Από τα τέλη Αυγούστου άρχισαν να διαφαίνονται οι πρώτες ενδείξεις για τη σταδιακή επιστροφή, έστω και πιλοτικά, έστω και με αυστηρά υγειονομικά πρωτόκολλα, στην κανονικότητα και στο χώρο του αθλητισμού.
Ήδη αρκετές χώρες, με χειρότερους ως προς την Ελλάδα επιδημιολογικούς δείκτες, έκαναν τα πρώτα βήματα. Η ίδια η ΟΥΕΦΑ έκανε και αυτή το δικό της πρώτο βήμα επιτρέποντας τη διεξαγωγή του τελικού του UEFA Super Cup στην «Πούσκας Αρένα» της Βουδαπέστης παρουσία 15.500 θεατών (σε ένα γήπεδο χωρητικότητας 67.000, ήτοι πραγματική προσέλευση θεατών σε περίπου 23% της χωρητικότητας του γηπέδου), παρουσία μάλιστα και οπαδών από τη Γερμανία και Ισπανία, χώρες προέλευσης των δυο φιναλίστ του τελικού.
Η ΟΥΕΦΑ μάλιστα προχώρησε ακόμη ένα βήμα παραπέρα, ανακοινώνοντας πριν περίπου 10 ημέρες ότι επιτρέπει την παρουσία φιλάθλων στα γήπεδα, έως 30% της χωρητικότητάς τους, αρχής γενομένης από τα παιχνίδια του Nations League. Δυστυχώς όμως οι όποιες προσδοκίες για άνοιγμα των γηπέδων μέχρι στιγμές δεν μετουσιώνονται σε πράξεις. Η πολιτεία μοιάζει απρόθυμη, αποφεύγοντας να πάρει σαφή θέση και να ορίσει χρονοδιάγραμμα, όρους και προϋποθέσεις. Αντιθέτως, γινόμαστε μάρτυρες παράξενων ισχυρισμών και αναπόδεικτων επιχειρημάτων.
Όπως για παράδειγμα, ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου να αποδίδει την όποια αύξηση κρουσμάτων στη Θεσσαλονίκη, στους οπαδούς του ΠΑΟΚ και στη συγκέντρωσή τους το βράδυ της 22ης Σεπτεμβρίου. Δίχως να αναφέρεται φυσικά σε συγκεκριμένα ιατρικά δεδομένα που να δικαιολογούν έναν τέτοιο ισχυρισμό, παρά μόνο συνδυάζοντας χρονικά την αύξηση των κρουσμάτων με ό,τι προηγήθηκε στην πόλη δυο εβδομάδες νωρίτερα.
Δικαιολογημένα αναρωτιέται κανείς γιατί δεν θεωρήθηκε ως αιτία η εκδήλωση νεολαίας κόμματος που προηγήθηκε μια εβδομάδα νωρίτερα ή οι εκδηλώσεις-συνεντεύξεις των πολιτικών στο πλαίσιο της ΔΕΘ την ίδια περίπου περίοδο ή η παράσταση σε θέατρο της Θεσσαλονίκης 3-4 ημέρες μετά τον αγώνα του ΠΑΟΚ, όπου οι εικόνες συνωστισμού που αποτυπώθηκαν στο χωρητικότητας περίπου 4.000 ατόμων θέατρο ήταν προκλητικές. Ο καλόπιστος θα θεωρούσε άτυχο-πρόχειρο το παράδειγμα του προέδρου του Ιατρικού Συλλόγου, ο κακόπιστος όμως ως μια δήλωση που έρχεται να ενισχύσει την απροθυμία της πολιτείας να επιτρέψει την επιστροφή στην κανονικότητα σε έναν ακόμη χώρο που είναι από τους ελάχιστους, αν όχι ο μοναδικός, που δεν έχει γίνει κανένα απολύτως βήμα επιστροφής στην κανονικότητα.
Την απροθυμία της πολιτείας μπορώ να την κατανοήσω. Ένας μπελάς λιγότερος στο κεφάλι τους είναι η απουσία του κόσμου από τα γήπεδα. Αυτό που δυσκολεύομαι να ερμηνεύσω είναι η μη οργανωμένη αντίδραση των ομάδων. Πραγματικά θα περίμενα περισσότερο πειστικές και πιεστικές αντιδράσεις. Την ώρα που η μια μετά την άλλη οι χώρες κάνουν βήματα μπροστά προς την κατεύθυνση επιστροφής του κόσμου στα γήπεδα, τουλάχιστον στα ανοικτά, έχοντας πάντοτε ανοιχτό το ενδεχόμενο υπαναχώρησης και επαναφοράς της απαγόρευσης, στην Ελλάδα ακόμη είμαστε στο σημείο μηδέν ή αν προτιμάτε στο σημείο προθέσεων και ευφυολογημάτων. Και πλέον κατά την άποψή μου είναι και ευθύνη και των ίδιων των ομάδων αυτή η στασιμότητα.
Τι καλύτερο από μια δοκιμαστική επιστροφή του 10% της χωρητικότητας των γηπέδων με μέγιστο π.χ. τα 5.000 άτομα ανά γήπεδο. Κάτι περισσότερο από τη χωρητικότητα του θεάτρου το οποίο κατακλύστηκε από κόσμο δηλαδή. Μια σταδιακή επιστροφή που θα ξαναζεστάνει τον κόσμο και θα αποκαταστήσει μέρος της ποδοσφαιρικής κανονικότητας όπου ο θεατής είναι το επίκεντρο του αθλήματος. Και μετά βλέπουμε για το 20% και το 30%.
Βήμα-βήμα, αξιολογώντας σωστά κάθε προηγούμενο και προετοιμάζοντας κατάλληλα κάθε επόμενο. Είναι πραγματικά άσχημο το θέαμα των άδειων γηπέδων. Και όσο περνάει ο καιρός «στιγματίζονται» αθλητικά γεγονότα από αυτήν την απουσία θεατών. Αυτό προφανώς, προφανέστατα ήθελε να αποφύγει η ΟΥΕΦΑ και τόλμησε την παρουσία θεατών του Super Cup. Να μην καταγραφεί στην ποδοσφαιρική ιστορία ένα ακόμη σημαντικό γεγονός να εξελίσσεται, όπως οι τελικοί που προηγήθηκαν σε Champions League και Europa League, σε άδειες κερκίδες.
Εύχομαι και ελπίζω να καταλάβουν και οι ίδιες οι ομάδες και οι διοικήσεις τους ότι το γήπεδο είναι για πολύ κόσμο μια διαμορφωμένη συνήθεια. Αν βγει από την καθημερινότητα, είναι ήδη εκτός για αρκετούς μήνες, ίσως ο αντίκτυπος να είναι απρόβλεπτος. Και αυτό να μην συμβεί όμως και οι ανησυχίες μου να είναι υπερβολικές, η εικόνα αυτήν των παντελώς άδειων και κυρίως βουβών γηπέδων, μια εικόνα που μόνο σε τιμωρημένες για βαρύτατα παραπτώματα ομάδες αντικρίζαμε στο παρελθόν, δεν συνδυάζεται με το λαοφιλέστερο άθλημα του πλανήτη.