MENU

Αν κανείς περίμενε τα δύο φιλικά παιχνίδια της Εθνικής Ελλάδας, τα πρώτα με τον Γκουστάβο Πογέτ στον πάγκο της, για να ασκήσει σκληρή κριτική για την αγωνιστική της εικόνα, η αλήθεια είναι ότι δεν έχει και καμία ιδιαίτερη σχέση με το ποδόσφαιρο.

Το δείγμα, τόσο της αναμέτρησης κόντρα στη Ρουμανία που η αγωνιστική μας εικόνα για ένα ημίχρονο ήταν καλή, όσο και αυτό κόντρα στο Μαυροβούνιο που παίξαμε πολύ κάτω από τις πραγματικές μας δυνατότητες, είναι ψευδώς θετικό.

Τα φιλικά παιχνίδια, όπως συμβαίνει με τους συλλόγους στο διάστημα της προετοιμασίας το καλοκαίρι, βοηθούν τον προπονητή και τους συνεργάτες του να βγάλουν συμπεράσματα για δοκιμές σε συστήματα και σε πρόσωπα.

Κανέναν άλλο. Όλοι οι υπόλοιποι είμαστε αναρμόδιοι, τόσο γιατί δεν έχουμε τόσο καλή (όσο νομίζουμε) πραγματική γνώση του ποδοσφαίρου, αλλά πολύ περισσότερο γιατί δεν μπορούμε να είμαστε στο μυαλό του προπονητή, να αντιληφθούμε γιατί προχώρησε σε κάποιες δοκιμές, τι ήθελε να δει, τι σχεδιάζει.

Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για τα δύο πρώτα παιχνίδια ενός ομοσπονδιακού, ο οποίος όπως συμβαίνει στις Εθνικές ομάδες καλείται άμεσα και μέσα από λίγες προπονήσεις να στήσει ένα σύνολο που θα παίζει κοντά στα δικά του θέλω.

Ήμουν από αυτούς που επέμεναν ότι η παρουσία του Φαν’τ Σχιπ στον ελληνικό πάγκο θα πρέπει να μακροημερεύσει, ακόμα και αν σήμερα αυτή η διαπίστωση δεν έχει και πολύ νόημα.

Αφενός το πρόβλημα στις Εθνικές ομάδες είναι πως ο χρόνος που πιέζει ασφυκτικά έναν προπονητικά για επιτυχίες είναι ο χρόνος που δεν έχει να δουλέψει με τους παίκτες του, οπότε ό,τι είχε χτιστεί με τον Ολλανδό θα έπρεπε να σκεφτούμε ξανά και ξανά για να μην το χαλάσουμε γιατί ο επόμενος, όποιος κι αν ήταν, δε θα είχε μαγικό ραβδί.

Αφετέρου το διάστημα που σπαταλήθηκε με τις προηγούμενες αποτυχίες για τη «γαλανόλευκη» θα ήταν ευεργετικό και ίσως και το βασικό της πλεονέκτημα για το τι θα έπρεπε να κάνει από εδώ και πέρα και τι να αποφύγει για να τα καταφέρει.

Για αυτό, άλλωστε, η απόφαση αλλαγής προπονητή ήταν δύσκολη και είχε πολλούς κινδύνους.

Στην παρούσα φάση από το 4-2-3-1 και το 3-5-2 της προηγούμενης κατάστασης πήγαμε σε σχηματισμό με τρία χαφ, κάτι που σίγουρα θα χρειαστεί χρόνο η ομάδα για να το αφομοιώσει (ίσως λίγο περισσότερο) στον τρόπο ανάπτυξης, όπως φάνηκε με το Μαυροβούνιο που παρουσιαστήκαμε υπερβολικά ακίνδυνοι.

Ένα επόμενο ζήτημα που βρίσκουμε μπροστά μας και πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτό καθώς οι αλλαγές προπονητών δεν πρόκειται να το λύσουν, είναι αυτό της ποιότητας των Ελλήνων παικτών.

Το επίπεδο συγκριτικά με τη χρυσή δεκαετία από το 2004 έως το 2014 δεν είναι τόσο υψηλό. Και σε παραστάσεις και εμπειρία, αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις-θέσεις και σε αγωνιστική ποιότητα.

Κόντρα σε Ρουμανία και Μαυροβούνιο, ακόμα και αν ήταν φιλικές αναμετρήσεις στις οποίες έγιναν δοκιμές, η Εθνική Ελλάδας είδε ξανά μπροστά της το ίδιο… φάντασμα.

Αυτό των θεωρητικά βατών αντιπάλων που όλοι εμείς οι απ’ έξω θεωρούμε στα μέτρα της, που τα τελευταία χρόνια όχι μόνο δεν τους έχει του χεριού της, αλλά από τις απώλειες απέναντι τους μετρά αγωνιστικές επιτυχίες.

Η Εθνική μας πρέπει να δει με ειλικρίνεια τον καθρέφτη, να αντιληφθεί τις πραγματικές της δυνατότητες, να παραδεχτεί τις αδυναμίες της και να πορευτεί έτσι ώστε να μπορέσει να πάρει από τους παίκτες της το μάξιμουμ των δυνατοτήτων τους.

Ο στόχος είναι σίγουρα η επιστροφή σε ένα μεγάλο ποδοσφαιρικό τουρνουά, καθώς έτσι οι ίδιοι οι παίκτες θα μπορέσουν να αλλάξουν επίπεδο, να βρουν παραστάσεις και ψυχολογία, ανοίγοντας την πρώτη πόρτα που θα κάνει πιο εύκολο το άνοιγμα και για όλες τις επόμενες.

Μέχρι τότε το πρώτο που πρέπει να κερδίσει η Εθνική του Πογέτ είναι την πίστη στις πραγματικές της δυνατότητες.  

Περιμένατε δηλαδή μία εύκολη μετάβαση;