Για περίπου τέσσερις ώρες η Ελλάδα παρακολουθούσε την κρίση να εξελίσσεται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο από την τηλεόραση. Η αστυνομική έφοδος είχε τραγικό αποτέλεσμα: η 25χρονη Αμαλία Γκινάκη τραυματίστηκε βαρύτατα από έκρηξη χειροβομβίδας και πέθανε 16 ημέρες αργότερα.
Το βράδυ της 23ης Σεπτεμβρίου 1998, η οδός Νιόβης 4 στα Κάτω Πατήσια μετατράπηκε στο επίκεντρο μιας από τις πιο πολύκροτες υποθέσεις ομηρίας που είχαν μέχρι τότε αντιμετωπίσει οι ελληνικές Αρχές.
Ο Σορίν Ματέι, 27 ετών, καταζητούμενος και δραπέτης που είχε επανειλημμένα απασχολήσει την Αστυνομία, είχε εντοπιστεί σε διαμέρισμα στο ισόγειο της πολυκατοικίας. Ακολούθησε αστυνομική επιχείρηση για τη σύλληψή του, όμως ο Ματέι κατάφερε να διαφύγει μέσω του φωταγωγού και να εισβάλει σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου.
Εκεί βρίσκονταν η Σουλτάνα Γκινάκη, τα παιδιά της Αμαλία και Ευάγγελος Γκινάκης και ο αρραβωνιαστικός της Αμαλίας, Απόστολος Μακρινός. Μέσα σε λίγα λεπτά, οι τέσσερις έγιναν όμηροί του.
Ο Ματέι κρατούσε χειροβομβίδα και διαβεβαίωνε ότι δεν σκόπευε να πειράξει τους ανθρώπους που βρίσκονταν μαζί του. Σύντομα, όμως, έκανε μια κίνηση που θα μετέτρεπε την ομηρία όχι μόνο σε αστυνομική κρίση αλλά και σε πρωτοφανές για την εποχή τηλεοπτικό γεγονός.
Η ομηρία ζωντανά στην τηλεόραση
Ο Ματέι τηλεφώνησε στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ και ζήτησε να μιλήσει ζωντανά στον αέρα. Στην άλλη άκρη της γραμμής βρέθηκε ο παρουσιαστής του κεντρικού δελτίου Νίκος Ευαγγελάτος.
Για περίπου τέσσερις ώρες, οι τηλεθεατές άκουγαν τις συνομιλίίες με τον ένοπλο άνδρα, ενώ κάμερες και δημοσιογράφοι είχαν συγκεντρωθεί έξω από την πολυκατοικία. Ο Ματέι ζητούσε, μεταξύ άλλων, 500.000 δραχμές και διεγερτικές ουσίες, ενώ οι Αρχές προσπαθούσαν παράλληλα να βρουν τρόπο να τερματίσουν την ομηρία.
Η τηλεφωνική επικοινωνία είχε πλέον αποκτήσει κεντρικό ρόλο στη διαχείριση της κρίσης. Ο Ματέι απελευθέρωσε αρχικά τον Ευάγγελο Γκινάκη και αργότερα τη μητέρα της οικογένειας. Στο διαμέρισμα παρέμεναν η Αμαλία και ο αρραβωνιαστικός της.
Έξω από το κτίριο βρίσκονταν ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις και ανώτατα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ., μεταξύ των οποίων ο τότε αρχηγός της, Αθανάσιος Βασιλόπουλος.
Η μοιραία έφοδος
Λίγο μετά τις 10 το βράδυ αποφασίστηκε η αστυνομική επέμβαση. Κρίσιμο στοιχείο στην απόφαση ήταν η εκτίμηση ότι η χειροβομβίδα που κρατούσε ο Ματέι ενδεχομένως δεν ήταν πραγματική — εκτίμηση που αποδείχθηκε λανθασμένη και βρέθηκε αργότερα στο επίκεντρο της δικαστικής διερεύνησης.
Οι αστυνομικοί εισέβαλαν στο διαμέρισμα. Κατάφεραν να απομακρύνουν τον Απόστολο Μακρινό, όμως μέσα στη σύγχυση η χειροβομβίδα εξερράγη.
Η Αμαλία Γκινάκη τραυματίστηκε βαρύτατα. Τραυματίστηκαν επίσης αστυνομικοί που συμμετείχαν στην επιχείρηση, μεταξύ των οποίων ανώτατα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ.
Η 25χρονη μεταφέρθηκε στον Ερυθρό Σταυρό και έδωσε για περισσότερο από δύο εβδομάδες μάχη για να κρατηθεί στη ζωή.
Στις 9 Οκτωβρίου 1998, στις 11:30 το πρωί, πέθανε από τις συνέπειες των σοβαρών τραυμάτων της. Το ρεπορτάζ των «Νέων» την επομένη περιέγραφε τη μάχη των γιατρών να τη διατηρήσουν στη ζωή επί 16 ημέρες μετά την έκρηξη.
