο του 2001, τον άδειασε η τότε διοίκηση Τζίγκερ, Φιλιππίδη. Ετοιμο τον είχε ο τότε πρόεδρος Φιλιππίδης, επειδή είχε μείνει πίσω στο πρωτάθλημα με την φθορά από την τρομερή πορεία στο τσάμπιονς λιγκ και ο Κυράστας το κατάλαβε και μετά από ένα ματς με τον ΠΑΟΚ στην Λεωφόρο τους είπε: «Αν δεν με θέλετε, να μην συνεχίσω, καλύτερα να φύγω. Για να συνεχίσω πρέπει να υπάρχει η απόλυτη στήριξη». Τους το έκανε πιο εύκολο. Και πήρε το καπελάκι του και έφυγε και σταμάτησε και την προπονητική τότε . Ισως να είχε ξανακαθίσει στους πάγκους, αν ο Ρεχάγκελ δεν κέρδιζε την Ισπανία με την Εθνική στο 0-1. Είχε μιλήσει η ΕΠΟ τότε με τον Κυράστα, αλλά τελικά ο Οτο έμεινε με την γνωστή τεράστια συνέχεια και ο Γιάννης αποσύρθηκε οριστικά από τους πάγκους.
Εζησε στο πετσί του την σκληρή παράγκα, προέβλεπε μέχρι και μαιμού αλλαγές διαιτητών στην διάρκεια αγώνων, μάθαινε τι γινόταν, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι να τα σταματήσει. Απάντησε στο γήπεδο και διέσυρε την παράγκα με την μπαλάρα που έπαιξε ο τότε Παναθηναϊκός και χαιρόταν να τον βλέπει όλη η Ελλάδα. Οι παίκτες όλων των ομάδων ψήφισαν τότε τον Παναθηναϊκό καλύτερη ομάδα της χρονιάς και έδειξαν με την ψήφο τους, πόσο άδικα πήρε εκείνο το πρωτάθλημα ο Ολυμπιακός, ένα από τα πολλά.
Τον λάτρεψε τον Γιάννη ο κόσμος του Παναθηναϊκού και όχι μόνο, διότι ήταν αληθινός. Δεν μάσαγε τα λόγια του και δεν έβαζε νερό στο κρασί του. Ηταν άδικο αυτό, που έγινε, η ζωή του έπαιξε άσχημο παιχνίδι. Και τι δεν θα έδινα να ήταν εδώ σήμερα και να μιλάγαμε και για μπάλα και για άλλα θέματα. Τον Γιάννη τον γνώρισα στο ρεπορτάζ σαν παίκτη και φυσικά, τον έζησα και σαν προπονητή. Από τους ελάχιστους φίλους, που έκανα στον χώρο.
Οσα χρόνια και να περάσουν Γιάννη θα είσαι εδώ δίπλα μας και αυτό δείχνει πόσο σημαντικός παραμένεις για όλους μας 22 χρόνια μετά. Μα πάνω από όλα για την Ρούλα, την Εβελίνα, την Βέρα, την σπουδαία οικογένειά σου. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα ένα σφίξιμο στο στομάχι, αλλά και ημέρα, για να μαθαίνουν οι νεότεροι και να θυμούνται οι παλιότεροι πόσο μάγκας ήσουνα και είσαι. Αθάνατος, όσα χρόνια και να περάσουν…Νασαι καλά εκεί πάνω Γιάννη και να μας προσέχεις και ελπίζω και εύχομαι ο Παναθηναϊκός να σου δώσει σύντομα μία χαρά και να στείλουμε και αυτή την κούπα στα άστρα…