MENU

Είναι περιττό και άσκοπο να αναρωτιόμαστε πόσο κοντά (ή όχι) θα ήταν η Εθνική Ελλάδας στα τελικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του επόμενου καλοκαιριού, αν ο Τζον Φαν’τ Σχιπ είχε αναλάβει νωρίτερα. Ότι έγινε, έγινε.

Είναι περιττό, γιατί οι δύο διαδοχικές νίκες της εθνικής μας ομάδας (επί Βοσνίας – Ερζεγοβίνης και Αρμενίας) έγιναν υπό διαφορετικές συνθήκες και με πολύ λιγότερο άγχος, απ' ότι θα είχαν τα συγκεκριμένα παιχνίδια, εφόσον παίζονταν η πρόκριση.

Και άσκοπο γιατί θα μας μείνει (εύλογα) το παράπονο ότι απολέσαμε την πρώτη δυάδα σε έναν όμιλο όπου, πλην της Ιταλίας, καμία άλλη ομάδα δεν ήταν «θηρίο», ούτε καν της δεύτερης ταχύτητας στην Ευρώπη.

Ακόμα και η πολύ σοβαρή Φινλανδία, η οποία πανηγυρίζει εδώ και λίγες ώρες την παρθενική της παρουσία σε διεθνή διοργάνωση (συγχαρητήρια!), δεν έχει κάτι σπουδαίο, με εξαίρεση έναν πολύ ικανό γκολτζή (Τεέμου Πούκι) και ένα σύνολο που δουλεύει αποτελεσματικά γι' αυτόν. Ξέφυγα όμως.

Για πρώτη φορά από τον Οκτώβριο του 2017, η Ελλάδα συμπλήρωσε δύο διαδοχικές νίκες. Τότε, όμως, το έκανε με την Κύπρο σε ένα (σχεδόν) «φιλικό» παιχνίδι και απέναντι σε μια από τις πιο αδύναμες εθνικές ομάδες του κόσμου, το Γιβραλτάρ.

Τώρα, το νταμπλ νικών επιτεύχθηκε επί μιας ομάδας που έπαιζε το τελευταίο της χαρτί στην μάχη της πρόκρισης και διαθέτει παίκτες εγνωσμένης αξίας (Βοσνία) και επί μιας σαφώς αδύναμης ομάδας, η οποία όμως ήθελε στην έδρα της να κλείσει χωρίς ήττα μια πολύ αξιοπρεπή πορεία για τα δικά της στάνταρ (Αρμενία).

Η Ελλάδα νίκησε με... μισό μηδέν, απλούστατα επειδή δεν μετουσίωσε σε γκολ τις πολλές ευκαιρίες που δημιούργησε (είχε είκοσι τελικές!). Όχι υπόνοια ευκαιριών, αλλά κλασικές ευκαιρίες, όπως αυτές που έχασε και κόντρα στην Βοσνία, έστω και αν δεν της στοίχισε ούτε αυτή την φορά.

Ο εξαιρετικός συνδυασμός που τελείωσε με το πρώτο «εθνικό» γκολ του Δημήτρη Λημνιού, πρέπει να είναι ο οδηγός μας για την συνέχεια. Ομαδική δουλειά με ουσία, όπως αυτή που έκαναν οι διεθνείς σε άμυνα (μου αρέσει όλο και περισσότερο ο Παντελής Χατζηδιάκος) και επίθεση, όπου με σωστή κυκλοφορία της μπάλας και ξεμαρκαρίσματα την κατάλληλη στιγμή, δημιούργησαν ευκαιρίες για τις οποίες άξιζαν περισσότερα από ένα γκολ.

Ας είναι όμως. Το χαμόγελο του σκόρερ Λημνιού, η ικανοποίηση για την επίτευξη του στόχου και η δίψα στα μάτια του διαρκώς βελτιωμένου εξτρέμ του ΠΑΟΚ, όπως την βλέπουμε και στα πρόσωπα άλλων διεθνών, πρέπει να αποτελέσει το σημείο αναφορά για την συνέχεια του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος.

Ο Φαν’τ Σχιπ δεν ανακάλυψε την Αμερική ως άλλος Χριστόφορος Κολόμβος, ούτε έχει ένα μαγικό ραβδάκι για να δείξει η Ελλάδα το πολύ διαφορετικό (προς το καλύτερο) πρόσωπο των τελευταίων αγώνων.

Έκανε, απλώς, τα βασικά, πρόσθεσε νέο, διψασμένο αίμα στην ενδεκάδα και στο ρόστερ και τώρα έχει τον χρόνο (τον κέρδισε με το σπαθί του) για να προετοιμάσει όσο το δυνατόν καλύτερα την ομάδα που θα διεκδικήσει την παρουσία της στο πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο που θα διεξαχθεί χειμώνα, αυτό του Κατάρ το 2022.

Η κλήρωση των προκριματικών αναμένεται να φέρει πολλά και υψηλά εμπόδια μπροστά στην εθνική μας ομάδα, η οποία όμως στέλνει όλο και πιο θετικά μηνύματα πως θα είναι πολύ πιο ανταγωνιστική, πως μπορεί να παίξει ωραίο ποδόσφαιρο αν το επιδιώξει και πως θα παρουσιάσει την ουσία που έλαμψε δια της απουσίας της τα τελευταία χρόνια.

Προτού ριχτεί σε αυτή την πολύ απαιτητική μάχη, όμως, είμαι σίγουρος ότι ο Ολλανδός θέλει το «3 στα 3» (έχει να συμβεί από τον Οκτώβριο του 2016), την Δευτέρα κόντρα στην Φινλανδία. Ζητούμενο να δοθεί συνέχεια στην ανοδική πορεία, αλλά δεδομένη επίσης η πίκρα, γιατί απέναντί της θα βρίσκεται μια ομάδα που δεν διαφέρει πολύ από αυτή, αλλά το καλοκαίρι θα απολαύσει την συμμετοχή της στο επετειακό Euro. Ας πρόσεχ(αμ)ε...

Το χαμόγελο του Λημνιού μας δείχνει τον δρόμο
EVENTS