Ο θάνατος του Ματέι τρεις ημέρες αργότερα
Ο ίδιος ο Ματέι είχε επίσης τραυματιστεί από την έκρηξη. Νοσηλεύτηκε αρχικά στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού.
Το βράδυ της 26ης Σεπτεμβρίου 1998, μόλις τρεις ημέρες μετά την ομηρία, βρέθηκε νεκρός.
Σύμφωνα με τα ιατροδικαστικά στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν, ο θάνατός του αποδόθηκε σε εισρόφηση γαστρικού υγρού σε συνδυασμό με παρατεταμένη καταστολή. Οι συνθήκες υπό τις οποίες πέθανε προκάλεσαν νέα έρευνα και αργότερα οδήγησαν ακόμη και σε δικαστική διαδικασία για γιατρούς που είχαν εμπλακεί στη νοσηλεία του.
Οι ευθύνες και η παραίτηση του αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ.
Η κατάληξη της επιχείρησης προκάλεσε σφοδρή κριτική για τον τρόπο με τον οποίο είχε αντιμετωπιστεί η ομηρία. Ο αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. Αθανάσιος Βασιλόπουλος παραιτήθηκε, ενώ ακολούθησαν πειθαρχικές και δικαστικές έρευνες.
Η δικαστική διαδρομή της υπόθεσης κράτησε χρόνια. Ο Βασιλόπουλος καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε φυλάκιση 12 μηνών με αναστολή για ανθρωποκτονία από αμέλεια, με το δικαστήριο να θεωρεί ότι δεν είχε εκτιμήσει σωστά τον κίνδυνο από τη χειροβομβίδα. Έπειτα από έφεση, όμως, το Πενταμελές Εφετείο Πλημμελημάτων τον αθώωσε κατά πλειοψηφία, με ψήφους 3-2, στις 22 Απριλίου 2005.
Η υπόθεση που άλλαξε τη διαχείριση των ομηριών
Η οδός Νιόβης έμεινε στην ιστορία όχι μόνο λόγω της τραγικής κατάληξης αλλά και επειδή αποκάλυψε με τον πιο οδυνηρό τρόπο τα κενά που υπήρχαν τότε στη διαχείριση εξαιρετικά επικίνδυνων κρίσεων.
Η ίδια η ΕΡΤ, σε μεταγενέστερο ρεπορτάζ για τους διαπραγματευτές κρίσεων της Ελληνικής Αστυνομίας, αναφέρει ότι η υπόθεση Ματέι, μαζί με σοβαρές λεωφορειοπειρατείες που ακολούθησαν, αποτέλεσαν αφορμή για τη δημιουργία της ειδικής ομάδας διαπραγματευτών κρίσεων της ΕΛ.ΑΣ.
Παράλληλα, η υπόθεση έμεινε ως σημείο αναφοράς και στη συζήτηση για τα όρια της ζωντανής τηλεοπτικής κάλυψης. Ένας ένοπλος ομηροκράτης συνομιλούσε επί ώρες με δημοσιογράφο ενώ μια ενεργή αστυνομική επιχείρηση βρισκόταν σε εξέλιξη — μια εικόνα δύσκολο να διανοηθεί κανείς σήμερα χωρίς εξειδικευμένους διαπραγματευτές και αυστηρά επιχειρησιακά πρωτόκολλα.
Από την οδό Νιόβης στη μεγάλη οθόνη
Η υπόθεση επέστρεψε το 2026 στη δημόσια συζήτηση μέσα από την ταινία «Τελευταία Κλήση», σε σκηνοθεσία Sherif Francis, με τους Ορφέα Αυγουστίδη, Μαρία Ναυπλιώτου, Γιώργο Μπένο, Δημήτρη Λάλο, Ρένια Λουιζίδου και Νίκο Ψαρρά, μεταξύ άλλων.
Η ταινία δεν αποτελεί πιστή αναπαράσταση της υπόθεσης Ματέι: σύμφωνα με την επίσημη παρουσίασή της είναι έργο μυθοπλασίας εμπνευσμένο από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, με έναν καταζητούμενο να κρατά οικογένεια όμηρο και να απαιτεί να εμφανιστεί ζωντανά στην τηλεόραση.
Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά, όμως, η πραγματική ιστορία της οδού Νιόβης παραμένει από μόνη της συγκλονιστική: μια αποτυχημένη σύλληψη που μετατράπηκε σε ομηρία, μια χώρα που παρακολουθούσε την κρίση μέσα από την τηλεόραση και, στο τέλος, μια 25χρονη γυναίκα που πλήρωσε με τη ζωή της μια αλληλουχία εγκληματικών πράξεων και μοιραίων επιχειρησιακών επιλογών.
Πηγή: newsbeast.gr