Πάντα ήταν καλύτεροι. Πιο τεχνίτες. Πιο μπαλάτοι. Πιο αθλητικοί. Πιο δουλεμένοι. Πιο οξυδερκείς. Πιο κλασάτοι. Πιο νικητές.
Όχι μόνο στην μπάλα. Παντού.
Παντού και πάντα!
Σε όλα τα ομαδικά σπορ, ίσως εξαιρουμένου του πόλο.
Είχαν περισσότερο ταλέντο από εμάς. Το δούλευαν καλύτερα. Το εξέλισσαν περισσότερο.
Κι όπου μας έβρισκαν, μας το έδειχναν.
Αυτοί μας δίδαξαν πως παίζονται τα ομαδικά σπορ. Όχι μόνο ως προπονητές, αλλά και ως παίκτες.
Στα 80’s και στα 90’s ένας random Γιουγκοσλάβος από οποιαδήποτε ομάδα πρώτης κατηγορίας στο ποδόσφαιρο, όχι μόνο από τον αφρό τον Ερυθρό Αστέρα και την Παρτίζαν, έκανε αυτόματα τη διαφορά στην Ελλάδα.
Ο πληγωμένος ελληνισμός μπασκετικός εγωισμός προσπάθησε κατά καιρούς να τους μειώσει για να τους φτάσει, οι Γιούγκοι, οι πλάβι, τα λόμπι, η διαιτησία, η ΦΙΜΠΑ, ο Στάνκοβιτς, μα κατά βάθος ενδόμυχα όλοι παραδέχονταν την ανωτερότητα τους.
Να, που έφτασε το πλήρωμα του χρόνου που τα κόζια άλλαξαν.
Οι πιο τεχνίτες, οι πιο μπαλάτοι, οι πιο αθλητικοί, οι πιο δουλεμένοι, οι πιο οξυδερκείς, οι πιο κλασάτοι, οι πιο νικητές είμαστε πλέον εμείς!
Και οι Σέρβοι είναι αυτοί που ψάχνουν για δικαιολογίες, αυτοί που ανασύρουν από την εφεδρεία κάτι “γερόντια” όπως ο Τάντιτς, ο Κόστιτς, ο Γκούντελι, αυτοί που παίζουν ηρωικά, με αυταπάρνηση, πάθος, μπας και κλέψουν αποτέλεσμα.
Το ίδιο θα ίσχυε ακόμα κι αν κέρδιζαν. Το ίδιο κι αν το παιχνίδι έληγε ισόπαλο.
Διότι το αποτέλεσμα στο ποδόσφαιρο είναι κάτι πολυπαραγοντικό.
Ο τρόπος όμως όχι.
Αυτός είναι που θα σε περάσει από την τυχαιότητα της μιας βραδιάς, στη βεβαιότητα της μεγάλης εικόνας.
Το γκολ του Αντρίγια Ζίβκοβιτς στο 4ο λεπτό ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσε να συμβεί στην ομάδα του Ιβάν Γιοβάνοβιτς.
Διότι την ξύπνησε. Την θύμωσε. Την τσίτωσε.
Την υποχρέωσε από το πρώτο δεκάλεπτο να παίξει ποδόσφαιρο. Να παράξει. Να σκεφτεί. Να αυτοσχεδιάσει. Να επιτεθεί.
Η Εθνική τελείωσε το πρώτο μέρος με 71% κατοχή και το παιχνίδι με 26 τελικές, οι 16 εντός περιοχής!
Οι… ηρωικοί Σέρβοι τελείωσαν το παιχνίδι με 7 μπλοκαρισμένα σουτ, λες και έπαιζαν βόλεϊ.
Σε κάθε ελληνική προσπάθεια ένα δάσος από πόδια εμφανιζόταν για να κρύψει την εστία. Κι ό,τι περνούσε, πήγαινε πάνω στον γιγάντιο Βάνια Μιλίνκοβιτς-Σάβιτς, ο οποίος λες και είχε μαγνήτη στα γάντια.
Το 1-1 και το 1-2 ήρθαν ως ανταμοιβή από το ποδόσφαιρο σε χρονικά σημεία που η συνοχή και η πίστη στο γήπεδο είχαν παρουσιάσει ρωγμές.
Το 1-2, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι 2-1 μια φάση πιο πριν. Για εκατοστά δεν ήρθε.
Και πάλι, όμως, τίποτα δεν θα άλλαζε στην μεγάλη εικόνα.
Η Εθνική Ελλάδας είναι μία τρομερή παρέα που έρχεται.
Και θα έρθει είτε έχανε στο Βελιγράδι, είτε έφερνε ισοπαλία.
Απλώς, αυτό το διπλό επιταχύνει τις διαδικασίες.
Είναι ο άνεμος που θα διώξει το μαύρο σύννεφο που είχε μαζευτεί μετά τις απανωτές αναποδιές στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Σημειολογικά ήρθε με έναν τρόπο που δείχνει νοοτροπία. Με ένα απονενοημένο, τρελό σπριντ χαμένης μπάλας, μετά από 95 λεπτά σε ένα βαρύ γήπεδο, ενός παίκτη που είχε ατομική ευθύνη στο πρώτο γκολ και ο οποίος ήταν από τους λίγους που μέχρι εκείνη την ώρα δεν ήταν ανάμεσα στους διακριθέντες.
Στην οικονομία του Nations League, μπορεί αυτό το buzzer beater του Τάσου Δουβίκα μπορεί να μην φέρει τίποτα.
Στην οικονομία του κεφαλαίου Εθνική ομάδα, μπορεί να αποδειχθεί η στιγμή που έγινε το κλικ.
Η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής μας…