MENU

Τα παιδιά δεν χρειάζεται να τα ξέρουν όλα. Ούτε να βιάζονται να τα μάθουν. Εκεί, έξω υπάρχει ένας συναρπαστικός ωκεανός από πληροφορίες, γνώσεις, βιώματα, που με μία λέξη αποκαλούνται «εμπειρία». Θα τα μάθουν όλα σιγά-σιγά. Όταν πρέπει.

Τα παιδιά δεν χρειάζεται να τα καταλαβαίνουν και να τα αντιλαμβάνονται όλα. Ευτυχώς, για εκείνα, συνήθως υπάρχουν κάποιοι μεγαλύτεροι που φροντίζουν να διευκολύνουν το μονοπάτι τους, να απομονώνουν τους εξωτερικούς θορύβους, να απομακρύνουν τους κινδύνους, τα μικρόβια, την τοξικότητα. Τα παιδιά δεν το καταλαβαίνουν την ώρα που το συμβαίνει. Μία μέρα θα το καταλάβουν. Θα το κατανοήσουν. Και -λογικά- θα το εκτιμήσουν.

Τα παιδιά, το μόνο που θέλουν είναι να παίζουν. Κι όταν δεν γίνεται αυτό, μουτρώνουν. Ένα αξίωμα αιώνων, που δεν χρειάζεται απόδειξη.

Μόνο που δεν γίνεται συνέχεια να παίζουν. Το ανεξέλεγκτο, χωρίς κανόνες, χωρίς όρια, παιχνίδι είναι δίκοπο μαχαίρι, δημιουργεί κακομαθημένα παιδιά που δεν αντιλαμβάνονται την αξία του παιχνιδιού. Κάποιος πρέπει κάθε φορά να είναι ο «κακός» της υπόθεσης, είτε αυτός λέγεται γονιός, παιδαγωγός, δάσκαλος, προπονητής. 

Ο Γιάννης Κωνσταντέλιας είναι ακόμα παιδί. Ένα ευλογημένο παιδί που έχει την τύχη να βιοπορίζεται, κάνοντας ως επάγγελμα το χόμπι του. Ένα χόμπι, στο οποίο είναι προικισμένος με θεόσταλτο ταλέντο. Στην ζωή του όλα εξελίσσονται τόσο γρήγορα, τόσο ραγδαία, τόσο συναρπαστικά που είναι σχεδόν αδύνατον να τα αποκωδικοποιεί όλα με τον τρόπο που πρέπει.

Υποψιάζομαι ότι -ως παιδί- το πρώτο, το κύριο, το βασικό που τον απασχολεί είναι να… παίζει. Όσο περισσότερο. Πάντα -αν γίνεται. Μόνο που δεν μπορεί να γίνεται έτσι. Για λόγους, που στην δεύτερη «γεμάτη» επαγγελματική του σεζόν, αδυνατεί να καταλάβει.

Θυμάμαι τα κατεβασμένα μούτρα του, την ώρα που είδε την ταμπέλα με το «7» να σηκώνεται στο 65ο λεπτό του ντέρμπι με τον Άρη. Ήθελε να παίξει κι άλλο. Πίστευε ότι δεν ήταν τόσο κακός, για να γίνει αλλαγή. Αν έχει σημασία η ασήμαντη άποψη μου, κι εγώ το ίδιο πιστεύω, μα η κούτρα μου σκαμπάζει ελάχιστα από (μίκρο ή μάκρο)προπονητική, διαχείριση, εσωτερικές ισορροπίες, data που δείχνουν μυϊκή καταπόνηση, δεν έχω άλλά δεδομένα εκτός από αυτά που βλέπουν τα μάτια μου.

Κι όπως ισχύει πάντα, ο προπονητής ξέρει καλύτερα.

Βγήκε με πολύ αργά στενάχωρα βήματα από τον αγωνιστικό χώρο, με το βλέμμα κατεβασμένο. Δεν έριξε ούτε ματιά στον προπονητή του. Ούτε κι εκείνος. Δεν αγκαλιάστηκαν, δεν έδωσε ο ένας το χέρι στον άλλον, τίποτα. Σαν να ήταν δύο ξένοι. Την κράτησα μέσα μου αυτή την εικόνα, που μπορεί να σήμαινε πολλά, αλλά μπορεί και τίποτα. Τέτοια νευράκια είναι ότι πιο σύνηθες στην μπάλα.

