Ακόμα κι ένα κομμάτι χαρτί, με γράμματα τετράγωνα, άψυχα, μπορεί να ξυπνήσει μέσα σου χείμαρρο.
Αυτό σκέφτηκα όταν, σε μια από τις απελπισμένες προσπάθειες «ξεδιαλέγματος» της ατέλειωτης στίβας με χαρτιά στο πατρικό σπίτι, έπεσε στα χέρια μου το χαρτί που βλέπετε.
Ένα τηλεγράφημα. «Χρόνια πολλά». Κι από κάτω «Παύλος Δ. Γιαννακόπουλος».
Εκείνη την ώρα αναρωτήθηκα πώς και το είχα κρατήσει. Όλα, όμως, στη ζωή έχουν το λόγο τους που συμβαίνουν.
Είναι η καλύτερη αφορμή για να γράψω για την παροιμιώδη «αστική ευγένεια» του Παύλου Γιαννακόπουλου. Σήμερα, που ξεκινάει το τουρνουά «του» στην άλλη άκρη του κόσμου.
Για τον Παύλο Γιαννακόπουλο έγραψα και πέρυσι, τέτοια ημέρα. Ποικίλες οι αντιδράσεις, δεδομένου ότι η αφεντιά μου, ένας γάβρος από κούνια δηλωμένος, μοιράστηκα δημόσια ιστορίες, περιστατικά και συναισθήματα για τον πιο αγαπημένο διοικητικό παράγοντα όλων των Παναθηναϊκών.
Ένας άνθρωπος πεθαίνει όταν ξεχνιέται. Με αυτή την έννοια, ο Παύλος Γιαννακόπουλος δεν θα πεθάνει ποτέ. Φροντίζει γι’ αυτό η οικογένειά του, αλλά η μνήμη αυτή δεν είναι «τεχνητή», ούτε «αναγκαστική». Το τουρνουά στο όνομά του τον φέρνει στην επικαιρότητα, αλλά ο κόσμος που τον γνώρισε, από ελάχιστα ως πολύ καλά, τον μνημονεύει συνεχώς.
Τηλεγραφήματα, λοιπόν. Και καλάθια με ποτά, βέβαια. Το άψυχο χαρτί που βλέπετε συνοδευόταν πάντα μ’ ένα καλάθι με ποτά, την ημέρα της ονομαστικής γιορτής του καθενός. Κάτι που γινόταν σε δεκάδες, μάλλον εκατοντάδες, διαφορετικούς ανθρώπους, όχι μόνο δημοσιογράφους.
Μια υπενθύμιση ήταν αυτή η κίνηση. Προφανώς ούτε ο ίδιος έστελνε τα τηλεγραφήματα, ούτε ο ίδιος έδινε τις εντολές το πρωί στην κάβα να στείλει τα ποτά. Το όνομά μου, όπως και πολλά άλλα, είχε μπει στη λίστα και η «υποχρέωση» αυτή διεκπεραιωνόταν από το γραφείο του.
Ψιθυριζόταν, βέβαια, ότι τις κάρτες που συνόδευαν το καλάθι με τα ποτά και είχαν την προσωπική του κάρτα, τις υπέγραφε ο ίδιος πριν αποσταλούν! Δεν μπορώ να το πιστέψω, ομολογώ, ότι ένας άνθρωπος με τόσες υποχρεώσεις ξεκινούσε τη μέρα του με το να υπογράφει ευχετήριες κάρτες. Δεν το αποκλείω, αλλά μου φαίνεται απίστευτο.
Αυτή η φιλοσοφία ζωής ταξιδεύει σε άλλες εποχές. Και δείχνει πολλά πράγματα.
Προφανώς δεν είχε ανάγκη ούτε προσωπικά ο Παύλος Γιαννακόπουλος, ούτε φυσικά ο Παναθηναϊκός, να «κολακέψουν» εμένα ή κάποιον άλλο που δεχόταν τα καλάθια με τα ποτά στο σπίτι του. Ούτε περίμενε κάποιου είδους ανταπόδοση, ότι επειδή έστειλε ένα καλάθι με ποτά θα… γράφω καλά πράγματα για την ομάδα του και για τον ίδιο. Δεν πάει έτσι.
Η κίνηση εντάσσεται στη συνολική στάση ζωής του ανδρός. Σ’ αυτό που έχουμε μάθει να αποκαλούμε «αστική ευγένεια».
Από το χαρτί αυτό το άψυχο, το τυπικό, ξεπήδησαν σκόρπιες εικόνες.
Εικόνα πρώτη: Ιερός ναός Ευαγγελίστριας, Πειραιάς. Πάνω στη Γρηγορίου Λαμπράκη, 200 μέτρα από το Πασαλιμάνι. Παντρεύεται συνάδελφος στο ρεπορτάζ του Παναθηναϊκού, τον κάλεσε, δεν περίμενε βέβαια να εμφανιστεί. Κι όμως… Έσκασε μύτη με τη μαύρη Mercedes. Κάθισε στην ουρά, πίσω από συγγενείς και φίλους, να χαιρετήσει με τη σειρά του τον υποψήφιο γαμπρό. Στάθηκε στο πλάι και χειροκροτούσε όταν έφτασε η νύφη.
Κόσμος πολύς τον περικύκλωσε και του έσφιγγε το χέρι. Ολυμπιακοί οι περισσότεροι, γέλια, πειράγματα… Ήταν οι εποχές της μεγάλης αντιπαράθεσης με τον Ολυμπιακό του Κόκκαλη. Κάθισε στις πίσω θέσεις στο μυστήριο και έφυγε μετά. Μόνος του, εννοείται. Δεν είχε προστασία. Το ξέρει και το μνημονεύει όλος ο κόσμος.