Στο επόμενο ματς, ο «Ντέλιας» δεν ξεκίνησε. Λογικό. Στα δικά μου μάτια, ο συνθετικός χλοοτάπητας του γηπέδου της Ελσίνκι, το σκληρό σαν τσιμέντο έδαφος δεν ευνοεί τους βιρτουόζους, η καταπόνηση στις αρθρώσεις είναι καλό να αποφεύγεται, για όποιον μπορεί να την αποφύγει.

Ο «Ντέλιας» μπήκε αλλαγή στο 74’. Και ήταν τακτικά πολύ πιο σωστός, από ότι στο προηγούμενο παιχνίδι. Κάπως «μαγκωμένος, πάντως. Η εικόνα του «φώναζε» πως είχε προηγηθεί κάποια συζήτηση με τον προπονητή του, με την είσοδο του στο παιχνίδι, ο ΠΑΟΚ ομόρφυνε, γλύκανε. Το 1-1, με αυτόν στο γήπεδο, έγινε 1-3. Πάλι όμως, ήταν κακόκεφος. Δύσθυμος. 

Για αυτούς που τους αρέσει να παρατηρούν μικρές λεπτομέρειες, υπήρχε κάτι ακόμα. Στο καθιερωμένο τελετουργικό που στήνουν οι παίκτες του ΠΑΟΚ, με τον κόσμο μετά από το τέλος κάθε ματς, ο μικρός πήγε από τους τελευταίους. Χωρίς κέφι. Με βαρύ βηματισμό. Τα παλαμάκια του ήταν ράθυμα, ξεθυμασμένα. Όχι, από την κούραση. Ένα τέταρτο είχε παίξει.

Ακολούθησε κι άλλο τετ-α-τετ. Σε πιο θερμό ύφος. Μία συνεχής ανατροφοδότηση οδηγιών, εντολών, νουθεσιών, συναισθημάτων, απαραίτητη για να υπάρχει πάντα αυτή η σπίθα στην σχέση «δάσκαλου - μαθητή».

Κάποιους άλλους, αυτό το σκηνικό θα μπορούσε να τους πάρει από κάτω. Όχι, όμως εκείνον. Στα Γιάννενα φόρεσε και πάλι το αστραφτερό του χαμόγελο, έβγαλε γλώσσα στον πανηγυρισμό του, μιμήθηκε τον «Μαύρο Πάνθηρα», έπαιξε, διασκέδασε. Α, έβαλε και δύο γκολ!

Αν στο ρεπερτόριο του μονιμοποιήσει, αυτό που έκανε στο δεύτερο, τότε δεν υπάρχουν πολλά πια που θα μπορεί να μάθει ακόμα. Θα έχει περάσει στο επόμενο επίπεδο.

Στο μυαλό του, ίσως ακόμα δεν μπορεί να καταλάβει γιατί δεν παίζει 90 λεπτά σε όλα τα ματς. Δεν είναι καψόνια, ούτε κάτι προσωπικό. Απλώς, έτσι είναι το ποδόσφαιρο.

Ο Ντέλιας, όπως και κάθε παίκτης, έχει να διαχειριστεί μόνο τον εαυτό του, το σώμα του, το μυαλό του, το συμβόλαιο του, τα θέλω του. Ένας προπονητής πρέπει να διαχειριστεί καμιά 30αριά τέτοια... εγώ, τα περισσότερα μικρών παιδιών που θέλουν να παίζουν.

Πρέπει να βρει ρόλους, σχηματισμό, τακτική, να μοιράζει λεπτά συμμετοχής, να κάνει διαχείριση χρόνου, να ενσωματώσει νέα μέλη, να είναι εκεί για τον καθέναν, να εξελίσσει, να προβλέπει, να διδάσκει, να ακούει, να μαλώνει, να προσέχει, μα το σημαντικότερο: να τα κάνει όλα αυτά, αλλά συνάμα και να κερδίζει.

Ο Ντέλιας, όπως και όλος ο ΠΑΟΚ, είναι σε μία συνεχή εξελικτική διαδικασία: «Μπορώ να κάνω κι άλλα χίλια πράγματα, που θα φανούν στο μέλλον», είπε με παιδική ειλικρίνεια μετά το τέλος του ματς στους Ζωσιμάδες. 

Οσμίζομαι, ότι το ίδιο ισχύει και για τον φετινό ΠΑΟΚ…

Τα παιδία... παίζει