Εικόνα δεύτερη: Δείπνο την παραμονή ενός αγώνα στη Μαδρίτη εναντίον της Ρεάλ. Κάποιοι οικογενειακοί φίλοι και κάποιοι δημοσιογράφοι οι συνδαιτημόνες του. Συζήτηση χαλαρή, για τον Παναθηναϊκό και τις επιχειρήσεις του. Ο λογαριασμός πληρωμένος, εννοείται, από πριν, μην έλθει το τσεκ στο τραπέζι και «έλθουμε σε δύσκολη θέση» εμείς τα φτωχαδάκια. Και στο τέλος, κατά την αποχώρηση, να στέκεται ο ίδιος στην πόρτα του μαγαζιού και να μας ευχαριστεί με χειραψία που του κάναμε παρέα το βράδυ…
Εικόνα τρίτη: Κλειστό γυμναστήριο ΟΑΚΑ, θύρα επισήμων. Μόλις έχει φτάσει πριν από αγώνα, νομίζω εναντίον της Έφες Πίλσεν. Αέρας πολύς. Η πόρτα της θύρας κλείνει με πάταγο, πριν προλάβει να την συγκρατήσει ο σεκιουριτάς. Δύο κυρίες περιμένουν να μπουν. Πετάγεται από πίσω ο Παύλος, ανοίγει την πόρτα, υποκλίνεται στις (άγνωστές του) κυρίες και λέει «περάστε, καλώς ήλθατε». Τρέχει ο σεκιουριτάς να συγκρατήσει την πόρτα, του λέει ο Παύλος «δες εσύ τα εισιτήρια παιδί μου, παιδί μου, θα κρατάω εγώ την πόρτα»!
Εικόνα τέταρτη: Συνάδελφος μεγαλύτερος από εμένα, με σημαντικό ιατρικό πρόβλημα συγγενικού του προσώπου, έχει ζητήσει οικονομική στήριξη από τον Παύλο κι αφού αυτός αμέσως άνοιξε το πουγγί του και έγινε μια πολυδάπανη εγχείρηση στο εξωτερικό, του τηλεφωνεί να τον ευχαριστήσει. Τυχαίνει να βρίσκομαι στο γραφείο του εκείνη την ώρα, η συζήτηση σε ανοιχτή ακρόαση (ήταν το καινούργιο gadget των σταθερών τηλεφώνων τότε το κουμπάκι της ανοιχτής ακρόασης και το χρησιμοποιούσαν πολύ περισσότερο οι παλαιότεροι δημοσιογράφοι, για να… καπνίζουν παράλληλα). Λόγια συγκινητικά από τον συνάδελφο. Η απάντηση του Παύλου: «Κάνε μου μια χάρη. Δεν θέλω να ξαναμιλήσουμε ποτέ άλλοτε γι’ αυτό. Δεν μου χρωστάς τίποτα. Μόνο να με παίρνεις να μου λες πώς πάει ο ασθενής».
Εικόνα πέμπτη: Στρατόπεδο στη Λέσβο. Πρωινή αναφορά. Ο αντισυνταγματάρχης διοικητής ωρύεται, πετάει σπόντες. «Πρέπει να ντρέπονται κάποιοι από εσάς που βάζετε ανθρώπους να παίρνουν τηλέφωνα για να περνάτε καλύτερα»! Αργότερα με καλεί στο γραφείο του και με απειλεί με 20 ημέρες «αυστηρά φυλάκιση».
Γιατί; Είχα τηλεφωνήσει από το στρατόπεδο να συγχαρώ τον Παύλο Γιαννακόπουλο για τον πρώτο ευρωπαϊκό τίτλο του 1996, όντας φαντάρος και φυσικά εκτός ρεπορτάζ (όσοι απορείτε γιατί το έκανα, κάντε μου τη χάρη να διαβάσετε το άλλο κείμενο). Μιλήσαμε πολύ, με ρώτησε σε ποια μονάδα είμαι, πώς περνάω, αν χρειάζομαι τίποτα και μου λέει ότι θα πάρει το στρατηγό του νησιού «να με φροντίσει»!
Τότε το θεώρησα μια φράση υπερβολής. Έλα, όμως, που αποδείχτηκε ότι… τηλεφώνησε πράγματι! Τα πώς και τα γιατί δεν τα έψαξα πολύ, διότι φοβήθηκα ότι το πραγματικό ενδιαφέρον του θα γυρνούσε μπούμερανγκ. Του ξανατηλεφώνησα, τον διαβεβαίωσα ότι δεν χρειάζομαι τίποτα και περνάω καλά, κι έτσι τα πράγματα ηρέμησαν.
Εικόνες, εικόνες… Πόσα περιστατικά, ασήμαντα, λεπτομέρειες. Τα οποία, όμως, κάτι δείχνουν. Το τι δείχνουν, δεν χρειάζεται να το περιγράψω. Φαίνεται.
Ας είναι αυτό το κείμενο μια προτροπή στους ανθρώπους (συναδέλφους και μη) που τον γνώρισαν πολύ περισσότερο και από πιο κοντά, να «ξεκλειδώσουν» κι αυτοί τις αναμνήσεις τους. Έτσι θα τιμήσουν ακόμα περισσότερο τη μνήμη του.